Αρχικά θέλω να επιχειρηματολογήσω τι σημαίνει πραγματικός fan της Lykke Li πριν ξεκινήσετε όλ@ μαζί μου beef λες και χρειάζομαι πτυχίο από ΑΕΙ τετράχρονης φοίτησης για να μπορέσω να αυτοχαρακτηριστώ έτσι. Την είχα δει να παίζει στο Pukkelpop σχεδόν 20 χρόνια πριν στις 11 το πρωί και ήμουν μπροστά στη σκηνή χορεύοντας μόνος μου Little Bit; Ναι. Την είχα ακολουθήσει ως άλλη Penny Lane από το Almost Famous σε σταθμούς της ευρωπαϊκής της περιοδείας αμέσως μετά; Φυσικά. Την έμαθα από το Magician Remix του I Follow Rivers; Προφανώς και όχι. Ξέρω όλους τους στίχους των τραγουδιών της; Φυσικά και όχι, γιατί i have a life babes.
Έχω όλα τα album της σε βινύλια και μάλιστα το “So Sad So Sexy” το έχω και κλειστό, αλλά και ανοιχτό στον τοίχο μου, γιατί ο τίτλος του δίσκου αυτού είναι στάση ζωής; Φυσικά και ναι. Αν όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχω t-shirts της που δεν μου κάνουν και αμέτρητα cds της και την έχω δει live σε περιοδεία του κάθε δίσκου της στην Ευρώπη, δεν σας κάνουν, τότε δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για να σας πείσω ότι είμαι καθαρόαιμος Lykke Li fan από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε στη μουσική μπλογκόσφαιρα στα χρόνια του MySpace.
Όταν έμαθα για τη συναυλία της Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, χρειάστηκα μόνο ένα δέκατο του δευτερολέπτου για να μπω online και να κλείσω εισιτήρια, μην τυχόν και χάσω την performance της, όχι επειδή ήταν στην Ελλάδα ή στο Ηρώδειο, αλλά επειδή δήλωσε ότι ο δίσκος που κυκλοφόρησε φέτος και ακούει στο όνομα Afterparty θα είναι ο τελευταίος της ως Lykke Li που ξέρουμε και αγαπάμε. Αυτοματικά σκέφτηκα αν αυτός είναι ο τελευταίος της δίσκος, θα είναι και αυτή η τελευταία περιοδεία της και μετά θα πρέπει να υποστώ την ταπείνωση να δω μια best of περιοδεία της με ολογράμματα;
Στον φόβο ακριβώς αυτό, είπα ότι δεν γίνεται να μη δω τη Lykke Li, ακόμα και αν το κύκνειο άσμα της δεν είχε την αίγλη και τον αέρα των προηγούμενων δίσκων της που ήταν βούτυρο στο ψωμί των φίλων της indie pop που μεγάλωσαν ακούγοντας διάφορα αστέρια της Labrador Records. Νιώθω ότι η μετακόμισή της στο L.A. τα τελευταία χρόνια την έριξαν σε ένα μονοπάτι που την οδήγησε σε ένα era με δόση αμερικανοποίησης. Δεν μου αρέσει απαραίτητα η νέα πραγματικότητά της, αλλά έχω μείνει στη Σουηδία και ξέρω ότι η απουσία φωτός μπορεί να σε διώξει μακριά, οπότε καλά έκανε το κορίτσι και βρέθηκε στην Καλιφόρνια να μεγαλώνει παιδιά, να διαχειρίζεται χωρισμούς, νέα ξεκινήματα, ups and downs mainstream επιτυχίας και φυσικά το γεγονός ότι μεγαλώνει ως Σουηδή σε μία πόλη που όλα είναι επίπλαστα και η τελειότητα σερβίρεται ως πρωινό μαζί με τον πανάκριβο μάτσα λάτε.
Για όσους δεν το γνωρίζουν η Lykke Li είναι στην ίδια ηλικία με μένα, γεννήθηκε το 1986 και έγινε 40 πριν μερικούς μήνες -εγώ θα γίνω σε μερικές μέρες- αλλά καταλαβαίνω και νιώθω την υπαρξιακή αγωνία των 40 μαζί της, όπως έχω νιώσει στη μουσική της κάθε διαφορετική περίοδο της ζωής μου ως μιλένιαλ που ξεκίνησε ως indie kid και μετά προσγειώθηκε στην πραγματικότητα.
Στο live που μας απασχολεί εν προκειμένω και τίποτα δεν σας έχω πει ακόμα είναι ότι, αν εξαιρέσεις την προσωπική μου εμπειρία ή δυστυχία να δω στο διπλανό διάζωμα, αλλά ευτυχώς από μακριά, ένα αγόρι που μου ράγισε την καρδιά πριν χρόνια όσο κανένα άλλο, και αν ξεπεράσεις το γεγονός ότι πίσω μου καθόταν μια καριερίστρια από τα Β.Π που μίλαγε ακατάπαυστα για τις Big 4 εταιρίες και τις corporate επιτυχίες της λες και ήταν στο λόμπι που η Anna Delvi μάζευε πληροφορίες για να εξαπατήσει της ελίτ της Νέα Υόρκης, ήταν ένα μέτριο live. Όχι, επειδή η Lykke Li δεν είναι καλή. Είναι σταθερά εξαιρετική όπως ήταν και χθες. Η φωνή ακούγεται λες και ακούς τους δίσκους της σε audiophile bar, είναι forever cool girl, τα show της είναι πάντα άρτια φτιαγμένα χωρίς να τσιρίζουν “επιτήδευση”, αλλά αυτό δεν αρκούσε για να γίνει το live της ανάμνηση.
Τα βασικά προβλήματα ήταν δύο, το κοινό και η setlist. Πρώτον το κοινό -και δεν αναφέρομαι στον πρώην μου ή στο start up κορίτσι-, αλλά γενικά σε ένα νωχελικό κοινό που μάλλον βρέθηκε εκεί επειδή άκουσε στον Kiss FM ή σε ένα club της παραλιακής, το remix του I follow rivers. Το κοινό εν γένει μου φάνηκε σαν να ακούει πρώτη φορά τα τραγούδια της, με άβολο αποκορύφωμα όταν η λατρεμένη Lykke Li κατέβηκε από τη σκηνή για να κάνει sing-along με τον κόσμο το “sex money feelings die”, αλλά μάλλον απογοητεύτηκε, γιατί λίγοι ήξεραν τους στίχους. Καλύτερη διαδραστική στιγμή της βραδιάς, όταν αφού τελείωσε και τα encore της έβαλε στα ηχεία το Rhythm of the Night των Corona και ο κόσμος κατέβηκε να χορέψει μαζί της, αυτή την iconic 90s επιτυχία. Εκεί ήταν και μία από τις λίγες στιγμές που το live είχε ψυχή. Άλλη μία ήταν όταν τραγούδησε acoustic το I Know Places από το Wounded Rhymes, κάτι που είχε χρόνια να κάνει και φαινόταν ότι το απήλαυσε γιατί απευθυνόταν στην ψυχούλα των θαυμαστών της που έχουμε κλάψει γκόμενους με τον κουβά ακούγοντας τη μουσική της.
Το setlist της από την άλλη ήταν αψυχολόγητο, ένα ένα ποτ πουρί από όλους τους δίσκους και την απαραίτητη δόση πρόμο από το νέο της album. Νομίζω ότι ο χώρος σήκωνε ένα setlist με τραγούδια γεμάτα ψυχή, κάτι που η Lykke Li ξέρει καλά μιας και στη δισκογραφία της υπάρχουν αμέτρητα από αυτά. Μπορεί να είχε βαρεθεί να τα παίζει, μπορεί να μην την αφορά πια, αλλά η επιλογή των τραγουδιών στέρησαν από τη βραδιά που φωτίστηκε εντυπωσιακά από την αθηναϊκή ημισέληνο, το γκραντιοζιτέ που θα περίμενε κανείς από ένα live της Lykke Li κάτω από την Ακρόπολη.
Αυτά από εμένα. Σε αγαπώ Lykke Li. Θα μου λείψεις και ελπίζω να ξανασκεφτείς την απόφασή σου για πρόωρη σύνταξη. Ή και όχι. Γιατί φεύγεις τόσο iconic όσο ξεκίνησες και κάνεις πραγματικότητα το όνειρο κάθε μιλένιαλ για πρόωρη σύνταξη.