Νίκος Πασχίδης: «Όταν πας να δεις το «Γλάρο», τον «Άμλετ» ή το «Περιμένοντας τον Γκοντό» δεν χρειάζεται να ξέρεις το έργο…»

Ο Νίκος Πασχίδης ανήκει στη νεότερη γενιά σκηνοθετών που έχουν αναδειχθεί τον τελευταίο καιρό στο ελληνικό θέατρο. Μαθήτευσε ως βοηθός σκηνοθέτη δίπλα στον Σ. Ντουφεξή ενώ συνεργάστηκε με το Απλό Θέατρο ως βοηθός σκηνοθέτη του Α. Αντύπα στον «Επιστάτη» του Χάρολντ Πίντερ και στο «Βαγόνι στα νερά» του Λ. Προυσαλίδη. Συνεργάστηκε επίσης με το Φεστιβάλ Αθηνών για τη «Μήδεια» και με το Θέατρο Badminton ως βοηθός σκηνοθέτη και ως stage manager με τους Φωκά Ευαγγελινού και Rob Ruggiero («Priscilla, η βασίλισσα της ερήμου», «Θα περάσει κι αυτό» και «Βιολιστής στη στέγη»). Ως stage manager έχει εργαστεί επίσης και στο «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο», «Ποιός τη ζωή μου» και «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού».

Με την Ομάδα 11 παρουσίασε την πρώτη του σκηνοθεσία με το έργο «Παλιοί καιροί» του Χ. Πίντερ στη Νέα σκηνή του Απλού Θεάτρου και στο Θέατρο Ροές τα έργα του Σ. Μπέκετ «Εκείνη τη φορά» και «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραππ». Συμμετείχε στο φεστιβάλ «Τα 12 κουπέ» στο Τρένο στο Ρουφ με τη «Συνάντηση» αλλά και ως ηθοποιός στην ταινία μικρού μήκους “Ferryman” και στη σειρά 3ος νόμος (η μυρωδιά του κτήνους).

Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στο κείμενο του Steven Dietz “The Nina Variations”; Αρχικά όταν πρωτοδιάβασα το κείμενο, αυτό που με κέρδισε ήταν το χιούμορ του. Εξαιρετικό. Αυτό όμως που πραγματικά με έκανε να ασχοληθώ ήταν ότι, μέσα από αυτό, βρήκα μια πρώτη μικρή απάντηση. Μια απάντηση που λέει κάποια στιγμή η Νίνα στο έργο: «έχεις 26 γράμματα, χαρτί και ένα μυαλό που δεν γνωρίζει όρια, κάνε κάτι μ’ αυτό». Ήταν η παραίνεση, η προτροπή προς την Πρακτική ως αντιδιαστολή του Λόγου και της θεωρίας, που από ότι βλέπουμε στις μέρες μας δεν προσφέρει απαντήσεις, παρά μόνο εγκλωβισμό. Νομίζω ότι έχει φτάσει η στιγμή να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτήν την απλή αρχική ιδέα της Πρακτικής, να πράξουμε και να κάνουμε νέα λάθη ώστε να μάθουμε.

Πρόκειται για ένα έργο που έχει ξαναπαιχτεί στην Ελλάδα. Αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά ή δεσμευτικά εν τέλει για εσένα σαν σκηνοθέτη; Κάθε καλλιτεχνική δημιουργία πιστεύω, αρχικά, θα πρέπει να λειτουργεί απελευθερωτικά και λυτρωτικά. Αυτό που έχει σημασία, νομίζω, σε κάθε μορφή τέχνης, και κατ’ επέκταση έκθεσης, είναι αυτό που έχεις να πεις. Όπως λέει και ο δάσκαλος μου, να «καίει», να είναι κάτι πραγματικά προσωπικό, να σε «τρώει», όπως λέμε. Είναι πολύ προσωπικό ζήτημα. Σίγουρα πάντα υπάρχει ένα άγχος το οποίο δε διαφέρει, είτε πρόκειται για ένα καινούργιο είτε για ένα κλασσικό έργο, αλλά αυτό, κατά τη γνώμη μου, διοχετεύεται στο αν αυτό που εν τέλει θα κάνεις κάτι που να ανταποκρίνεται στις δικές σου προσδοκίες. Αλλιώς μπλέκεσαι σε κάτι πολύ έξω από σένα. Όλα τα υπόλοιπα αφορούν την ιστορία και την κριτική.


Πόσο επίκαιρο είναι το συγκεκριμένο έργο σε σχέση με το φόβο των ανθρώπων να επικοινωνήσουν αυτά που θέλουν σε μια κοινωνία που τους καταπιέζει, την αγάπη και την τέχνη; Τελικά στο έργο ΝΙΝΑ υπάρχει μια ελπίδα ότι οι άνθρωποι της τέχνης θα βρουν το χώρο να εκφραστούν ή επικρατεί η ματαιότητα; Εν αρχή θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω με τη λέξη καταπίεση. Σε μια δυτικού τύπου κοινωνία όπου κάθε χρόνο- και αναφέρομαι σε οποιαδήποτε χώρα δυτικού τύπου- παρουσιάζονται από 500 έως και 2000 καλλιτεχνικές δουλειές (ανάλογα το μέγεθος της πόλης) δεν νομίζω ότι το λες καταπιεστικό, τουλάχιστον όσον αφορά την τέχνη. Είναι λίγο άδικο να χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη σε σχέση με άλλου τύπου δομημένες κοινωνίες ή πολιτικά συστήματα την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Σ’ αυτό που θα συμφωνήσω και αυτό που παρουσιάζεται κιόλας στο έργο είναι ο φόβος. Ο φόβος για το επόμενο βήμα, το να βγούμε από την ασφάλεια μας, από την πεπατημένη. Το να μιλήσουμε ειλικρινά. Όσον αφορά την ελπίδα, τόσο στο έργο όσο και στην ίδια την κοινωνία συνολικά, νομίζω αναλωνόμαστε, όπως κάνει και ο Τρέπλιεφ, στο να βρούμε κάτι καινούργιο, πρωτοποριακό χωρίς να γνωρίζουμε τη βάση, την ιστορία, το τι είναι αυτό πάνω στο οποίο θα χτίσουμε αυτό το καινούργιο ή θα αμφισβητήσουμε. Από την άλλη, χωρίς να θέλω να γίνω πεσιμιστής ή μηδενιστικός, υπάρχει μια κοινωνιολογική ρήση, την οποία ειδικά αυτήν την περίοδο την βλέπω στην πλήρη εφαρμογή της, η οποία βασίζεται στη διάκριση που δημιουργεί η Θεωρία και λέει ότι «αυτοί που θέλουν δεν μπορούν και αυτοί που μπορούν δεν θέλουν». Έτσι και ο Τρέπλιεφ στο έργο έχει όλα τα μέσα αλλά ουσιαστικά φοβάται/δεν θέλει να αλλάξει κάτι, ενώ η Νίνα θέλει μεν αλλά δεν μπορεί και απλά επιστρέφει στο παρελθόν της, εναποθέτοντας την ευτυχία της εκεί, στο χρονικό σημείο που θα μπορούσε δυνητικά να πάρει άλλες αποφάσεις. Και αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε παντού σήμερα, ίσως πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Και γι’ αυτό και μέσα από το έργο προτείνεται εν τέλει η επιστροφή στον αναστοχασμό, στην πράξη, όχι σε κάτι που διακρίνει- διαχωρίζει, αλλά που δημιουργεί και ενώνει.

Ο Νίκος Πασχίδης.

Πρόκειται για ένα έργο, που είναι βασισμένο σε ένα άλλο έργο (τον «Γλάρο» του Τσέχωφ) δοσμένο όμως από τη δική σου οπτική. Θα είναι εύκολο για έναν θεατή που δεν έχει εντρυφήσει στο Γλάρο να παρακολουθήσει την παράσταση; Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται, όχι μόνο για ένα έργο το οποίο είναι βασισμένο σε ένα άλλο, αλλά και για ένα κείμενο σπονδυλωτό, δηλαδή γραμμένο σαν μικρές σκηνές- σκετς που εναλλάσσονται. Η ερώτηση λοιπόν αυτή είναι κάτι που με φοβίζει από την πρώτη μέρα που αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τη ΝΙΝΑ. Είμαι λίγο παλιομοδίτης. Πιστεύω πολύ σε αυτό που έλεγε ο Μπέκετ, ότι «πρέπει να υπάρχει μια ιστορία, κάποιος θα σηκωθεί και θα προσπαθήσει να πει μια ιστορία», αλλά και σε αυτό που λέει και ο δάσκαλος μου ότι «είμαστε παραμυθάδες». Πρέπει να υπάρχει μια ιστορία την οποία το κοινό να μπορεί να παρακολουθήσει και να καταλάβει εξ’ ολοκλήρου. Έχει στηθεί λοιπόν μια συνεχόμενη εν τέλει ιστορία, η οποία εξιστορεί τη σχέση δύο ανθρώπων, παιδικών φίλων, εραστών, η οποία ξεφεύγει σχεδόν από αυτή του «Γλάρου». Και πιστεύω ότι όπως όταν πας να δεις τον «Γλάρο», τον «Άμλετ» ή το «Περιμένοντας τον Γκοντό» δεν χρειάζεται να ξέρεις το έργο, έτσι και εδώ συμβαίνει το ίδιο.

Πώς δουλεύετε με τους ηθοποιούς που έχεις επιλέξει να συνεργαστείς; Έχετε ξανασυναντηθεί σε δουλειές στο παρελθόν; Με ποιο κριτήριο τους επέλεξες; Το πρώτο πράγμα το οποίο με ενδιαφέρει πάντα σε μία παράσταση είναι ο ρυθμός, η μουσική της. Θεωρώ ότι παράσταση πρέπει να λειτουργεί υπό μορφή παρτιτούρας- όντως σαν την μουσική- και να σε κάνει να αισθάνεσαι πράματα τα οποία δεν ξέρεις ή δεν μπορείς να εξηγήσεις. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ρυθμού, της ανάσας της παράστασης. Έτσι λοιπόν δουλεύουμε πολύ αυτό το κομμάτι με τα παιδιά.


Είναι μεγάλη τύχη να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που συμφωνείτε και ταιριάζετε. Με την Μαριλού Κατσαφάδου (Νίνα) συνεργαζόμαστε τα τελευταία χρόνια στο θέατρο Badminton, εκείνη ως ηθοποιός και εγώ ως βοηθός σκηνοθέτη και stage manager. Τη γνώριζα πολύ καλά, την αγαπώ και την εκτιμώ αφάνταστα. Τόσο σαν άνθρωπος όσο και ως ηθοποιός είναι εξαιρετική. Τον Θανάση Ισιδώρου (Τρέπλιεφ) τον είχα δει στην παράσταση «Μια Ελλάδα Θέατρο» και ήταν επίσης εξαιρετικός. Χάρηκα πάρα πολύ όταν μιλήσαμε και ενθουσιάστηκε και ο ίδιος με το έργο και το όλο project. Είναι υπέροχος απλά.


Σίγουρα η κρίση έχει δυσκολέψει πολύ τους σκηνοθέτες και ιδιαίτερα τη νέα γενιά που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια. Ποιος είναι ο τρόπος, θεωρείς, για να συνεχίσουν να ανεβαίνουν αξιόλογες παραστάσεις και ο κόσμος να τις στηρίζει; Δεν θα έλεγα ότι η κρίση έχει αλλάξει κάτι δραματικά στο θέατρο. Ίσα ίσα οι αριθμοί, των παραστάσεων τουλάχιστον, δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Αυτό που έχει δυσκολέψει είναι η έλλειψη παραγωγών. Εκτός των μεγάλων θεάτρων και θεαμάτων, δεν υπάρχει κάποιος που ως σκηνοθέτης να μπορείς να του χτυπήσεις την πόρτα και να του πεις «αυτή είναι η ιδέα μου, πως σου φαίνεται και πως μπορούμε να την κάνουμε;». Οπότε αναγκάζεσαι να γίνεις ο ίδιος, εκτός από τα υπόλοιπα, και παραγωγός στην ιδέα σου τις περισσότερες φορές. Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι η παραγωγή πολιτισμικού κεφαλαίου σχετίζεται με την ομαδικότητα, τη συνεργασία, την συν-τεχνία, οπότε ίσως είναι η στιγμή να παραμερίσουμε λίγο την προσωπική μας ματαιοδοξία ο καθένας προς χάριν του διαλόγου. Ο κόσμος νομίζω ανέκαθεν στήριζε κάτι που του δίνεται ειλικρινά, με αλήθεια, είτε του αρέσει είτε όχι. Άμα είναι ειλικρινές- το λιγότερο- θα το αποδεχτεί. Το κοινό, όπως και ο καθένας μας, ειδικά τώρα πια, δεν θέλει και δεν ανέχεται την κοροϊδία.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου; Υπάρχουν διάφορες σκέψεις και συζητήσεις για μελλοντικές δουλειές αλλά πρώτα από όλα θα ήθελα να μπορέσω να επιστρέψω το καλοκαίρι σε μια αγαπημένη μου πόλη, να ταξιδέψω λίγο και ό,τι γεννηθεί μετά από αυτό ας προκύψει!. Αν και τελευταία η ιδέα της επιστροφής στον Πίντερ με τριγυρνάει…

Θέατρο 104 (Ευμπολπιδών 41, Γκάζι), Σκηνή: Black Box, 30 Ιανουαρίου – 11 Απριλίου, Ημέρες παραστάσεων: Δευτέρα – Τρίτη, Ώρα: 21:00, NINA Facebook
Σπήλιος Τσακίρης

Share
Published by
Σπήλιος Τσακίρης