Ο δύσκολος θάνατος του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση

σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες

όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι

αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται

μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας

μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα

αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά

ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ

να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες

αδιάφθορες μες το μονόλογο τον καθημερινό

κι ας είναι και οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν

μες το πυκνό σκοτάδι τους σαν  τ’ αχαμνά ζωύφια

τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα

με αίσθημα ποτισμένες.

ARS POETICA  Ο θάνατος του Μύρωνα (1954 – 1959)

Στην ποίηση του Αλέξη Ασλάνογλου είναι το συναίσθημα που συγκροτεί τα τοπία, που δίνει υπόσταση στις εικόνες. Η νοσταλγία, ο πόθος, η απώλεια αγκαλιάζουν τοπία που φαίνονται κατά τα άλλα απρόσωπα και άσχημα. Έρημα πρατήρια βενζίνης, γκρίζες αποθήκες και γήπεδα, βιομηχανικά τοπία και μακρινά προάστια. Σαν συρραφή εικόνων από το παράθυρο ενός λεωφορείου των ΚΤΕΛ που διατρέχει την ελληνική επαρχία. Κι όμως ο Ασλάνογλου είναι τρυφερός με το σύμπαν του. Οι τυχαίες και σκοτωμένες από νόημα λέξεις, υποκύπτουν στον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, και το αποτέλεσμα είναι  ένα ξέσπασμα τρυφερότητας,  η βουβή απελπισία ή η  ντροπαλή ερωτική συνενοχή.  Τα συναισθήματα του γαληνεύουν τα τοπία, τα υποτάσσουν για να τα κάνουν στο τέλος συνεργούς στην ποιητική του εξομολόγηση.

Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη

επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ. 

Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε

τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι

Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς

τα ροζιασμένα όνερα των ορεινών χωριών

με περιμένει.

Μια πολυκατοικία άδεια, Ποιήματα για ένα καλοκαίρι  (1960 – 1963)

Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο

κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη 

Είσαι για μένα κούραση το βράδυ

μια μηχανή που σώπασε

μια ετοιμόρροπη φωνή

Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι

Κι αν είσαι άνθρωπος, Ποιήματα για ένα καλοκαίρι  (1960 – 1963)

Η εξομολογητική ποίηση του Ασλάνογλου συνθέτει ένα έργο από ποικίλα συναισθήματα και διαθέσεις σε μια προσπάθεια ο ίδιος ο ποιητής να ταυτισθεί με το έργο του, τη ζωή του και το πεπρωμένο του, σε μια αγωνίανα τοποθετήσει την υπαρξή του κάπου, μη θέλοντας παράλληλα να συμβιβάσει την απόλαυση με το τετριμμένο, την ομορφιά με την κούραση, την φρεσκάδα του βλέμματος με την μεγαλούπολη. Η αίσθηση ότι η ζωή του χάνεται, και σαν άμμος κυλάει μέσα από τα δάχτυλα του χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό, ενώ γύρω του, ένα τοπίο που αλλάζει γρήγορα, η μεταπολεμική Ελλάδα που κινείται μπροστά επουλώνοντας βιαστικά τις πληγές της, μια κοινωνία που κινείται και μεταμορφώνεται προς μια κατεύθυνση που δεν είναι ξεκάθαρη, και τέλος ο ερωτισμός, η ηδονή που είναι παρούσα στην νεότητα  άλλοτε με τρυφερό τρόπο, άλλοτε με τυραννικό, και που με το πέρασμα του χρόνου δεν απομένει από αυτή παρά μια ανάμνηση, μια υπόσχεση που δεν ευοδώθηκε.

Όπως σημειώνει ο Γιώργος Βαϊλάκης σε ένα θαυμάσιο κείμενο του για τον Αλέξη Ασλάνογλου«Η ασυνήθιστη οικονομική δυσχέρεια στην οποία περιέπεσε, σε συνδυασμό με την ερωτική ιδιοτυπία του σε εποχές απόλυτης κατακραυγής της ομοφυλοφιλίας, δημιούργησαν συνθήκες απροσπέλαστης απελπισίας σ’ έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευαίσθητο κι αξιοπρεπή. Ως εκ τούτου, το θέαμα της διαπόμπευσής του από κοινωνικά αποβράσματα στο ζαχαροπλαστείο «Αχίλλειον» της Θεσσαλονίκης ή οι βρισιές που άγνωστοι έγραφαν στις σκάλες της πολυκατοικίας που διέμενε, αποτελούν εν μέρει μια εξήγηση για την πληγωμένη εσωστρέφεια και την πνιγηρή απομόνωση του ποιητή. «Μέσα σ αυτή τη διαπάλη μεταξύ του εξωτερικού κόσμου και του εσωτερικού», εξηγεί ο ίδιος, «γεννιέται μια σύγκρουση, ένα δράμα, που εξωτερικεύεται με μια στιχουργική προσωπική, μέσα σε μια θεματολογία που υπαγορεύεται από την ίδια την ψυχοσύνθεση του ποιητή, από τον ιδιαίτερο ψυχισμό του.» Η ερημία, λοιπόν, έμελλε να γίνει σταδιακά η μόνιμη συνθήκη του έργου του, η κυριαρχική παρουσία μιας μοναξιάς που αποδίδεται με πηγαίο λυρισμό: «παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί /  κι η πόλη σου είναι ξένη».         

Η συναισθηματική ασφυξία του ποιητή σε ένα περιβάλλον που γίνεται συνεχώς μη αναγνωρίσιμο, ταξιδεύοντας και μη,  επιτείνει την απομόνωση του και προαναγγέλει τα επόμενα μοναχικά χρόνια που θα ακολουθήσουν. Γεννημένος το 1931 στη Θεσσαλονίκη (πόλη που γεννά ποιητές όπως η Ιερουσαλήμ προφήτες), μεγαλωμένος σε αστικό περιβάλλον, θα πεθάνει 65 χρόνια μετά μόνος σε ένα διαμέρισμα στους Αγίους Αναργύρους. Το σώμα του θα το ανακαλύψουν από τη μυρωδιά της αποσύνθεσης. Ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατό του, είναι η ποίηση που γέμισε τη ζωή του, είναι η ποίηση του που πρέπει να αναζητήσουμε και να ανακαλύψουμε, είναι η ποίηση του η μοναδική παρακαταθήκη. Όχι παράτες λοιπόν για αυτόν, όχι αφιερώματα και επετείους. Παράξενη ανταπόδοση για την αγάπη και λατρεία για την ελληνική γλώσσα,  αν όχι για την τέρψη που οι στίχοι του μας προσφέρουν.

Πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη.Αυτή η καθόριστη

            αίσθηση

στις ανθισμένες βραγιές κι ένα ρίγος λεπτό

κι οι φωνές των παιδιών στο γήπεδο όταν το απόγευμα

διυλίζει το φώς

κι οι φίλοι μου να περιμένουν το καλοκαίρι, τι κι αν γινόταν

            αργότερα

μια θάλασσα μεσημεριού με ξέθωρο ήλιο

πετράδι δουλεμένο να φέγγει στη νύχτα. Πόλη μου αγαπημένη

πολύβουη μα ερημική, πολύκοσμη μα απρόσιτη βιτρίνα

            νεωτερισμών

ψευτίζοντας τη ζωή μας.

                        Αυτή η θηλυκιά εποχή

στιφή, παράξενη σαν γριά, με τις εύκολες συζητήσεις

την πολλή συνάφεια, τη λιγοστή κατανόηση, την απέραντη

μοναξιά

κι  ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτα

            να πούμε

ανάμεσα στα βήματα αυτά, πηγαίνουν και πάλι ξανάρχονται

κι ύστερα σβήνουν στο διάδρομο. Ανάβουνε το φως της σκάλας

μα δεν ακούγεται κανείς.

Επικίνδυνη ηλικία , Ο δύσκολος θάνατος (1950 – 1953)

 

Θέλω να γράψω ποιήματα ηλιόλουστα

επάνω στα ακρογιάλια των χεριών σου 

Θέλω να γράψω ποιήματα αχτένιστα

επάνω στο αχτένιστο κεφάλι σου 

Θέλω να γράψω ποιήματα αδέσποτα

Μισολιωμένα στο κατάξανθό σου σώμα 

Θέλω να γράψω ποιήματα για σένα      

Θέλω να γράψω ποιήματα για σένα,Ποιήματα για ένα καλοκαίρι  (1960 – 1963)

Τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ, είναι από τον Δύσκολο θάνατο (εκδόσεις Νεφέλη), μία έκδοση που περιλαμβάνει επτά ποιητικές συλλογές του από το 1946 έως το 1974 περίπου. Πέρα από την ποίηση, στο ενεργητικό του έχει και κάποιες μονογραφίες, λίγα πεζά και  μεταφράσεις από τα γαλλικά (Εκλάμψεις, Ρεμπώ). Το «Αλέξης» το επέλεξε ο Ασλάνογλου ως ψευδώνυμο όταν ήταν έφηβος ακόμα, επηρεασμένος από το Ταπεινοί και καταφρονεμένοι του Ντοστογιέφσκι.

Μπάμπης Χατζηδάκης