Για πολλούς από εμάς, οι καλοκαιρινές συναυλίες της πόλης είναι εδώ και χρόνια ο μοναδικός λόγος που δεν φρικάρουμε εντελώς με το γεγονός πως βρισκόμαστε στην Αθήνα στον καύσωνα, και όχι σε κάποιο δροσερό μέρος για διακοπές. Ο δικός μου αναγκαίος καθησυχασμός, ήρθε φέτος 24 Ιουνίου με Release, τους αειθαλείς Nick Cave and the Bad Seeds, και μια funky υποδοχή από τον Baxter Dury. Ιδανική εκκίνηση, με δυο ακούραστους περφόρμερς οι οποίοι έσκασαν στην σκηνή εμφανώς χαρούμενοι και άψογα κουστουμαρισμένοι, για να αφήσουν ένα διαφορετικό αλλά εξίσου ξεκάθαρο αποτύπωμα στην Πλατεία Νερού. Το dress-code ήταν ημιεπίσημο και δεν πήραμε το memo, αλλά το θέμα της βραδιάς ήταν «συναισθηματικό ρόλερ-κόστερ» – και γι’ αυτό ήμασταν προετοιμασμένοι.
Κάθε concert-goer έχει το δικό του τελετουργικό. Κάποιοι, ψάχνουν μανιακά το set list στο ίντερνετ και κάνουν προθέρμανση ακούγοντας και μαθαίνοντας τα τραγούδια που επρόκειτο να ακούσουν λάιβ. Άλλοι επιζητούν μια βραδιά γεμάτη εκπλήξεις – μέχρι που αποφεύγουν να ακούσουν τον καλλιτέχνη της βραδιάς νωρίτερα, με μια ελπίδα για ένα high που εντείνεται λόγω λαχτάρας και αυθορμητισμού. Εγώ κινούμαι κάπου στη μέση. Μου αρέσει να αφιερώνω ολόκληρη την ημέρα στον «τιμώμενο» μουσικό της βραδιάς, «ξεφυλλίζοντας» τη δισκογραφία του για να μπω στο κλίμα από νωρίς.
Αυτό δε συνέβη στην περίπτωση του Νικ Κέιβ, ενός καλλιτέχνη που ακούω απ’ όταν με θυμάμαι να ψάχνομαι μουσικά, τόσο που τα τραγούδια του είναι βαθιά εγγεγραμμένα στη μουσική μνήμη μου – δε χρειάζονται φρεσκάρισμα. Συνειδητοποιώ συζητώντας με φίλους για το φετινό λάιβ πως, για όσους πραγματικά τους συμπαθούν, οι Nick Cave and the Bad Seeds δεν ήταν ποτέ «φάση», αλλά μια σταθερά στην οποία γυρνάνε τακτικά. Ίσως αυτή η αίσθηση του «πάντα εκεί» εξηγεί το γιατί δεν είχα νιώσει μέχρι φέτος την επιτακτική ανάγκη να τους δω ζωντανά, όπως και το γιατί δεν πέρασα όλο μου το πρωί ανατρέχοντας στα κομμάτια τους.
Αντ’ αυτού, το εργασιακό 8ωρο πριν το λάιβ με βρήκε να ακούω (τυχαία, συνειρμικά ή διαισθητικά) PJ Harvey, μια από τις πιο θρασείς φωνές της μουσικής ιστορίας, αλλά και συνεργάτιδα και μεγάλο, παρότι σύντομο, έρωτα του Νικ Κέιβ – το «The Boatman’s Call» (1997) λέγεται πως εμπνεύστηκε από τον χωρισμό τους. Ήταν ένας εναλλακτικός, έμμεσος τρόπος να μπω στο κλίμα, ο οποίος λειτούργησε πάρα ταύτα. Λίγες ώρες αργότερα, ο Νικ Κέιβ θα τραγουδήσει στο πιάνο το ντουέτο τους «Henry Lee», χωρίς την Πόλι Τζιν αλλά και μαζί της, κι εγώ θα στέκομαι κάπου χαμένη να σκέφτομαι πως όλα συνδέονται, πως η μουσική σημαίνει μεταξύ άλλων και αθανασία, πως τώρα στην Πλατεία έχουν συγκεντρωθεί, πέρα από εμάς τους παρευρισκόμενους, και εκείνοι που λείπουν.
Μέρα Τετάρτη, ώρα 18:00, βαθμοί κελσίου 30. Έχοντας αναλάβει να γράψω για το λάιβ και πάσχοντας από σύνδρομο καλής μαθήτριας, ξεκινώ από την Κυψέλη αγχωμένη και σκασμένη, υπολογίζοντας να φτάσω πριν βγει ο Baxter. Λίγο να πιάσω βάιμπ, λίγο να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Ήταν άλλωστε η πρώτη αθηναϊκή συναυλία που πήγα μόνη μου, σαν να λέμε η ωραιότερη αφορμή να το ζήσω main character. Όπως κάθε χρόνο, με τρομακτική συνέπεια, χάνω την έξοδο για Πλατεία Νερού (όχι τόσο καλή μαθήτρια τελικά). Συν 10 λεπτά, ώρα άφιξης 18:48.
Ο Baxter Dury βγήκε στις 19:15 (Άγγλος με τα όλα του), χοροπηδώντας στη σκηνή στο beat του «Hapsburg» από το πιο πρόσφατο άλμπουμ του «Allbarone» (2025). Ο ήλιος έκαιγε και αντανακλούσε άψογα στον περφόρμερ, μια εικόνα που δεν μπορούσε παρά να σε τραβήξει κοντά της. Είχα μόλις κάτσει στο έδαφος να κάνω το πρώτο μου τσιγάρο και με πλάνο να κρατήσω δυνάμεις, αλλά από το πρώτο λεπτό του σετ κατάλαβα ότι εδώ πάμε για σοβαρό πάρτυ, oldschool στυλ. Και είχα δίκιο. Ο electro-pop ήχος της πιο φρέσκιας δουλειάς, αλλά και η ασύλληπτη σκηνική του παρουσία, ο ασυντόνιστος μα χαρακτηριστικός χορός του και η εθιστική προφορά του, δεν αφήνουν περιθώρια.
Από τη μια σε παρακαλάει να τον αγαπήσεις στο «Return of the Sharp Heads» σαν η ζωή του να εξαρτάται από αυτό, από την άλλη βιώνει την προσωπική του έκρηξη «φτύνοντας» το «Mockingjay» και σε θέλει εκεί, μάρτυρα. Και είτε σου αρέσει είτε όχι, δεν μπορείς να του αντισταθείς. Το σετ του Baxter εξελίχθηκε σε ένα συνεχές μπρος-πίσω, από disco σε αφηγηματικό χιπ-χοπ, ψυχεδελικό ροκ και πάλι από την αρχή. Ηρεμήσαμε στο νοσταλγικό (20χρονο!) «Cocaine Man», τριπάραμε στο γεμάτο ψυχή «I Am Not Your Dog», βαιμπάραμε στο ειρωνικό «Miami».
Ήταν τα περισσότερα «fuck» (και τα παράγωγά του) που έχω ακούσει ποτέ σε λάιβ, και ένα σετ που μου θύμισε την αίγλη της βρετανικής μουσικής, την μαγεία που έρχεται με την «ακαταστασία». Στο τέλος του act πετυχαίνω τον Μιχάλη, έναν παλιό γνωστό από Θεσσαλονίκη ο οποίος μου λέει για τον Baxter: «είναι ο πιο ακραίος τύπος που έχω δει τα τελευταία χρόνια, δεν ήρθα καν για τον Νικ Κέιβ». Το ακούω. Άλλωστε, πόσες φορές να συγκινηθεί κανείς με μια ροκ μπάντα που είναι ενεργή εδώ και 4 δεκαετίες, και έχει έρθει στην χώρα δεκάδες φορές; Η απάντηση ήρθε πολύ σύντομα.
Ο Αυστραλός φίλος μας – νομίζω πως όλοι οι Έλληνες νιώθουν με έναν τρόπο φίλοι του Νικ Κέιβ, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συνέπεια και τη διάθεση με τις οποίες ο δημιουργός επιστρέφει στην χώρα – βγαίνει μαζί με τους The Bad Seeds και τέσσερις αγγελικούς back-up singers. Συνολικά 11 άτομα στη σκηνή, ετοιμάζονται για ένα ακόμα αξέχαστο σόου, το οποίο ξεκινά με μια υπόσχεση, γραμμένη το 2004: «Get Ready for Love». Μπήκαμε δυναμικά στη «ζώνη» με ένα πρώτο τραγούδι-γιορτή, κάπως όπως ο Νικ Κέιβ χώθηκε εξαρχής ανάμεσα στο κοινό – η ενέργεια του δε μεταδίδεται στο κοινό, ανατροφοδοτείται από αυτό.
Δεσμευμένος να καλύψει χρονικά μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς από αυτό που υπολόγιζε, ακούσαμε κομμάτια που δεν περιμέναμε, όπως το «Train Long Suffering» του 1985 – το οποίο κατάφεραν να εκτελέσουν ζωντανά εδώ μαζί μας, μετά από 4 αποτυχημένες προσπάθειες προηγούμενων λάιβ, και το οποίο μας ξεσήκωσε μια και καλή. Ο ενθουσιασμός συνεχίστηκε με το fan-favorite «Red Right Hand», αν και οι σπουδαιότερες στιγμές της βραδιάς ήρθαν λίγο αργότερα: με το επικό «Mercy Seat», το συνταρακτικό 15λεπτο «Hollywood», το μελαγχολικό «Bright Horses», εκτελέσεις που μας θυμίζουν τι αγαπάμε τόσο πολύ σ’ αυτήν την μπάντα (mvp ο πολυτάλαντος Γουόρεν Έλλις, ο καλύτερος «κακός σπόρος»). Και φυσικά, με το «Jubilee Street», μια συνειδητοποίηση πως τόσα χρόνια μετά, μπορούν ακόμα να κάνουν αυτό που κάνουν («I’m transforming, I’m vibrating, look at me now»).
Ο Νικ Κέιβ είναι ένας συγκινητικά ταλαντούχος στιχουργός και ένας αδιαμφισβήτητα σπουδαίος μουσικός. Πάνω από όλα όμως, είναι ένας περήφανα συναισθηματικός τύπος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είδαμε να δακρύζει επί σκηνής – με κάθε παράκληση του ανατριχιαστικού «Joy», κατά την εκτέλεση του «Carnage», στο οποίο ο ίδιος βρίσκει κάτι μοναδικό – δεν ξέρει τι είναι, αλλά το νιώθει. Και είναι εκεί για το «μαζί», μια ποιότητα που διαφαίνεται στα τραγούδια του εδώ και δεκαετίες. Τις στιγμές που δε χρειαζόταν να βρίσκεται στο πιάνο, όπως για το νοσταλγικό «Henry Lee», το προσωπικό του αγαπημένο «Wild God» και το συλλογικό «Ο’ Children», μέσω του οποίου μας παρακίνησε όσο πιο γλυκά μπορούσε να τραγουδήσουμε μαζί του, ο τραγουδιστής ήταν δίπλα στους φαν της πρώτης γραμμής (ή κυριολεκτικά πάνω τους). Αξέχαστη η εικόνα του να τραγουδάει το «Weeping Song» χέρι-χέρι με το υπερχαρούμενο παιδί που ανέβασε στη σκηνή.
Οι Nick Cave and the Bad Seeds τραγουδάνε πολύ για generic έννοιες, όπως η αγάπη. Και για κάποιους αυτό είναι βαρετό, μπανάλ. Όμως ο Νικ Κέιβ έχει έναν μοναδικό τρόπο να αφηγείται ιστορίες: τα τραγούδια του είναι ταυτόχρονα τέρμα προσωπικά και απόλυτα καθολικά. Και παρά το κλισέ «μήνυμα αγάπης» που πολύ σνομπάρουν, εκείνος μας θυμίζει με έναν «μέτα» και αγνά ροκ τρόπο, πως πράγματι, είναι το μόνο που έχει σημασία. Αποχωρώ με αυτήν την σκέψη, μετά το αποχαιρετιστήριο «Into My Arms». Όλοι το περιμένανε, λίγοι το θέλανε, πολλοί λυγίσαμε. Οι πιο τυχεροί αγκαλιάστηκαν.
Ο χειρότερος τύπος που ξέρεις είναι ο 45χρονος man-baby που φεύγει αγανακτισμένος πριν τελειώσει το τραγούδι και γκρινιάζει στον φίλο του επειδή «δεν είπε το ‘Do You Love Me’ ρε, με δουλεύεις;». Ο καλύτερος τύπος που ξέρεις ξεπροβοδίζει το κοινό στο δρομάκι προς την έξοδο, μετά τις καντίνες και τα αυτοσχέδια merch stands, χαμογελώντας και παίζοντας στην κιθάρα το «Ziggy Stardust».
Ροκ για πάντα – και πέρα απ’ τη μουσική.