Categories: ΒΙΒΛΙΟ

Όταν η Patti Smith και ο Robert Mapplethorpe μετακόμισαν στο Chelsea Hotel

Είμαι σε διάθεση Μάικ Χάμερ, καπνίζω Kools και διαβάζω φτηνά αστυνομικά καθισμένη στο λόμπι ενώ περιμένω τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Μπαίνει ντυμένος στην πένα, με μαύρη καμπαρντίνα, γκρίζο κοστούμι και γραβάτα. Κάθομαι για λίγες ώρες στο πόστο μου γράφοντας ποιήματα. Εκείνος βγαίνει τρεκλίζοντας από το El Quixote, ελαφρά μεθυσμένος και αναμαλλιασμένος. Του ισιώνω τη γραβάτα και κάνω νόημα σε ένα ταξί. Είναι η άρρητη ρουτίνα μας.

Στα ενδιάμεσα καταγράφω τη δράση γύρω μου. Παρατηρώ την κίνηση στο λόμπι, που οι τοίχοι του είναι γεμάτοι με άθλια έργα τέχνης· μεγάλοι, κραυγαλέοι πίνακες, που τους έχουν αφήσει ενέχυρο στον Στάνλεϊ Μπαρντ ένοικοι που δεν είχαν να πληρώσουν. Το ξενοδοχείο είναι ένα πολύβουο, απελπισμένο καταφύγιο για ένα σωρό προικισμένα παιδιά που ψωνίζονται και προέρχονται από κάθε σκαλί της κοινωνικής κλίμακας. Περιπλανώμενοι κιθαρωδοί και μαστουρωμένες καλλονές με βικτοριανά φορέματα. Ηρωινομανείς ποιητές, θεατρικοί συγγραφείς, ξεπεσμένοι σκηνοθέτες και Γάλλοι ηθοποιοί. Όποιος περνάει από εδώ είναι κάποιος, ακόμη κι αν στον έξω κόσμο είναι ένα τίποτα.

Το ασανσέρ κινείται αργά. Βγαίνω στον έβδομο όροφο για να δω αν ο Χάρι Σμιθ είναι κάπου τριγύρω. Ακουμπάω το χέρι μου στο πόμολο, αλλά νιώθω μόνο τη σιωπή. Οι κίτρινοι τοίχοι θυμίζουν δημόσια υπηρεσία, κάτι ανάμεσα σε γυμνάσιο και σε φυλακή. Χρησιμοποιώ τις σκάλες και επιστρέφω στο δωμάτιό μας. Κατουράω στο μπάνιο του χολ, το οποίο μοιραζόμαστε με άγνωστους συγκρατούμενους. Ξεκλειδώνω την πόρτα του δωματίου μας. Κανένα ίχνος του Ρόμπερτ, εκτός από ένα σημείωμα στον καθρέφτη. Πήγα στη μεγάλη 42η οδό. Σ’ αγαπώ, Μπλου. Βλέπω ότι έχει τακτοποιήσει τα πράγματά του. Τα αντρικά περιοδικά σε μια στοίβα. Το συρματόπλεγμα τυλιγμένο και τα σπρέι βαλμένα σε μια σειρά κάτω από το νεροχύτη.

Ανάβω το ηλεκτρικό μάτι για το μαγείρεμα. Παίρνω λίγο νερό από τη βρύση. Πρέπει να το αφήνεις να τρέξει λίγο, γιατί είναι καφετί. Είναι μόνο μέταλλα και σκουριά, έτσι λέει ο Χάρι. Τα πράγματά μου είναι στο κάτω συρτάρι. Κάρτες ταρό, μεταξωτές κορδέλες, ένα κουτί Nescafé και η κούπα μου – ένα ενθύμιο από την παιδική ηλικία με το πορτρέτο τού θείου Γουίγκιλι, του κουνελιού-τζέντλεμαν. Βγάζω τη Ρέμινγκτον από το κρεβάτι μου, ρυθμίζω την ταινία και βάζω ένα καινούργιο φύλλο χαρτί. Έχω πολλά να γράψω.

O Ρόμπερτ κάθισε σε μια καρέκλα κάτω από έναν ασπρόμαυρο πίνακα του Λάρι Ρίβερς. Ήταν κάτωχρος. Γονάτισα και του έπιασα το χέρι. ο άγγελος της μορφίνης μου είχε πει ότι κάποιες φορές μπορούσες να πιάσεις δωμάτιο στο ξενοδοχείο Chelsea και να πληρώσεις το νοίκι σου με έργα τέχνης. Πρόθεσή μου ήταν να προσφέρω τα έργα μας. Πίστευα ότι οι πίνακες που είχα δημιουργήσει στο Παρίσι είχαν δύναμη και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι τα έργα του Ρόμπερτ ήταν καλύτερα απ’ ό,τι άλλο ήταν κρεμασμένο στους τοίχους του λόμπι. Το πρώτο εμπόδιο που έπρεπε να υπερπηδήσω ήταν ο Στάνλεϊ Μπαρντ, ο διευθυντής του ξενοδοχείου.

Μπήκα στο γραφείο του αποφασισμένη να εκθειάσω τις αρετές μας. Μου έκανε νόημα να ξαναβγώ έξω ενώ συνέχιζε ένα τηλεφώνημα που έμοιαζε ατελείωτο. Γύρισα και κάθισα στο πάτωμα δίπλα στον Ρόμπερτ, ζυγίζοντας σιωπηλά την κατάσταση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας ο Χάρι Σμιθ, λες και ξεκόλλησε από τον τοίχο. Είχε ανάκατα ψαρά μαλλιά, μπερδεμένη γενειάδα και με κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν από περιέργεια, μεγεθυσμένα από ένα ζευγάρι γυαλιά σαν αυτά που φορούσε ο Μπάντι Χόλι. Μας βομβάρδισε με μια σειρά απανωτές ερωτήσεις, στις οποίες δεν προλάβαινα να απαντήσω: «Ποιοι είστε; Έχετε χρήματα; Είστε δίδυμα αδέρφια; Γιατί έχεις δεμένη αυτή την κορδέλα στον καρπό σου;»

Ο ίδιος περίμενε τη φίλη του Πέγκι Μπάιντερμαν, με την προσδοκία ότι θα τον κερνούσε ένα γεύμα. Παρότι στενοχωρημένος με τις δικές του δυσκολίες, φάνηκε να αντιμετωπίζει τα δεινά μας με συμπόνια και έσκυψε αμέσως πάνω από τον Ρόμπερτ, που δεν μπορούσε καλά καλά να ανακαθίσει.

Στάθηκε μπροστά μας, ελαφρώς καμπούρης, με το ξεφτισμένο τουΐντ σακάκι του, το στρατιωτικό παντελόνι, τα σουέντ μποτάκια του και το κεφάλι του ανασηκωμένο προς τα πάνω σαν πανέξυπνο λαγωνικό. Αν και δεν είχε πατήσει ακόμα τα σαράντα πέντε, ήταν σαν γέρος με αδιάπτωτο παιδικό ενθουσιασμό. Ο Χάρι απολάμβανε το σεβασμό για την Ανθολογία της αμερικανικής φολκ μουσικής την οποία είχε επιμεληθεί και η οποία είχε επηρεάσει τους πάντες, από τον πιο άγνωστο κιθαρίστα μέχρι τον Μπομπ Ντίλαν. Ο Ρόμπερτ ήταν πολύ άρρωστος για να μιλήσει, οπότε ο Χάρι κι εγώ συζητήσαμε για τη μουσική των Απαλλαχίων ενόσω περίμενα να με δεχτεί ο κύριος Μπαρντ. Ο Χάρι ανέφερε ότι γύριζε μια ταινία εμπνευσμένη από τον Μπέρτολντ Μπρεχτ κι εγώ απήγγειλα για χάρη του μερικούς στίχους από το «Pirate Jenny». Αυτό επισφράγισε τη σχέση μας, αν και φάνηκε λιγάκι απογοητευμένος που δεν είχαμε χρήματα. Με ακολούθησε στο λόμπι ρωτώντας με:

«Είστε σίγουροι ότι δεν είστε πλούσιοι;»
«Οι Σμιθ δεν ήμασταν ποτέ πλούσιοι», είπα.
Φάνηκε να ξαφνιάζεται:
«Είσαι σίγουρη ότι το επίθετό σου είναι Σμιθ;»
«Ναι», είπα, «και είμαι ακόμη πιο σίγουρη ότι είμαστε συγγενείς».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κάποια στιγμή πήρα την έγκριση να ξαναμπώ στο γραφείο του κυρίου Μπαρντ. Αυτή τη φορά ακολούθησα πιο θετική προσέγγιση. του είπα ότι όπου να ’ταν θα έπαιρνα μια προκαταβολή από τον εργοδότη μου, αλλά ήμουν διατεθειμένη να προσφέρω εργασία που θα άξιζε πολύ περισσότερο από τα χρήματα του ενοικίου. Έπλεξα το εγκώμιο του Ρόμπερτ και κατέθεσα τα ντοσιέ με τα έργα μας ως ενέχυρο. Ο Μπαρντ φάνηκε σκεφτικός, αλλά μου παραχώρησε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Δεν ξέρω αν η προοπτική τού να δει τα έργα μας σήμαινε οτιδήποτε για εκείνον, αλλά φάνηκε εντυπωσιασμένος από την έκκλησή μου για δουλειά. Δώσαμε τα χέρια και πήρα το κλειδί. Δωμάτιο 1017. Η διαμονή στο ξενοδοχείο Chelsea κόστιζε πενήντα πέντε δολάρια την εβδομάδα.

Εν τω μεταξύ είχε φτάσει η Πέγκι και οι δυο τους με βοήθησαν να ανεβάσω τον Ρόμπερτ στο δωμάτιο. Ξεκλείδωσα την πόρτα. Το δωμάτιο 1017 ήταν διάσημο επειδή ήταν το μικρότερο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ένας χώρος βαμμένος σε ανοιχτό γαλάζιο, με ένα λευκό μεταλλικό κρεβάτι στρωμένο με κρεμ χνουδωτό κάλυμμα. Είχε νεροχύτη και καθρέφτη, μια μικρή συρταριέρα και μια φορητή ασπρόμαυρη τηλεόραση στο κέντρο ενός μεγάλου ξεθωριασμένου σεμέν. Ο Ρόμπερτ κι εγώ δεν είχαμε ποτέ τηλεόραση και τη βλέπαμε μπροστά μας, ένα φουτουριστικό αλλά περιττό φετίχ, με το καλώδιο του ρεύματος να κρέμεται άπραγο σε ολόκληρο το διάστημα της διαμονής μας.

Στο ξενοδοχείο υπήρχε ένας γιατρός και η Πέγκι μου είπε σε ποιο δωμάτιο έμενε. Είχαμε καθαρό δωμάτιο και κάποιου είδους βοήθεια. το πιο βασικό, είχαμε ένα μέρος για την ανάρρωση του Ρόμπερτ. Είχαμε φτάσει σε ασφαλές έδαφος.

Κάποια στιγμή ο γιατρός ήρθε κι εγώ βγήκα να περιμένω στο διάδρομο. το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό για τους τρεις μας και δεν άντεχα να δω τον Ρόμπερτ να κάνει ένεση. Ο γιατρός του χορήγησε μια ισχυρή δόση τετρακυκλίνης, έγραψε μερικές συνταγές και συνέστησε και σ’ εμένα να κάνω εξετάσεις. Ο Ρόμπερτ ήταν υποσιτισμένος και υπέφερε από υψηλό πυρετό, ουλίτιδα, απόφραξη φρονιμίτη και βλεννόρροια. Έπρεπε και οι δύο να κάνουμε ενέσεις και να δηλώσουμε ότι είχαμε μεταδοτικό νόσημα. ο γιατρός μου είπε ότι μπορούσα να τον πληρώσω κάποια άλλη στιγμή.

Δεν μου άρεσε καθόλου η πιθανότητα να έχω κολλήσει αφροδίσιο μέσω κάποιου αγνώστου. Δεν είχε σχέση με τη ζήλια· ήταν περισσότερο ότι ένιωθα βρώμικη. Όλα τα γραπτά του Ζαν Ζενέ που είχα διαβάσει εξέπεμπαν ένα αίσθημα αγιότητας, που όμως δεν περιλάμβανε τη βλεννόρροια. Η φοβία μου για τις βελόνες έκανε τα πράγματα χειρότερα, καθώς ο γιατρός μίλησε για μια σειρά ενέσεις. Όμως έπρεπε να αφήσω στην άκρη τις αμφιβολίες μου. Η πρώτη μου έγνοια ήταν η υγεία του Ρόμπερτ και ήταν πολύ άρρωστος για να αντέξει οποιονδήποτε συναισθηματικό εξάψαλμο.

Κάθισα δίπλα του σιωπηλή. Πόσο αλλιώτικο έμοιαζε το φως στο ξενοδοχείο Chelsea έτσι όπως έπεφτε πάνω στα λιγοστά μας υπάρχοντα· δεν ήταν φυσικό φως, πλημμύριζε το δωμάτιο από το φωτιστικό που υπήρχε στο ταβάνι, δυνατό και ανελέητο και, παρ’ όλα αυτά, γεμάτο από μια μοναδική ενέργεια. Ο Ρόμπερτ είχε βολευτεί στο κρεβάτι. του είπα να μην ανησυχεί και του υποσχέθηκα ότι θα ξαναγυρνούσα σύντομα. Έπρεπε να είμαι μαζί του. Είχαμε δώσει όρκο. Αυτό σήμαινε ότι δεν ήμαστε μόνοι.

Βγήκα από το ξενοδοχείο και στάθηκα μπροστά στην αναμνηστική πλακέτα προς τιμήν του ποιητή Ντίλαν Τόμας. Το ίδιο κιόλας πρωί είχαμε δραπετεύσει από την καταθλιπτική ατμόσφαιρα του ξενοδοχείου Allerton και είχαμε πια ένα μικρό αλλά καθαρό δωμάτιο σε ένα από τα πιο ιστορικά ξενοδοχεία της νέας Υόρκης. Έκανα μια κατόπτευση των πέριξ. Το 1969 η Εικοστή Τρίτη οδός, ανάμεσα στην Έβδομη και στην Όγδοη λεωφόρο, εξακολουθούσε να έχει μια αύρα που σε μετέφερε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Πέρασα από ένα κατάστημα με σύνεργα ψαρέματος, ένα άλλο με μεταχειρισμένους δίσκους τζαζ από το Παρίσι που μόλις διακρίνονταν πίσω από τη σκονισμένη βιτρίνα, ένα μεγάλο κατάστημα με αυτόματους πωλητές τροφίμων και το μπαρ Oasis, με μια φωτεινή πινακίδα σε σχήμα φοινικόδεντρου. Στο απέναντι πεζοδρόμιο υπήρχε ένα υποκατάστημα της δημόσιας βιβλιοθήκης δίπλα σε ένα μεγάλο κτίριο της YMCA.

Κατευθύνθηκα προς τα ανατολικά, έστριψα στην Πέμπτη λεωφόρο και περπάτησα προς το Άνω Μανχάταν με κατεύθυνση το Scribner’s στην Τεσσαρακοστή Όγδοη οδό. Αν και είχα πάρει άδεια άνευ αποδοχών, πίστευα ότι θα με ξαναδέχονταν. Επέστρεφα με μισή καρδιά αλλά, με δεδομένη την κατάστασή μας, το Scribner’s ήταν πραγματική σωτηρία. Οι εργοδότες μου με υποδέχθηκαν με καλοσύνη και κατέβηκα στο υπόγειο, όπου με κέρασαν καφέ με κουλουράκια και εγώ τους διασκέδασα με ιστορίες από τη ζωή στους δρόμους του Παρισιού, τονίζοντας τις αστείες στιγμές και τις ατυχίες μου· έτσι, κατάφερα να πάρω πίσω τη δουλειά μου. Μου έδωσαν μια προκαταβολή για τα άμεσα έξοδα και το νοίκι μιας βδομάδας σαν μπόνους, κάτι που εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον κύριο Μπαρντ. Δεν είχε κοιτάξει ακόμα τα έργα μας, αλλά είχε κρατήσει τα ντοσιέ για μελλοντική εκτίμηση, οπότε υπήρχε ακόμα ελπίδα.

Πήγα στον Ρόμπερτ λίγο φαγητό. Ήταν η πρώτη φορά που τρώγαμε μετά την επιστροφή μου. Του διηγήθηκα τις επαφές μου με τους ανθρώπους του Scribner’s και τον Μπαρντ. Νιώσαμε έκπληκτοι από το πόσα είχαν συμβεί και ξαναθυμηθήκαμε τη μικρή μας οδύσσεια, που μας είχε οδηγήσει από την καταστροφή στη γαλήνη. Έπειτα έμεινε σιωπηλός. Ήξερα τι σκεφτόταν. Δεν είπε ότι λυπόταν, αλλά ήξερα ότι έτσι ένιωθε. Ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο μου και αναρωτήθηκε αν θα ήταν καλύτερα για μένα να μην είχα επιστρέψει. Όμως είχα επιστρέψει. τελικά ήμαστε πολύ καλύτερα μαζί.

Ήξερα πώς να τον φροντίσω. Ήξερα να περιθάλπω έναν ασθενή, να ρίχνω τον πυρετό του· το είχα μάθει από τη μητέρα μου. Κάθισα στο πλάι του καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. Ήμουν κουρασμένη. η επιστροφή μου είχε πάρει δύσκολη τροπή, αλλά τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα και δεν λυπόμουν καθόλου. Ήμουν ενθουσιασμένη. Καθόμουν και τον άκουγα να αναπνέει ενώ η αδύναμη λάμψη από το μικρό φωτάκι ασφαλείας έλουζε το μαξιλάρι του. Ένιωθα τη δύναμη της ταύτισης και του κοινού σκοπού στο σιωπηλό, κοιμισμένο ξενοδοχείο. Δύο χρόνια πριν με είχε σώσει εκείνος, όταν είχε εμφανιστεί ξαφνικά στο πάρκο της πλατείας τόμπκινς. Αυτή τη φορά τον είχα σώσει εγώ. Υπό μία έννοια ήμαστε πάτσι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λίγες μέρες αργότερα πήγα στην οδό Κλίντον για να κλείσω τους λογαριασμούς μας με τον Τζίμι Ουάσινγκτον, τον πρώην επιστάτη μας. Ανέβηκα για μια τελευταία φορά τα βαριά πέτρινα σκαλιά. Ήξερα ότι δεν θα ξαναγύριζα στο Μπρούκλιν. Στάθηκα έξω από την πόρτα του για μια στιγμή και ετοιμάστηκα να χτυπήσω. Άκουσα το «Devil in a Blue Dress» να παίζει στο εσωτερικό και τον Τζίμι Ουάσινγκτον να μιλάει με την κυρία του. Άνοιξε αργά την πόρτα και, όταν με είδε, ξαφνιάστηκε. Είχε μαζέψει τα πράγματα του Ρόμπερτ, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι τα περισσότερα από τα δικά μου του άρεσαν. Μπαίνοντας στο χολ μου ήρθε να βάλω τα γέλια. Είδα τις γαλάζιες μάρκες του πόκερ μου στο ανοιχτό κουτί τους, το ιστιοφόρο με τα χειροποίητα πανιά και την κακόγουστη γύψινη ινφάντα τοποθετημένα προσεκτικά πάνω στο γείσο του τζακιού του. Η μεξικάνικη εσάρπα μου ήταν ριγμένη πάνω στη μεγάλη ξύλινη πολυθρόνα γραφείου που είχα κουραστεί για να την τρίψω με γυαλόχαρτο και να τη βάψω με λευκή λαδομπογιά. Την έλεγα η «καρέκλα Τζάκσον Πόλοκ», γιατί έμοιαζε με μια πολυθρόνα κήπου που είχα δει σε μια φωτογραφία από το αγρόκτημα του ζεύγους Πόλοκ-Κράσνερ στο Σπρινγκς.

«Τα φρόντιζα για να τα ξαναβρείς», είπε κάπως δειλά. «Δεν ήμουν σίγουρος αν θα γυρίζατε».
του χαμογέλασα. Έφτιαξε λίγο καφέ και αρχίσαμε τα παζάρια: του χρωστούσα το νοίκι τριών μηνών, σύνολο εκατόν ογδόντα δολάρια. Μπορούσε να κρατήσει την εγγύηση των εξήντα δολαρίων και τα πράγματά μου και θα ήμαστε πάτσι. Είχε πακετάρει τα βιβλία και τους δίσκους. Πάνω πάνω στη στοίβα με τα άλμπουμ διέκρινα το Nashville Skyline. Μου το είχε χαρίσει ο Ρόμπερτ πριν πάω στο Παρίσι και έπαιζα το «Lay Lady Lay» ξανά και ξανά. Μάζεψα τα σημειωματάριά μου και ανάμεσά τους βρήκα το αντίτυπο της Άριελ της Σίλβια Πλαθ που μου είχε φέρει ο Ρόμπερτ όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Ένιωσα μια σύντομη σουβλιά πόνου στην καρδιά μου, γιατί ήξερα ότι αυτή η αθώα φάση της ζωής μας είχε κλείσει για πάντα. Γλίστρησα στην τσέπη μου ένα φάκελο με ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Γυναίκα 1 που είχα τραβήξει στο Μουσείο Μοντέρνας τέχνης, αλλά άφησα πίσω μου τις αποτυχημένες απόπειρες να ζωγραφίσω το πορτρέτο της, όπως και κυλίνδρους από καμβά με κεχριμπαρένιες, πράσινες και ροζ ανταύγειες, ενθύμια χαμένων φιλοδοξιών. Ένιωθα πολύ περίεργη για το μέλλον μου ώστε να κοιτάξω πίσω.

Καθώς έφευγα είδα έναν από τους πίνακές μου κρεμασμένο στον τοίχο. Μπορεί να μην τον πήρε ο Μπαρντ, αλλά τον πήρε τουλάχιστον ο Τζίμι Ουάσινγκτον. Αποχαιρέτησα τα πράγματά μου. Ταίριαζαν περισσότερο στο Μπρούκλιν και σ’ εκείνον. Υπάρχουν πάντα καινούργια πράγματα στο δρόμο μας· αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

...και η είσοδος-wall of fame (φωτογραφίες: Θεοδόσης Μίχος)
Το «φορτωμένο» με έργα τέχνης λόμπι του Chelsea Hotel.
H ξακουστή σκάλα του Chelsea...

Δείτε τις φωτογραφίες από την επίσκεψη του Θεοδόση Μίχου στο Chelsea, λίγa χρόνια πριν  από την πώληση του ξενοδοχείου. Σήμερα το Chelsea παραμένει κλειστό ενώ η αμφιβόλου αισθητικής ανακαίνισή του προχωράει με πολύ αργούς ρυθμούς μιας και οι μόνιμοι ένοικοι δεν το βάζουν κάτω. Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πότε θα ανοίξει και πάλι τις πόρτες του…


To βραβευμένο βιβλίο Just Kids της Patti Smith κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Πάτι και Ρόμπερτ» από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά.
POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA