Categories: ΘΕΑΤΡΟ

Ως πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για χάρη της Αγάπης;

«Υπάρχει ένα πρόσωπο κάτω απ’ αυτή τη μάσκα», λέει κάποια στιγμή ο μυστηριώδης ήρωας του V for Vendetta, «αλλά δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι πια η σάρκα πίσω απ’ αυτή τη μάσκα, ούτε και τα κόκαλα από κάτω». Στη χρωματιστή νουβέλα του Allan Moore, ο ανώνυμος αναρχικός με τη μάσκα του Guy Fawkes μηδενίζει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του, παραδίδοντάς την σε κάτι ανώτερο: «κάτω απ’ αυτή τη μάσκα υπάρχει μια ιδέα, κι οι ιδέες είναι αλεξίσφαιρες». Αυτή του η ταύτιση με κάτι πέρα και πάνω από τον εαυτό του, τού επιτρέπει να μετατραπεί κι ο ίδιος σε κάτι πέρα και πάνω από τον εαυτό του. Τον μεταμορφώνει στην ζωντανή, περιπατούσα κι ομιλούσα ενσάρκωση της μεγάλης ιδέας του, του ιδανικού του. Και τα ιδανικά, εκτός από αλεξίσφαιρα, είναι κι αθάνατα. Άφθαρτα, άπιαστα και αιώνια.

Αυτό το παιχνίδισμα με τις έννοιες της ταυτότητας στις σελίδες του Moore, μπορείς να πεις ότι πηγαίνει σ’ ένα άλλο επίπεδο το γνωμικό του Oscar Wilde, για το πώς αν φορέσεις σε κάποιον μια μάσκα, θα δεις το αληθινό του πρόσωπο. Αν η μόνη ουσιώδης αλήθεια σ’ έναν άνθρωπο, η μόνη πραγματική πηγή της δύναμής του να ξυπνάει κάθε μέρα και να τη βλέπει να χάνεται κάθε που πέφτει η νύχτα, αν το μόνο του κίνητρο να αντέχει το πέρασμα του χρόνου είναι το ιδανικό που ο κάθε άνθρωπος ενσαρκώνει, τότε ναι, αν του φορέσεις τη μάσκα με το φορτίο που της δίνει ο Moore, πράγματι αυτό που θα δείς θα είναι το αληθινό του πρόσωπο. Στην πιο καθάρη και ωμή του μορφή, αυτό το ένα πράγμα για το οποίο (πιστεύει πως) αξίζει να ζει, κι αυτό που θα τον κάνει να ζήσει αιώνια.


Το Μένγκελε του Θανάση Τριαρίδη, είναι κι αυτό ένα κείμενο που μιλάει για μάσκες. Εκεί που εστιάζει όμως, είναι στο τι βρίσκεται από κάτω, όταν αναγκαστείς να τη βγάλεις. Αφού έχεις ταυτιστεί μαζί της βέβαια.

Στην παράσταση που σκηνοθετεί – ή καλύτερα, χορογραφεί – με εξαιρετική οικονομία κι ευστοχία ο Κώστας Φιλίππογλου, εκμεταλλευόμενος στο πλήρες εύρος της τη σκηνή του θεάτρου Θησείον, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Μυρτώ Αλικάκη ενσαρκώνουν με σπουδαία ερμηνευτική ευελιξία στις επαναληπτικές στροφές του κειμένου, δυο άγνωστους που συναντιούνται στο κουπέ ενός νυχτερινού τρένου: εκείνος ένας δημόσιος υπάλληλος που ταξιδεύει για τη δουλειά του, εκείνη μια φέρελπις πανεπιστημιακός που ταξιδεύει για να ολοκληρώσει το διδακτορικό της.

Το αμήχανο κουβεντολόι τους θα κατατασσόταν στην τυπική αβρότητα μεταξύ αγνώστων, αν δεν υπήρχε αυτή η υπόνοια επιμονής της γυναίκας να προσεγγίσει τον άντρα, κι η ψυχρή του αυστηρότητα ίσως να ξέκοβε τις προσπάθειες, αν δεν συνέβαινε εκείνο το απότομο σταμάτημα του τρένου και η διακοπή του ρεύματος. Για να ξεπεράσουν τη νευρικότητά τους, θα παίξουν ένα παιδικό παιχνίδι ρόλων, εμπνευσμένο απ’ τη διατριβή της κοπέλας σε μια όχι ιδιαίτερα ευχάριστη προσωπικότητα της ιστορίας: εκείνος θα υποδυθεί τον Γιόζεφ Μένγκελε, τον διεστραμένο εμπνευστή των γενετικών πειραμάτων των Ναζί κι επίκεντρο των κόπων της κοπέλας, κι εκείνη την Εσθήρ, την εγγονή ενός θύματος του τρελού επιστήμονα και καρπό του ονείρου της ζωής του. Μήπως όμως και οι δυο τους είναι πολύ πιο κοντά στα πρόσωπα που υποδύονται, παρά σ’ αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι;

Ο Γιόζεφ Μένγκελε, μυστηριώδης (και ως εκ τούτου σαγηνευτικός) στη φρικαλεότητά του, είναι μια φιγούρα που, όπως αναφέρεται στις σημειώσεις της παράστασης, έχει απασχολήσει επί μακρόν τον Θανάση Τριαρίδη. Και δεν ξέρω αν ο συγγραφέας είναι αθεράπευτος ανθρωπιστής, αν στο μανιχαϊστικό δίπολο πιάνει πεισματικά το πόστο της a priori καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης, ή αν ψάχνει πάντα να βρει ένα αγαθό αλλά παρεξηγημένο κίνητρο σε όλες τις παραστρατημένες ψυχές, όμως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος που μεταχειρίζεται τον αντί-ήρωά του.

Το παιχνίδισμα στα ύφη, στις στροφές του σεναρίου και στις εναλλαγές των ρόλων που τυλίγουν τους δυο ήρωες, καθώς βυθίζονται στην ολοένα κλιμακούμενης έντασης περιδίνηση του παιχνιδιού στο οποίο υποβάλουν εαυτούς, δίνει στον συγγραφέα την ευχέρεια να ζωντανέψει το έργο του στον παλμό από διάφορα αφηγηματικά είδη. Το κατά βάση αστυνομικό μυστήριο με τις ολίγον από επιστημονική φαντασία νότες, είναι αυτό που λειτουργεί ως βασικός καταλύτης στην πλοκή, ενώ οι ιστορικές αναφορές δίνουν μια ιδιαίτερη κοινωνική οξύτητα, κι η δραματική σύνθεση κι απογύμνωση των ηρώων παρέχουν μια κοφτερή ματιά στην βαρβαρότητα της ανθρώπινης ψυχής, ιδανικό υλικό για να εξασφαλίσει την τραχύτητα των διαλόγων και των συναισθημάτων του. Στην βαθιά ουσία του όμως, το έργο του Τριαρίδη δεν είναι παρά μια ιστορία αγάπης. Και μάλιστα, η πιο αγνή απ’ όλες: θα γίνω για ‘σένα το παν.

Κάτω και πίσω απ’ τα μεταφυσικά τερτίπια που επιστρατεύει ο Τριαρίδης για να πηδήξει μπρος και πίσω στους αιώνες δανειζόμενος στοιχεία απ’ τον μύθο του Φράνκενσταϊν, στον συμπυκνωμένο χρόνο του θεατρικού και στον πεπιεσμένο χώρο του, στις λίγες ώρες που περνά μαζί της σ’ ένα κουπέ ενός τρένου, ο άντρας αγγίζει το ιδανικό του και γίνεται αθάνατος. Μεταμορφώνεται στην ενσάρκωση της αγάπης δίχως συμβιβασμούς, ενσωματώνοντας τον εαυτό του στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου της γυναίκας. Ταυτίζεται με την αρρωστημένη γοητεία που ασκεί πάνω της η φιγούρα που μελετά, και πόσοι άντρες δεν το κάνουν; Αυτάρεσκο γιάπη θέλει αυτή; Αυτάρεσκος γιάπης θα ντυθώ. Χίπστερ με γιαλούμπες; Αυτός θα γίνω. Θα πάω και γυμναστήριο, και κόβω και μουστάκι. «Αν είσαι, είμαι» τής λέει συνεχώς, και δεν θέλεις πολύ να καταλάβεις ότι αυτός το εννοεί ως κάτι πολύ βαθύτερο από παιδιάστικο παιχνίδι.

«Ό,τι έκανα το έκανα από αγάπη» λέει ο (αντι)ήρωάς του, κι ο άγνωστος άντρας του κουπέ (που θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να ήταν η άγνωστη γυναίκα του κουπέ), ακολουθεί τυφλά, σαν τις γραμμές του τρένου, την πορεία προς την ταύτιση μ’ αυτό που θέλει ο Άλλος να δει στο πρόσωπό του. Όσο ανατριχιαστική κι αν ακούγεται η σύλληψη, το κείμενο του Τριαρίδη ανατέμνει με φαντασία και τόλμη, αυτήν ακριβώς την εκδοχή: ως πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για χάρη της Αγάπης; «Αφιέρωσα τον εαυτό μου στην Αγάπη, *είμαι* η Αγάπη» λέει πια ο Μένγκελε, κι ο Τριαρίδης δίνει πειστικά στην σκοτεινή αποκρουστική μορφή του τέρατος, την σχεδόν αξιοζήλευτη εικόνα του απόλυτου ρομαντικού. Απόλυτα παραδομένος, ο ήρωας μπροστά στα μάτια μας κι επί σκηνής, μεταμορφώνεται στο ξένο πάθος, ακόμη κι αν αυτό είναι η Φρίκη. Στην έννοια της Αγάπης ως του απόλυτου ετεροπροσδιορισμού. Το απόλυτο χάσιμο του εαυτού μέσα στον Άλλο.

Με άλλα λόγια, η απόλυτη καταστροφή. 

Γιατί το πιο μοιραίο, είναι το ερώτημα που αφήνει ο Τριαρίδης στον θεατή. «Αν Είσαι, Είμαι», λέει το παιχνίδι του. Αν πάψεις να είσαι όμως;


Το Μένγκελε, του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου, με τους Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Μυρτώ Αλικάκη, σε σκηνική επιμέλεια της Όλγας Μπρούμα, φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα και μουσική του Δημήτρη Γιαγουμάκη, θα παίζεται στο θέατρο Θησείο (Τουρναβίτου 7,Ψυρρή, 210 32 55 444) κάθε Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη μέχρι τις 3 Νοεμβρίου.
Ιωσήφ Πρωϊμάκης

Share
Published by
Ιωσήφ Πρωϊμάκης