«Ο άνθρωπος είναι πάντα το δώρο», στα βιβλία του Θάνου Κάππα

Με τον λιτό, απέριττο τίτλο «Πώς πάνε τα πράγματα» που διάλεξε ο Θάνος Κάππας για το δεύτερο βιβλίο του ξέρεις ήδη πώς με μία φράση μπορεί να πάει κατευθείαν το μαχαίρι στο κόκαλο· μόνο που εδώ το μαχαίρι είναι η συγγραφική γλώσσα και το κόκαλο είναι η ανθρώπινη φύση.

Πέντε χρόνια μετά το «Πικρούτσικα Πικρούτσικα» ο Θάνος Κάππας επανέρχεται και πάλι μέσα από τις εκδόσεις «βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ» με επτά διηγήματα, με ήρωες και ηρωίδες πρόσωπα τρυφερά και ραγισμένα, που τα διατρέχει το κοινό νήμα της διάψευσης ενώ γύρω τους λυσσομανά το καλοκαίρι.

Κάπως έτσι ξετυλίγεται και το νήμα της δικής μας συζήτησης.

Πώς αποφάσισες κάποια από τα διηγήματα να τα γράψεις σε πρώτο πρόσωπο ενώ ο βασικός χαρακτήρας είναι γυναίκα;    Είχα την τύχη να έχω πάντα πολλές και καλές φίλες-συνοδοιπόρους στη ζωή και κατά κάποιο τρόπο η φωνή τους είναι πολύ ισχυρή μέσα μου. Θα μπορούσα μάλιστα να πω ότι αυτή η φωνή είναι πιο έντονη από εκείνη των ανδρών φίλων – νομίζω πως έχω στ’ αυτιά μου τον τόνο και το ύφος της προσωπικής τους εξομολόγησης. Έχουμε περάσει, ως παρέα, πολλές ώρες, ημέρες και χρόνια, μιλώντας για σχέσεις, είναι το αγαπημένο μας θέμα. Συνήθως ένα απλό περιστατικό ήταν πάντα αφορμή για στοχασμό πάνω στις σχέσεις και τα αδιέξοδά τους, που μας απασχολούν όλους. Έτσι, όταν αποφάσισα πρώτη φορά να γράψω από την μεριά μιας γυναίκας αισθάνθηκα απολύτως οικεία κι αυτό με οδήγησε στη δημιουργία νέων γυναικείων φωνών, σε σημείο αυτές να κυριαρχήσουν στο βιβλίο. Από εκεί και πέρα, γι’ αυτά ειδικά τα διηγήματα ζήτησα τη γνώμη από φίλους και φίλες συγγραφείς ή φιλολόγους με τις οποίες μοιραζόμαστε επιμέλειες για κάθε είδους κείμενο, μια διαδικασία που απολαμβάνω πολύ ο ίδιος. Συνήθως ζητάω αρκετές γνώμες, γιατί μου φαίνεται εύκολο να την πατήσεις, να πιστέψεις για παράδειγμα πως είσαι σε θέση να περιγράψεις τη γυναικεία αντίληψη ή ψυχολογία ενώ μπορεί να είσαι βαθιά νυχτωμένος ως προς το τι συνιστά πραγματικά το «γυναικείο βλέμμα». Αν κι εδώ, δεν ήθελα ακριβώς να μιμηθώ ή να υπερτονίσω τα χαρακτηριστικά του φύλου καθώς όλα τα διηγήματα υπακούουν σε μια κοινή λογική, που υπερβαίνει το φύλο.

Ποια είναι αυτή η λογική; Πρόκειται για γυναικείες και ανδρικές φωνές που συναντιούνται στη διάψευση. Όλους μάς διατρέχει το κοινό νήμα της διάψευσης, μια αίσθηση ήττας απέναντι στη ζωή, κι αυτό είναι πέρα από το φύλο. Μπορεί να περάσεις κάποια χρόνια κατηγορώντας άμεσα ή έμμεσα το άλλο φύλο αλλά κάποια στιγμή, ωριμάζοντας, καταλαβαίνεις ότι το πρόβλημα δεν είναι ποτέ ο συγκεκριμένος άλλος. Τα ίδια τα πράγματα, η ζωή η ίδια είναι μια πορεία προς τη διάψευση. Αυτό είναι το νήμα των ηρώων, που τους ενώνει στην κοινή μοίρα.

«Μένει πάντα κάτι βαθιά απαρηγόρητο σε κάθε άνθρωπο που ματαιώνεται. Αυτός ο αθωράκιστος, μοναχικός πυρήνας με συγκινεί πολύ στους ανθρώπους».

Τι αφορά αυτή η διάψευση; Η διάψευση σχετίζεται με τον τρόπο που η ζωή μας υπόσχεται, ήδη από την παιδική μας ηλικία, ένα μέλλον επιτυχιών ενώ στην πορεία ανακαλύπτουμε το ακριβώς αντίθετο. Εξ ου και σε ένα από τα διηγήματα μια μικρή έφηβη εισπράττει την απόρριψη μόλις στα δώδεκά της χρόνια και η απελπισία της είναι ίδια ακριβώς με τη δική μας, των ενηλίκων. Ο άνθρωπος δεν έχει στα χέρια του οδηγίες χρήσεως για τη ζωή, καλείται να ανακαλύψει μόνος του έναν  τρόπο νοηματοδότησής της, ώστε να επιβιώσει. Μένει πάντα κάτι βαθιά απαρηγόρητο σε κάθε άνθρωπο που ματαιώνεται. Αυτός ο αθωράκιστος, μοναχικός πυρήνας με συγκινεί πολύ στους ανθρώπους. Θεωρώ πως η διάψευση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας μας στη ζωή.

Διάψευση και ήττα εισπράττουμε καθώς μεγαλώνουμε. Όμως αυτές τελεσίδικα δεν μας οδηγούν στο να αποτινάξουμε τα περιττά της ζωής μας, οτιδήποτε περισσεύει και δεν αντέχεται πια; Συμφωνώ, κι αυτό είναι το κέρδος της ηλικίας. Η εξισορρόπηση για τη χαμένη μας νεότητα έρχεται μέσα από τη «σοφία». Δεν μιλάω για μια σοφία σύνεσης και κατευνασμού των παθών αλλά για μια ουσιαστική συμφιλίωση με τον τρόπο της ζωής, μια συνάντηση με τον βαθύτερο εαυτό μας και μια ειλικρινέστερη συνομιλία με αυτό που είμαστε.  Στα είκοσι, στα είκοσι πέντε σου βρίσκεσαι σε διαρκή ένταση και αγωνία, με υψηλή ενέργεια, αλλά ταυτόχρονα φοράς πολλά προσωπεία. Δεν έχεις ακόμη αυθεντική φωνή, την ψάχνεις. Καθώς περνούν τα χρόνια νιώθεις ότι έρχεσαι πιο κοντά σ’ αυτή, γίνεσαι περισσότερο ο εαυτός σου. Τον αυθορμητισμό βέβαια της νεότητας τον θέλουμε, μακάρι να μπορούσαμε να τον κρατήσουμε δια βίου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των ηρώων στο «Πώς πάνε τα πράγματα»; Τα πρόσωπα βρίσκονται σε κάποιου είδους εσωτερική παράλυση. Δεν πάνε ούτε μπροστά, ούτε πίσω, έχουν ακινητοποιηθεί σε μια ενδοσκοπική παρατήρηση όσων τους συμβαίνουν. Αν μου επιτρέπεται κάτι βαρύγδουπο, θα ’λεγα πως χαρακτηρίζονται από ένα είδος υπαρξιακής ανεστιότητας, μια αίσθηση πως δεν βολεύονται σε καμιά συνθήκη.

Είναι τρυφερά όμως πρόσωπα. Είναι ραγισμένα πρόσωπα. Και είναι τρυφερά επειδή αντιλαμβάνονται τη συγγένεια που έχουν μεταξύ τους, αντιλαμβάνονται ότι βρίσκονται κάτω από τον ίδιο σκοτεινό ουρανό ενώ γύρω τους λυσσομανά το καλοκαίρι. Αυτό αυτομάτως τα συνδέει βαθύτερα με τους άλλους, οι άλλοι αποτελούν το πεδίο της διάψευσής τους και, συγχρόνως, της σωτηρίας τους – «ο άνθρωπος είναι πάντα το δώρο», αποφασίζει μια ηρωίδα του βιβλίου. Όλοι έχουμε ανάγκη τα ίδια πράγματα, το συναισθηματικό μας κέντρο είναι κοινό.

Το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του Δημήτρη Γερακίτη.

Το προηγούμενο βιβλίο σου, τα «Πικρούτσικα πικρούτσικα» είχε βγει το 2015. Αισθάνθηκες πίεση από τους ανθρώπους του χώρου του βιβλίου, από φίλους, από τον εαυτό σου να εκδώσεις νωρίτερα;  Γράφω πάρα πολύ αργά. Η γραφή είναι σχεδόν βασανιστική για μένα. Θεωρώ βέβαια ότι για κανέναν δεν είναι ακριβώς η «χαρά της ζωής», εκτός φυσικά αν κάποιος δηλώσει ότι διασκεδάζει πολύ, γράφοντας. Ήθελα να μετακινηθώ απ’ όσα έκανα στο πρώτο βιβλίο, δεν ήθελα να συνεχίσω με «Πικρούτσικα ΙΙ», έπρεπε να προχωρήσω. Ήξερα βέβαια ότι ήταν ένα ρίσκο η μετάβαση σε μεγαλύτερη φόρμα, από την πυκνότητα της μινιατούρας στο εκτεταμένο διήγημα. Όμως με ενδιαφέρει πάντα το ίδιο πράγμα, ο τρόπος που ηχεί η κάθε λέξη στην πρόταση, με ενδιαφέρει πολύ η ρυθμολογία.  Με παίδεψε αυτό. Το πρώτο διήγημα, που είναι 25 σελίδες, μου πήρε οχτώ μήνες. Το δούλευα και το ξαναδούλευα, μου έβγαλε την ψυχή – το ίδιο και το «Τα δώρα των ανθρώπων» που απλώθηκε σε έξι μήνες και το έχω σύρει σε παραλίες και καφενεία, διαβάζοντάς το και διορθώνοντάς το με τη γνωστή παρέα. Δεν το λέω καθόλου για να περηφανευτώ, προφανώς πρόκειται για αδυναμία μου. Δεν μπορώ εύκολα να ρίξω ένα κείμενο στο χαρτί, όπως λέμε, και μετά να αρχίσω να το χτενίζω. Εάν τις τρεις-τέσσερις γραμμές που γράφω δεν τις αισθανθώ ολοκληρωμένες νιώθω ότι με προσβάλλουν, πως θα περάσει κάποιος, θα τις δει και θα πει «μα τι έχεις γράψει εδώ ρε φίλε, πώς είναι δυνατόν;». Πρέπει να ηχήσουν σωστά οι λέξεις για να προχωρήσω στην επόμενη παράγραφο. Κι αυτό επιβραδύνει τα πράγματα πάρα πολύ. Αλλά αυτός είναι ο ρυθμός μου, είμαι εξαιρετικά ολιγογράφος.

Αφού σε στρεσάρει τόσο πολύ γιατί συνεχίζεις να το κάνεις; Δεν μπορώ να απαντήσω για ποιο ακριβώς λόγο κάποιος συνεχίζει να κοπιάζει. Ίσως γιατί κάποτε σε εξέπληξε ευχάριστα ο εαυτός σου όταν έφτιαξες με τις λέξεις κάτι που είχε μια ειδική σημασία για σένα τον ίδιο ή έφερε συγκίνηση σε κάποιον που το διάβασε. Είχα πάντα μέσα μου το αίτημα της δημιουργίας, ήταν το μόνο που με ενδιέφερε πραγματικά, στεκόμουν εκστατικός απέναντι στην ποίηση ή και σ΄ένα ταπεινό στιχάκι τραγουδιού, όμως άργησα πολύ να αποφασίσω πως το πεδίο μου θα ήταν οι λέξεις. Τα δικά μου κείμενα απευθύνονται συνήθως στο συναίσθημα, οπότε η σύνδεση με τον αναγνώστη είναι άμεση, και η πιθανή συγκίνησή του σου επιστρέφει πολλαπλάσια χαρά και ικανοποίηση σε σχέση με τον κόπο που κατέβαλες. Πρέπει αυτό που κάνεις να αισθάνεσαι πως κάποιον αφορά, αλλιώς δεν μπορείς να συνεχίσεις.

Η συλλογή διηγημάτων «Πώς πάνε τα πράγματα» του Θάνου Κάππα κυκλοφορεί από το «βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ».
Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.