Categories: ΘΕΑΤΡΟ

Συνομιλώντας με την «Έντα Γκάμπλερ» στο ξενοδοχείο Μπάγκειον

Η «Έντα Γκάμπλερ», το αριστούργημα του Ερρίκου Ίψεν, δίνει και φέτος ραντεβού με το θεατρόφιλο κοινό στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Μπάγκειον της πλατείας Ομονοίας σε μία παράσταση, που κέρδισε τις εντυπώσεις την περασμένη σεζόν συμβάλλοντας στην ανανέωση της πολιτιστικής ζωής της πόλης στην περιοχή της Ομόνοιας.

Το ξενοδοχείο – σύμβολο στο κέντρο της Αθήνας, αρχιτεκτονικής Ερνέστου Τσίλερ, χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, την ίδια περίοδο όπου ο Ίψεν γράφει την «Έντα Γκάμπλερ», γίνεται ο τόπος εξέλιξης του δράματος της ηρωίδας που καταρρέει σε ένα περιβάλλον μεγαλοαστικής παρακμής.

Τη σκηνοθεσία, αλλά και την εικαστική ματιά της παράστασης υπογράφει η πάντα ανήσυχη δημιουργικά Άντζελα Μπρούσκου με πρωταγωνιστές τους: Παρθενόπη Μπουζούρη, Θάνο Παπακωνσταντίνου, Ανδρέα Κωνσταντίνου, Νικόλα Παπαγιάννη, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Ειρήνη Αϊβαλιώτου και την ίδια τη σκηνοθέτη. Οι παραστάσεις θα διαρκέσουν μέχρι τις 11 Νοεμβρίου, κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.  

Τέσσερις βασικοί συντελεστές της παράστασης – η Άντζελα Μπρούσκου, η Παρθενόπη Μπουζούρη, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου – γράφουν στην Popaganda για τη δική τους «Έντα Γκάμπλερ», το έργο και τις προεκτάσεις του σήμερα.

Άντζελα Μπρούσκου: «Η Έντα Γκαμπλερ είναι μια γυναίκα που προσελκύεται από την ελευθερία που απολαμβάνουν οι άντρες»

Η Έντα Γκαμπλερ απεικονίζεται στο έργο περισσότερο ως ένα θύμα λόγω της ανατροφής της ως κόρη του στρατηγού παρά ως ένα θύμα των κοινωνικών περιορισμών που επιβάλλονταν στις γυναίκες. Ο στρατηγός τής έχει εμφυσήσει αυστηρά την έννοια της πειθαρχίας. Της έχει διδάξει πολλές αρρενωπές συνήθειες, όπως η ιππασία και η σκοποβολή αντί να την προετοιμάσει ως οικοδέσποινα και μητέρα. Αυτά τα «μαθήματα ανδρισμού» έκαναν την Έντα να τρέφει θαυμασμό για τις ελκυστικές και σεξουαλικές αναζητήσεις των ανδρών. Η Έντα Γκαμπλερ είναι μια γυναίκα που προσελκύεται από την ελευθερία που απολαμβάνουν οι άντρες. Ο ανεπιθύμητος γάμος και η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη είναι οι βασικοί λόγοι που την οδηγούν στη νεύρωση. Έχοντας την επιθυμία, αλλά όχι και την ικανότητα να βρει έναν εποικοδομητικό δρόμο προς την ελευθερία  και την ανεξαρτησία της, η Έντα γίνεται μια σύγχρονη Mήδεια εκφράζοντας την απογοήτευσή της μέσα από καταστροφικές απόπειρες αυτογνωσίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Καταλήγει να ηττηθεί σε αυτή την «μικροπρεπή και περιοριστική κοινωνία που δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις υψηλότερες υπάρξεις… Ο θάνατος της είναι, ένας θάνατος με ομορφιά. Στην πραγματικότητα, ένας θάνατος χωρίς παρηγοριά και χωρίς ελπίδα, μια πλήρης εξόντωση». Όλοι οι μύθοι που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπό της βασίστηκαν στο ότι Έντα Γκάμπλερ έσπασε τα όρια του δομημένου, σύμφωνα με τα αντρικά πρότυπα, κόσμου της λογικής, καθώς και του ρόλου που ο κόσμος αυτός επιφύλασσε για τη γυναίκα.

Παρθενόπη Μπουζούρη: «Η αυτοκτονία της είναι ένας τρόπος να πει όχι στην πατριαρχία»

Η ‘Εντα Γκάμπλερ είναι ένας από τους πιο σύνθετους και πολύπλοκους χαρακτήρες στην ιστορία του θεάτρου. Όταν το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά το 1890, το κοινό αποπροσανατολίστηκε από ότι είχε συνηθίσει να βλέπει. Οι κριτικοί το βρήκαν ακατανόητο. Μέσα στα χρόνια ο χαρακτήρας της Έντα Γκαμπλερ ερμηνεύτηκε με πολλούς τρόπους: ως εξωπραγματική γυναίκα, ως μοχθηρή και ελαττωματική γυναίκα, ως γυναίκα που φοβάται το σεξ… Η Έντα δεν συμμορφώνεται με τον ρολό της γυναικάς της εποχής της. Νιώθει φυλακισμένη στο ρολό του φύλλου της, στο γάμο και την εγκυμοσύνη και σε όλα τα στερεότυπα της γυναίκεια ταυτότητας.

Η αυτοκτονία της είναι ένας τρόπος να πει όχι στην πατριαρχία. Αρνείται να είναι η γυναίκα που υπηρετεί. Αρνείται να είναι συναισθηματικά διαθέσιμη. Είναι ψυχρή. Το έργο βάζει σε αμφισβήτηση την ιδέα τόσο της αρρενωπότητας όσο και της θηλυκότητας ως κοινωνικές κατασκευές. Υπάρχει ποίηση μέσα στην Έντα. Η ουσία της είναι ποιητική, αλλά το περιβάλλον της τρομακτικό όπως και η ιδία η σκέψη της ανθρώπινης γελοιότητας. Ο Ίψεν τόλμησε να θέσει μια γυναίκα στο επίκεντρο μεγάλων φιλοσοφικών και αισθητικών αναζητήσεων και να μετατρέψει την φιγούρα της σε κριτική του σύγχρονου μοντερνισμού. Είναι ο τρόπος του να δώσει στη γυναίκα πρόσβαση στο πανανθρώπινο… ως Γυναίκα!

Ανδρέας Κωνσταντίνου: «Μάρτυρες όλοι εμείς του μυστικού, στις σιωπηλές μας βόλτες»

Είμαι ο Τέσμαν όσο κυκλοφορώ στους διαδρόμους με τα κίτρινα φώτα και στα δύο άδεια δωμάτια ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα της Έντα και το δεύτερο σαλόνι. Βουβά περάσματα, η Μπέρτα και τα μανικετόκουμπα, τα ποτά πριν το ξεφάντωμα και σαν φάσμα βλέπω την θεία Γιούλε να κρατάει ένα σφυρί, ενώ σχεδόν ακούω τα ματωμένα βήματα του Άιλερτ. Δύο λαχανιασμένες ανάσες που περιμένουν να συγχρονιστούν για να αναδυθούν και να αρχίζουν να βάζουν σε τάξη τα χαρτιά ενός άλλου. Νεκρώσιμη πομπή σαν να επιπλέουμε σε ξεχαρβαλωμένα πατώματα με το πένθος να χαϊδεύει τα κομμάτια του σοβά που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας. Και ο κόσμος που παρακολουθεί. Μάρτυρες όλοι εμείς του μυστικού, στις σιωπηλές μας βόλτες, γνωριζόμαστε χωρίς να μιλάμε. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα για το μέλλον αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούν να ειπωθούν από τώρα.

Θάνος Παπακωνσταντίνου: «Η Έντα Γκάμπλερ μπορεί άνετα να σταθεί σαν τις «Βάκχες» του Ευριπίδη ανεστραμμένες.»

Ένα από τα βασικά θέματα του έργου είναι η σχέση με την αισθητική, την ομορφιά ως ένας τρόπος να ορίσει κανείς τη σχέση με τον εαυτό του και με τους ανθρώπους γύρω του, που βέβαια οδηγεί με σταθερά βήματα στην καταστροφή. Ο κόσμος δεν είναι ποτέ μόνο όμορφος ή μόνο άσχημος. Ποτέ μόνο καλός ή μόνο κακός. Είναι πάντα μια σύνθεση αντιθέσεων και αντιφατικών στοιχείων που κάποτε έχουν νόημα, συνήθως όμως όχι. Η Έντα λέει λίγο πριν αυτοκτονήσει: «Ό,τι αγγίζω το μολύνει η κατάρα της χυδαιότητας και της γελοιότητας». Δεν μπορούμε ποτέ να αποκτήσουμε ολοκληρωτικά τον έλεγχο πάνω στη μοίρα μας, στη ζωή μας, στον κόσμο που ζούμε. Η ομορφιά δε μπορεί να νικήσει. Γι’ αυτό το λόγο είτε συνθηκολογούμε και συνεχίζουμε, είτε εγκαταλείπουμε. Η αυτοκτονία, η εθελούσια έξοδος από τη ζωή είναι μια απ’ τις πιο θεμελιώδεις εμμονές του ρομαντισμού.

Τα κτίρια του Τσίλλερ, όπως το Μπάγκειον Ξενοδοχείο στο οποίο ανεβαίνει η παράσταση, είναι συνδυασμένα κατά κύριο λόγο στο μυαλό μας ως «τα νεοκλασικά». Πέραν του ότι διαπνέονται αισθητικά από τις αρχές του νεοκλασικισμού, στην πράξη έχουν αποτυπωθεί σαν μια εντελώς ρομαντική χειρονομία ενός αλλοδαπού αρχιτέκτονα (και δη Γερμανού) που θέλησε να συνδυάσει το αρχιτεκτονικό πνεύμα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα με την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Μια εντελώς ρομαντική σκέψη στο πλαίσιο μιας αισθητικής αναβίωσης ενός εντελώς ξεχασμένου και ξένου πια σε εμάς (όσο κι αν πιστεύουμε το αντίθετο) πολιτισμού.

Η αισθητικοποίηση του παρελθόντος είναι, επίσης, μια εμμονή του ρομαντικού κινήματος. Κι αυτή δεν τελειώνει με μια σφαίρα στον κρόταφο, όπως η ρομαντική Έντα, αλλά με τις μπουλντόζες των αντιπαροχών μερικές δεκαετίες αργότερα. Το έργο, γραμμένο το 1890, με επίκεντρο και καμβά της σύγκρουσης το πρόσωπο της Έντα Γκάμπλερ, βάζει να αντιπαρατεθούν δύο κόσμοι – από τη μία το κίνημα του ρομαντισμού που εκπνέει και απ’ την άλλη τη νέα ανερχόμενη αστική τάξη. Αισθητική, ιδεολογία, παραφορά απ’ τη μια πλευρά – Κακογουστιά, όφελος και υπολογισμός απ’ την άλλη. Ο κόσμος που αναδύεται δεν θα έχει πια καμία ανάγκη από ιδεαλιστές ή ρομαντικούς, θα ταξινομούμε, θα συλλέγουμε και θα αναπαραγόμαστε χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Όλα τα άλλα πρέπει να γίνουν σιωπή.

Ο σύγχρονος κόσμος αυτό που έχει προτάξει σαν λύση για το ζήτημα διαχείρισης των πληθυσμών γενικά είναι η παραγωγή. Χρήματα, παιδιά, ακίνητα, οτιδήποτε υλικό ή άυλο. Δυστυχώς, όμως, μέσα στον άνθρωπο υπάρχει και κάτι άλλο, το οποίο ούτε όνομα έχει, ούτε και πρακτική χρησιμότητα. Μπορεί κανείς να το πει κακό αίμα ή και ανάμνηση του ζώου που κάποτε ήμασταν. Οι αρχαίοι γράφοντας τις τραγωδίες αυτό το γνώριζαν. Αυτό το ονόμαζαν και θεό και προς τιμή του θυσίαζαν και έκαναν τελετουργικά όργια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ο σύγχρονος κόσμος, βέβαια, οποιαδήποτε παρόρμηση που εκπίπτει της αποδεκτής νόρμας την αποστρέφεται επειδή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη παραγωγική αξία. Την περιθωριοποιεί ή την ποινικοποιεί. Ο ίδιος, βέβαια, λόγος είναι που κάνει τους ανθρώπους να παίρνουν χάπια, να χορεύουν σαν τρελοί στα κλαμπ, να γράφουν ποιήματα, να πηδάνε από παράθυρα, ανάλογα τον χαρακτήρα και την αισθητική του καθενός. Το να μην αναγνωρίζεται αυτό το «καταραμένο απόθεμα» πουθενά και να μην διοχετεύεται πουθενά, αυτό είναι που γεννά την αρρώστια και αυτό είναι εν προκειμένω αυτό που φυτεύει τη σφαίρα στον κρόταφο της ¨Εντα. Τα άλλα είναι το πρόσχημα.

Η Έντα Γκάμπλερ μπορεί άνετα να σταθεί σαν τις «Βάκχες» του Ευριπίδη ανεστραμμένες. Εδώ επικρατεί ο Πενθέας (η Έντα) που, όμως, ούτε κι αυτός νικάει τελικά, αυτοκτονεί και στο προσκήνιο (;) μένουν οι φιλήσυχοι πολίτες που ούτε καν το μυρίστηκαν ότι ένας θεός πέρασε απ’ την πόλη και τη ρήμαξε. Συνεχίζουν τη ζωή τους όπως κάθε μέρα.

Ο χαρακτήρας που υποδύομαι, ο Αϊλερτ Λέβμποργκ, είναι ο πρώην εραστής της Έντα και παλιός φίλος και ανταγωνιστής του νυν συζύγου της, Γέργκεν Τέσμαν. Γνωστός στην πόλη περισσότερο για τον έκλυτο βίο και τον ακραίο χαρακτήρα του, παρά για το έργο του, επιστρέφει, μετά από μια περίοδο απομόνωσης και αποτοξίνωσης στα βουνά, πίσω στην πόλη έχοντας γράψει ένα πολύ πετυχημένο βιβλίο κι έχοντας αποκτήσει και πάλι τον έλεγχο της ζωής του. Η παρουσία του στην οικία των Τέσμαν δρα καταλυτικά στην ισορροπία των σχέσεων των προσώπων, τον ρίχνει πάλι στην καταστροφή και φυσικά επηρεάζει και την ίδια την Έντα. Οδηγώντας τον στην απελευθέρωσή του απ’ την αρρώστια του “μικροαστισμού”, στην ουσία προετοιμάζει και το δικό της τέλος.

Έντα Γκάμπλερ, του Χένρικ Ίψεν – Σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου
11 Οκτωβρίου – 11 Νοεμβρίου, Ξενοδοχείο Μπάγκειον
Κρατήσεις θέσεων: 693 8500457 (5 μ.μ. – 8 μ.μ.), καθημερινά.
Διάρκεια: 120 λεπτά
POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA