Η πιο δίκαιη (σχεδόν) crossover επιτυχία της χρονιάς

Θέλουμε τους ροκ σταρ μας μπλαζέ, επικίνδυνους, νέους, ωραίους, με πυκνά μαλλιά, αρκετά λεπτούς ώστε να διακρίνονται μερικές φουσκωμένες φλέβες στα χέρια τους (όταν κρατάνε σφιχτά το μικρόφωνο) και να πετάγονται μερικές ακόμη στο λαιμό τους (όταν σκούζουν στα ρεφρέν), λίγη γράμμωση επίσης δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, αρκεί να υπονοείται ότι πρόκειται για θείο δώρο και όχι για κάτι επίκτητο, αποτέλεσμα καθημερινού «χτυπήματος» σε γυμναστήρια και τα ρέστα, γιατί άλλωστε ένας ροκ σταρ «οφείλει» να είναι επιρρεπής και όχι να κάνει σπριντ παράλληλα με τις γραμμές του στίβου, αλλά να σπιντάρει «πάνω» στις άλλες, τις λευκές που είναι πιο γλυκές, που είναι «the best».

Κοινώς δεν θέλουμε τους ροκ σταρ μας σχεδόν μεσήλικες (ή σχεδόν σαραντάρηδες που μοιάζουν με σχεδόν μεσήλικες-ακόμη χειρότερα δηλαδή) με μπάκα και καράφλα, ούτε τους θέλουμε «δουλευταράδες» – το γιαπί, το πιλοφόρι, το μυστρί κάνει τους άντρες, όχι τους ρόκερς. Δεν τους θέλουμε, δηλαδή, ούτε σαν τους Mechanimal ούτε σαν τους Future Islands, δηλαδή σαν τον Samuel T. Herring – γιατί αυτός είναι οι Future Islands.

Η χθεσινή, τρίτη και πιο πανηγυρική μέχρι στιγμής εμφάνιση των Future Islands στην Αθήνα (και η νιοστή των Mechanimal, που μόλις κυκλοφόρησαν τον δεύτερο δίσκο τους, τον οποίο δεν έχω προλάβει ακόμη να ακούσω αρκετές φορές για να τελεσιδικήσω σχετικά με το αν μου αρέσει το ίδιο ή λιγότερο από το σχεδόν αψεγάδιαστο ομώνυμο ντεμπούτο τους, τον δεύτερο καλύτερο δίσκο του 2012) εμένα τουλάχιστον δε μου άλλαξε τα μυαλά.

Ακόμη και η επίφαση αυτοκαταστροφικότητας θα μου φαίνεται για πάντα βαθιά μέσα μου πολύ πιο δελεαστική (κάτι σαν φαιδρό, το ομολογώ, χάρισμα) από την τιμιότητα εκείνου που επί σκηνής «ιδρώνει τη φανέλα», μη μπορώντας να κρύψει το ότι μακαρίζει την τύχη του που βρίσκεται εκεί και ότι πιστεύει, στ’ αλήθεια το πιστεύει, πως μας χρωστάει εκείνος και όχι εμείς που τον ανακαλύψαμε (κάλλιο αργά παρά ποτέ, εν προκειμένω) και ξοδεύουμε τα ωραία μας λεφτάκια και τον πολύτιμο μας χρόνο για να τον παρακολουθήσουμε να κάνει το κομμάτι του.

Μπορεί, λοιπόν, να μου πει κάποιος γιατί ξέρω σήμερα ότι είδα χθες τη συναυλία της χρονιάς; Θα το εκτιμήσω. Σοβαρά.

 

Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος