Categories: ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Nick Cave και ο Warren Ellis γράφουν παρέα το Carnage, ένα άλμπουμ έκπληξη στην εποχή της πανδημίας

«That kingdom in the sky», αυτό το βασίλειο των ουρανών, χρόνια το αναζητάει ο Nick Cave στο έργο του. Τώρα πια, περισσότερο από ποτέ, γνωρίζει ότι είναι εκεί – για τους καλούς και τους κακούς. Όλοι εκεί θα κριθούμε. Και ο χρόνος για κανέναν δεν αργεί. Ούτε καν για τον ίδιο. 

Κάπως έτσι, με το κοφτερό, σαν λάμα φρεσκοακονισμένου ηλεκτρικού μαχαιριού, Hand of God ξεκινά και ανάλογες στάσεις κάνει, το συγκλονιστικό Carnage. Άλμπουμ-έκπληξη που δεν περίμενε κανείς, δημιουργία δύο ξεχωριστών μυαλών που τείνουν να γίνουν ένα: Nick Cave και Warren Ellis ή το αντίστροφο, το σκοτάδι και το φως μαζί. Σε κατάσταση πανδημίας, σε ατμόσφαιρα καραντίνας, ο ένας στο Παρίσι, ο άλλος στο Μπράιτον, παραδίδουν 40 λεπτά που σε παρασύρουν για μέρες στη συγκινητική έξαρση και τον τραχύ λυρισμό τους. Δύο δημιουργοί, ο ένας συμπλήρωμα του άλλου και πέρα από τους λοιπούς Bad Seeds, χρόνια τώρα το ξέρουμε, είχε φανεί στις τόσες εξαιρετικές συμπράξεις τους στα σάουντρακ της μεγάλης οθόνης και στις θεατρικές σκηνές. Αλλά είναι εδώ, σε αυτό το απόλυτα προσωπικό έργο, στρόβιλο πραγματικό, που οι ανάσες τους ενώνονται και εκτοξεύουν μία λάβα στίχων και ήχων, αγριότητας και τρυφερότητας, ροκ και γκόσπελ και ambient, μελωδίας και ηλεκτρισμού και χορωδιακών εκρήξεων μαζί. Αν οι στίχοι του Nick Cave –και μόνον εκείνου, φυσικά– χορεύουν συχνά ανεξέλεγκτα ανάμεσα στην αγάπη και την απόγνωση, τη ζωή και το θάνατο, το θυμό και την τιμωρία, τη μελαγχολία και την αγωνία, το αίμα και το πνεύμα, τον Θεό και τον διάβολο, και τώρα βάζουν στη δίνη τους την απομόνωση, τις αναμνήσεις και τον πόνο, είναι αυτή η μουσική του ντουέτου –και, θεωρώ, του Ellis καταρχήν– που τους εκσφενδονίζει πέρα από την άκρη της Γης. Και φυσικά, η τρομερή, όπως πάντα, ερμηνεία –του Cave, φυσικά.

Χαμένος, εδώ και πεντέμισι χρόνια, ανάμεσα στα μονοπάτια της απέραντης θλίψης και μιας φρούδας ελπίδας, ο Nick Cave μπορεί να αναγνωρίζει τη μορφή του στον καθρέφτη αλλά όχι πια και τον άνθρωπο από μέσα, όπως ο ίδιος λέει… Όταν χάνεις το πιο πολύτιμο δημιούργημά σου, η τραγωδία σε συντρίβει. Και διέξοδος από την απώλεια δεν υπάρχει.

Όμως είναι η τέχνη του που τον βοηθάει ίσως τώρα πιο πολύ από ποτέ να αντέχει τον πόνο για τον γιο του και είναι και η ριμάδα η αγάπη που δεν λιώνει ποτέ -« Look over there! Look over there! / The sun, a barefoot child with fire in his hair / And then a sudden sun explodes!/ It was you, it was you and only you / And it’s only love»- γράφει στο ομώνυμο του άλμπουμ κομμάτι, «Carnage». Τόση τρυφερότητα κάτω από έναν τόσο άγριο τίτλο, «μακελειό» για να δηλώσει μία στα δύο σφαγμένη καρδιά. Πώς μα πώς να μη νιώσεις κι εσύ αυτό το σύννεφο από πάνω σου να ρίχνει τα δάκρια του;

Και μετά από την παραδοχή μιας τρομερής μοναξιάς στο υπέροχο Lavender Fields, αυτός ο αυτοαποκαλούμενος, στο μπαλκόνι του, Fred Astaire” – και πόσο του ταιριάζει – («I am the balcony man, I’m Fred Astaire»), στο τελευταίο κομμάτι που καταθέτει, παραφράζει Νίτσε, ως έσχατο στίχο της αλήθειας του: «And what doesn’t kill you just makes you crazier» («κι ότι δεν σε σκοτώνει, απλώς σε τρελαίνει ακόμη πιο πολύ»). Φράση τονισμένη λέξη λέξη και μετά ένα βραχνό επιφώνημα-ψίθυρος να απλώνεται και μια σιωπή να ακολουθεί… Τέλος.

Ο Warren Ellis, αυτός ο πολυτάλαντος συμπατριώτης από την Αυστραλέζικη Βικτώρια, πιστός σύντροφος του King Ink 30 σχεδόν χρόνια, είναι εκείνος που πυροδοτεί το φυτίλι στις συνθέσεις, αγκαλιάζοντας τις λέξεις του φίλου του και κραυγάζοντας σε αέναους κύκλους ηχητικών δονήσεων τη θνητότητα των πραγμάτων, με τα έγχορδά του να πρωτοστατούν δίπλα στις ηλεκτρονικές παρεκτροπές του. Οχτώ χρόνια μικρότερος, αλλά μάλλον λιγότερο “παιδί” από τον Cave, ο εκπληκτικός πολυοργανίστας που ανακάλυψε τη μουσική σε ένα παλιό πεταμένο ακορντεόν καθώς έπαιζε μικρός στον δρόμο, όσο ελάχιστα εκτίθεται στον δημόσιο βίο –σε άκρα αντίθεση με τον φίλο του- τόσο περισσότερο εκτίθεται πάνω στη σκηνή. Κύριο όργανό του το βιολί, δίπλα στο πιάνο, το ακορντεόν, τη βιόλα, το μπουζούκι, το μαντολίνο, το φλάουτο, την κιθάρα κι ότι άλλο υπάρχει, o Warren Ellis αποκάλυψε από τη θητεία του στους θαυμάσιους Dirty Three ότι έμελε να γράψει μουσική ιστορία. Μυαλό καινοτόμο και πολύπλοκο, με κλασικές σπουδές που εκτοξεύουν στο άπειρο τους πειραματισμούς του, ο Αυστραλός που από μικρός λάτρεψε την Ευρώπη, όπως και ο φίλος του, φτιάχνει μαζί του οχτώ τραγούδια μέσα σε δυόμισι και κάτι μέρες: «Η δημιουργία του Carnage ήταν μία ταχεία διαδικασία έντονης δημιουργικότητας», λέει τόσο απλά, λες και πάει μια βόλτα στα πάρκα της καραντίνας πριν πιάσει στα χέρια του τα 11 συνολικά όργανα όπου απλώνει, εδώ, τις μουσικές του. Μόνος του μια ορχήστρα.

VISION PAINTING – THOMAS HOUSEAGO

Τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά για τον ίδιο τον Cave, όπως αποκαλύπτει, εξηγώντας την αφιέρωση στον Thomas H. του καταπληκτικού White Elephant, μία από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ, όπου κάνει σαφή αναφορά στο κίνημα I can’t breathe, με ξεκάθαρες αιχμές κατά του ακατονόμαστου «λευκού κυνηγού»-Προέδρου: «Το τραγούδι είναι αφιερωμένο στον Βρετανό γλύπτη και ζωγράφο Thomas Houseago, τον οποίο γνώρισα στο Λος Άντζελες την εποχή της κυκλοφορίας του Ghosteen –άλμπουμ που αγάπησε πολύ», γράφει στους φανς που τον ρωτάνε σχετικά στα περίφημα Red Hand Files του, τους φακέλους προσωπικής αλληλογραφίας που άνοιξε πριν δυο και κάτι χρόνια με το κοινό του. «Γίναμε στενοί φίλοι αλλά λίγο πριν την πανδημία ο Thomas εξαφανίστηκε και ανησυχούσα πολύ. Κάποιους μήνες αργότερα μου έστειλε μήνυμα ότι πέρασε νευρικό κλονισμό αλλά με τη βοήθεια φίλων βρισκόταν σε διαδικασία ανάρρωσης στο Μαλιμπού. Όμως ένιωθε ότι δεν μπορούσε πια να δημιουργήσει. Ήταν την εποχή που δυσκολευόμουν να γράψω στίχους για το άλμπουμ το οποίο έμελε να βαπτιστεί Carnage. Καθόμουν στο μπαλκόνι μου στο Μπράιτον, με τον κόσμο να πηγαίνει κατά διαόλου, και στο κεφάλι μου δεν υπήρχε τίποτα πέρα από φόβο και ανασφάλεια. Και τότε, στο τηλέφωνο, έκανα μια συμφωνία με τον Thomas: αν μου έφτιαχνε έναν πίνακα, θα του έγραφα ένα τραγούδι. Ένιωθα ότι αυτή η πρόκληση θα του έδινε την ώθηση να δημιουργήσει. Έχω ανακαλύψει ότι, μερικές φορές, το να ξεφεύγεις από την προσωπική σου δημιουργική διαδικασία και να κάνεις έργο “υπηρετώντας” άλλους, μπορεί να σε βοηθήσει. Προσωπικά, ένιωσα ότι μπορούσα να γράψω ένα τραγούδι για τον φίλο μου ακόμη κι αν δεν μπορούσα για τον εαυτό μου. Εκείνη τη νύχτα έγραψα το White Elephant και του το έστειλα. Γεννήθηκε απνευστί, κάτι ασυνήθιστο για μένα. Στον ίδιο χρόνο ο Thomas ζωγράφισε έναν πίνακα…», καταλήγει. Η αλληλεγγύη και η ανάγκη για ενότητα και πνευματική ανάταση είναι κάτι ακόμη που διατρέχει σε βάθος το άλμπουμ -και ίσως να είναι και ένας από τους λόγους που έγινε σε αυτούς τους τρομακτικούς καιρούς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Γιατί είναι τόσο λυπημένη αυτή η μουσική;» με ρώτησε ξαφνικά ένα παιδί που πέρασε δίπλα μου την ώρα που περπατούσα σε έρημους δρόμους, ακούγοντας δυνατά στο κινητό μου τις συνθέσεις, πριν ακόμη πέσει ο ήλιος. Έφθασε μία στιγμή για να το καταλάβει… Ναι, είναι λυπημένη αλλά αφήνει πίσω της λεπτές αχτίδες φωτός, γιατί ο βασιλιάς Μελάνι είναι έτοιμος να ξαναρίξει τις βαλίτσες του στο αμάξι, «όπως τον παλιό καλό καιρό», ακόμη κι αν «τα όνειρα όλων μας έχουν πεθάνει σε αυτή την παγερή εποχή, που μας έσυρε γονυπετείς η ιστορία», όπως τραγουδά στο Old Time. Αρκεί μια ακόμη σπίθα αγάπης για αυτό…


ΒΟΧ – ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΕΣ ΤΟΥ LOCKDOWN

Το lockdown δεν ήταν τόσο επώδυνο για τον Nick Cave, όπως ίσως για άλλους, παραδέχεται. Η απομόνωση άλλωστε έχει γίνει πια φίλος του. Και αυτός ο «ζωώδης αλλά πολύ όμορφος δίσκος, φωλιασμένος σε μία παγκόσμια καταστροφή», όπως χαρακτηρίζει το Carnage, ήταν μία ακόμη απόδρασή του, όπως η πληθώρα έργων που έχει δώσει την τελευταία πενταετία -κι όχι μόνο στα μουσικά χωράφια.

Το προηγούμενο άλμπουμ που έφτιαξε με τους Bad Seeds, το σπαραξικάρδιο διπλό Ghosteen του 2019, που στο πρώτο του μέρος μιλάει από τη μεριά των χαμένων παιδιών και στο δεύτερο από εκείνη των θλιμμένων γονιών τους, έδωσε τη θέση του στο live άλμπουμ Idiot Prayer: Nick Cave Alone at Alexandra Palace, μια μοναχική κατάθεση του ίδιου στην τεράστια σκηνή του λονδρέζικου Alexandra Palace, τον περσινό Ιούνιο, την ώρα που η πόλη έβγαινε από το lockdown. Ήταν η ανάγκη του καλλιτέχνη να ξαναβρεθεί στην αίθουσα για συναυλία (η περιοδεία του Ghosteen είχε ήδη αναβληθεί), έστω και μπροστά σε άδειες θέσεις, καθώς το κοινό μπορούσε να τον δει μόνο μέσα από τη μικρή του οθόνη. Ήταν η ανάγκη του καλλιτέχνη να του τραγουδήσει έστω από απόσταση, να παίξει στο πιάνο κομμάτια που αγάπησε, από τους πρώτους ως τους τελευταίους Bad Seeds και τους Grinderman. Να νιώσει και ο ίδιος ξανά την κάθαρση που φέρνει η ενέργεια ενός ζωντανού σώου, γιατί αυτό του έχει λείψει πάνω από όλα, όπως και οι περιοδείες. Το σόλο “κονσέρτο” κινηματογραφήθηκε από τον διευθυντή φωτογραφίας Robbie Ryan (συνεργάτη του Γιώργου Λάνθιμου στην τελευταία του ταινία The Favourite), και πρόλαβε να παιχθεί στις αίθουσες τον περασμένο Νοέμβριο. To μουσικό αυτό ντοκιμαντέρ είναι το τελευταίο της τριλογίας που ξεκίνησε το 2014 με το 20,000 Days on Earth των Iain Forsyth & Jane Pollard – μια μέρα στη ζωή του Cave στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του άλμπουμ Push The Sky Away – και συνέχισε με το One More Time with Feeling του Andrew Dominik (2016), στο οποίο καταγράφεται η ηχογράφηση του Skeleton Tree του πρώτου άλμπουμ που κυκλοφόρησε μετά την τραγωδία.

Όμως παράλληλα, πέρσι, ο Nick Cave, αφού εγκαινίασε το προσωπικό site cavethings.com όπου πωλεί προσωπικά αντικείμενα και έργα του, κυκλοφόρησε ένα ακόμη βιβλίο, με εξώφυλλο πίνακα του Ben Smith. Το συλλεκτικό και τελείως προσωπικό Stranger Than Kindness, γεμάτο εικόνες, λέξεις, φωτογραφίες, έργα και στιγμές ζωής, θέτει το ερώτημα τι μας κάνει αυτό που είμαστε, μιλώντας συγχρόνως για τη δύναμη του πνεύματος και της δημιουργίας.

Το βιβλίο αποτέλεσε τον προπομπό της ομώνυμης έκθεσης στην Royal Danish Library της Κοπεγχάγης, και συγκεκριμένα στην αξιοσημείωτη για την αρχιτεκτονική της πτέρυγα Black Diamond, που αποτελεί επέκταση του παλιού κλασικού κτιρίου. Η εντυπωσιακή έκθεση, ένα πραγματικό ταξίδι στον εσωτερικό και πολύπλοκο κόσμο του καλλιτέχνη, άνοιξε τις πύλες της πέρσι τον Ιούνιο, με ενθουσιώδεις κριτικές, αλλά έκλεισε αργότερα λόγω της πανδημίας κι έχει πάρει παράταση ως τις 2 Μαΐου. Με οχτώ installations, ανάμεσά τους αναπαραστάσεις του σημερινού γραφείου του και του δωματίου των πρώτων ημερών του Cave στο Βερολίνο, πάνω από 300 προσωπικά αντικείμενα, βίντεο, εξαιρετικό σχεδιασμό ήχου και φωτός και τη μουσική που συνέθεσε και πάλι με τον Warren Ellis για να “καλύψει” ως ηχητικό τοπίο, 800 τετραγωνικά, και να επενδύσει παράλληλα τις “αφηγήσεις” του στις οχτώ αίθουσες του χώρου, το εγχείρημα εκθέτει τον προσωπικό του κόσμο, τις μεθόδους δουλειάς του, τις πηγές έμπνευσής του από την αρχή της πορείας του ως σήμερα.

Δεν είναι πρώτη φορά που η Κοπεγχάγη γίνεται η πόλη που φιλοξενεί αποκλειστικά έργο του. Το ντοκιμαντέρ Distant Sky (2018)του βραβευμένου σκηνοθέτη David Barnard, γυρίστηκε εκεί, στη Royal Arena, τον Οκτώβριο του 2017,αιχμαλωτίζοντας την ατμόσφαιρα του liveτων Bad Seeds για το άλμπουμ Skeleton Tree. Το συγκρότημα δεν είχε παίξει ζωντανά για τρία ολόκληρα χρόνια.

Το άλμπουμ Carnage κυκλοφόρησε ψηφιακά στις 25 Φεβρουαρίου και θα εκδοθεί σε cd και βινύλιο στις 28 Μαΐου από την Goliath Records https://www.nickcave.com/releases/carnage/

Έκθεση: Stranger Than Kindness: The Nick Cave Exhibition @ Τhe Black Diamond – Royal Danish Library – Μέχρι τις 2 Μαΐου 2021

Εφη Παπαζαχαρίου

Share
Published by
Εφη Παπαζαχαρίου