Το 2018 βγήκαν οι πρωτες ταινίες της εποχής Ντόναλντ Τραμπ. Δηλαδή, αναστήθηκε το πολιτικό σινεμά.

«Η Αμερική δεν θα εξέλεγε ποτέ κάποιον σαν τον Ντέιβιντ Ντιουκ», ισχυρίζεται ο Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον στην τελευταία ταινία του Σπάικ ΛιBlackKklansman, αναφερόμενος στο ενδεχόμενο να γίνει Πρόεδρος ένας λευκός εθνικιστής όπως ο πρώην αρχηγός της Κου Κου Κλουξ Κλαν. O γιος του Ντένζελ υποδύεται έναν από τους δύο αστυνομικούς (ένας μαύρος κι ένας Εβραίος, που παίζει ο Άνταμ Ντράιβερ) που εισχώρησαν στην οργάνωση στην πραγματικότητα πίσω στα 70s. Όταν έρχεται η στιγμή για τον επίλογο της ταινίας, με αρχειακά πλάνα από τις πορείες ακροδεξιών στο Σάρλοτσβιλ που άφησαν πίσω τους μια νεκρή διαδηλώτρια της άλλης πλευράς, η οργή του Λι γίνεται τόσο έκδηλη που σχεδόν μετανιώνεις που διασκέδασες με το κωμικό του στυλ τα προηγούμενα 90 λεπτά καθώς συνειδητοποιείς ότι στη νέα καθημερινότητα του πλανήτη δεν ισχύει το “it’s only a movie”.

Καλώς ήρθατε στο πολιτικό σινεμά του 2018.

BlacKKKlansman: Ο Καλύτερος Σπαικ από την εποχή της 25ης Ώρας

Αναμενόμενα, η φετινή ήταν η πρώτη χρονιά που θα αποτυπώνονταν στη μεγάλη οθόνη οι αντιδράσεις και οι συνέπειες των ταραχώδων πολιτικών εξελίξεων της πρώτης διετίας που κυβερνά ο Τραμπ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Βέβαια, το κλίμα αγανάκτησης, φόβου και διχασμού που προκάλεσε η αναπάντεχη εκλογή του επιχειρηματία και πρώην παρουσιαστή ριάλιτι είχε από την πρώτη στιγμή «χρωματίσει» κάθε προϊόν Τέχνης με μια δυνητική πολιτική ερμηνεία, πόσο μάλλον τις ταινίες. Με αποτέλεσμα ακόμα και η περσινή προ-οσκαρική κόντρα μεταξύ του La La Land και του Moonlight να αναχθεί σε (ακραία) ιδεολογική σύγκρουση, με την πρώτη ταινία να χαρακτηρίζεται «τραμπική» λόγω της νοσταλγίας της για μια περασμένη εποχή (στην οποία όμως οι κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες ήταν κανόνας), και τη δεύτερη να αποτελεί την πιο προοδευτική επιλογή, επειδή είδε με συμπάθεια και συμπόνοια την ιστορία του μαύρου, ομοφυλόφιλου ήρωά της. Αυτοί οι συμβολισμοί μπορεί να ήταν αυθαίρετοι, αφού τα συγκεκριμένα παραδείγματα γυρίστηκαν πριν το ενδεχόμενο της προεδρίας του Τραμπ γίνει ρεαλιστικό, αλλά η επόμενη σοδειά ταινιών δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε. Κάποιες ταινίες το έκαναν προσφέροντας ταυτόχρονα γνήσια ψυχαγωγία, ενώ μοιάζει και να αναστήθηκε ένα αντι-εμπορικό, προηγουμένως περιορισμένου ενδιαφέροντος, κινηματογραφικό είδος, εκείνο της πολιτικής ταινίας.

Vice: Άλλη μια εκπληκτική μεταμόρφωση του Κρίστιαν Μπέιλ

Μερικές φορές ο αρχισυντάκτης εκνευρίζεται με τα αντανακλαστικά της στήλης, αλλά αυτή τη φορά θα φιμώσουμε όλα τα στόματα ξεκινώντας μια ανασκόπηση της χρονιάς από το μέλλον, με κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα. (Πρωτοπορία: δεν είναι μόνο ένα βιβλιοπωλείο στα Εξάρχεια.) Γιατί η πιο υψηλού προφίλ ταινία με πολιτικό περιεχόμενο, το Vice, δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στις ελληνικές αίθουσες (έρχεται στις 27 Δεκεμβρίου.) Ωστόσο καταφτάνει με οσκαρικές βλέψεις και πληθωρικό attitude για να καταδικάσει την αμερικάνικη δεξιά και να θυμίσει «πώς φτάσαμε ως εδώ», αφηγούμενο τη ζωή του Ντικ Τσένεϊ, που από ανεπρόκοπος μεθύστακας έγινε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (και μάλιστα ο χειρότερος όλων των εποχών, σύμφωνα με την ίδια την ταινία.) Τον Τσένεϊ, που πλούτισε στέλνοντας τη χώρα του σε πόλεμο με το Ιράκ κατασκευάζοντας ψευδή στοιχεία, υποδύεται σε άλλη μια εντυπωσιακή μεταμόρφωσή του ο Κρίστιαν Μπέιλ, σκηνοθετημένος με τη λεπτότητα μιας γροθιάς από τον Άνταμ ΜακΚέι του The Big Short. Το υπόλοιπο παρεάκι συμπληρώνουν η Έιμι Άνταμς στο ρόλο της αδίστακτης συζύγου, Λιν, ο Σαμ Ρόκγουελ ως Τζορτζ Μπους Τζούνιορ και ο Στιβ Καρέλ ως Ντόναλντ Ράμσφελντ. Το Vice έχει ήδη προλάβει να διχάσει βαθιά τους αμερικάνους κριτικούς, με τους μισούς να κάνουν λόγο για ευφυή σάτιρα και κάποιους μέχρι και για τη χειρότερη ταινία της χρονιάς, κάτι που ο ΜακΚέι, με το παρελθόν του στην κωμωδία, πρέπει τουλάχιστον να εκτιμά.

Μοιάζει να αναστήθηκε ένα αντι-εμπορικό, προηγουμένως περιορισμένου ενδιαφέροντος, κινηματογραφικό είδος, εκείνο της πολιτικής ταινίας.

Πολύ λιγότερο γνωστός στο διεθνές κοινό ήταν ο κεντρικός ήρωας του Υποψήφιου, ο Γκάρι Χαρτ, ο αμερικανός Γερουσιαστής που είδε την προεδρική του καμπάνια να εκτροχιάζεται με καταστροφικά αποτελέσματα όταν ήρθε στο φως η εξωσυζυγική του σχέση. Η ταινία του Τζέισον Ράιτμαν εκτυλίσσεται το 1988 κι έκανε πολλούς να αναπολήσουν μια εποχή στην οποία η προβληματική ιδιωτική ζωή ενός υποψήφιου Προέδρου ήταν όχι μόνο κρίσιμος παράγοντας για την εκλογή του, αλλά και πηγή ευθιξίας (πάντως, ως πολιτικοί αναλυτές, πιστεύουμε ότι ο Χαρτ μπορεί να την είχε σκαπουλάρει αν ήταν τόσο χαρισματικός όσο ο Χιου Τζάκμαν που ανέλαβε την ενσάρκωσή του σε αυτή την ταινία.)

Κάρφωσέ την ρε Ράιαν τη γ….ένη

Τις προεδρικές αξιώσεις του είδε να γκρεμίζονται με ένα πολύ μεγαλύτερο σκάνδαλο κι ένα πολύ μεγαλύτερο όνομα: η ταινία Η Ενοχή του Κένεντι εξετάζει τις δυσάρεστες λεπτομέρειες του αυτοκινητιστικού ατυχήματος του Τεντ Κένεντι (αδερφού του Τζον) το 1969, που στοίχισε τη ζωή στη συνεπιβάτη του εξαιτίας της απόκρυψης του γεγονότος από τις αρχές για 10 κρίσιμες ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων η γυναίκα θα μπορούσε να είχε σωθεί. Αν και πρόκειται για μια ανοιξιάτικη κυκλοφορία που πέρασε απαρατήρητη από τα ραντάρ του κοινού, το Variety την ανακήρυξε ως «την ταινία που πρέπει να δουν όλοι οι φιλελεύθεροι» σε μια σκληρή αλλά απαραίτητη κίνηση αυτοκριτικής κι επανεκτίμησης ακόμα και Δημοκρατικών ειδώλων όπως η οικογένεια Κένεντι.

Αλλά ακόμα και ταινίες που δεν επιθυμούσαν να αποτελέσουν πολιτικό talking point βρέθηκαν άθελά τους στο επίκεντρο τοξικής διαμάχης, με κραυγαλέο παράδειγμα τον Πρώτο Άνθρωπο του Ντέμιεν Σαζέλ, με θέμα τη ζωή του Νιλ Άρμστρονγκ (Ράιαν Γκόσλινγκ) ως την στιγμή της προσελήνωσης. Αμέσως μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας, κυκλοφόρησαν tweets ότι παραλείπει τη στιγμή που ο Άρμστρονγκ στερεώνει στην επιφάνεια της Σελήνης την αμερικάνικη σημαία. Οι φήμες εξαπλώθηκαν ως τις ΗΠΑ με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διογκώθηκαν από συντηρητικά ΜΜΕ και πριν την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες της πατρίδας της, είχε ήδη τη ρετσινιά της «αντι-αμερικάνικης» από εξοργισμένους Ρεπουμπλικάνους. Φυσικά το γεγονός ότι η σημαία είναι παρούσα λίγη σημασία είχε τελικά – ο Πρώτος Άνθρωπος απέτυχε παταγωδώς στα ταμεία (αν κι αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ήταν λιγότερο μια ωδή σε ένα επίτευγμα με αμερικάνικη σφραγίδα και περισσότερο το ψυχολογικό πορτρέτο ενός ανθρώπου παραλυμένου από το πένθος) κι έχει «ξεφουσκώσει» στην awards season που διανύουμε.

Black Panther: Μια άλλη Αφρική είναι εφικτή


Καμία ταινία, όμως, δεν άφησε βαθύτερο κοινωνικοπολιτικό στίγμα από το Black Panther, που από την αρχή της χρονιάς κυριάρχησε ως οnce-in-a-generation πολιτιστικό φαινόμενο, πανίσχυρη πολιτική δήλωση – και πιθανό διαβατήριο της Marvel στα Όσκαρ. Η βαρύτητα του Black Panther εκτείνεται πέρα από την ποπ κουλτούρα και την εικόνα ενός καστ αποτελούμενου από πανέμορφους μαύρους ηθοποιούς που σκίζει καλλιτεχνικά κι εμπορικά εν μέσω της θητείας της πιο αμφιλεγόμενης, για να είμαστε ευγενικοί, αμερικάνικης κυβέρνησης όλων των εποχών. Ο οραματιστής σκηνοθέτης Ράιαν Κούγκλερ χρησιμοποιεί την προηγμένη Γουακάντα για να φανταστεί μια ιστορική πραγματικότητα στην οποία η αποικιοκρατία δε συνέβη και ο αφρικανικός πολιτισμός είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί κι αγκαλιάζει την ιδέα του αφροφουτουρισμού για να προτείνει ένα μέλλον στο οποίο η Αφρική είναι μια επιστημονική, τεχνολογική κι ανθρωπιστική δύναμη στον πλανήτη (και όχι ένα βαρίδι του, όπως συχνά αντιμετωπίζεται τώρα).Κι όλα αυτά με τις γυναίκες στην πρώτη θέση, γιατί η Γουακάντα είναι κι ένας πολύχρωμος φεμινιστικός παράδεισος ισότητας και σεβασμού (ωστόσο έχει ένα είδος γυάλινου ταβανιού για λόγους προστασίας, να το πούμε κι αυτό.)
Αυτές είναι σημαντικές ιδέες για μια ταινία στην οποία αναφέρεται με πλήρη σοβαρότητα η λέξη «βιμπράνιο» και το ότι διαπέρασαν μια κοινωνία σε κρίση μπορεί να γεμίζει ελπίδα για τη δύναμη του σινεμά, από όπου κι αν προέρχεται, όσα action figures κι αν θέλει να πουλήσει.
Μάρα Θεοδωροπούλου