ΜΟΥΣΙΚΗ

Μια νύχτα με τον David Byrne: Για όσους ήρθαν. Και για όσους βαρέθηκαν να έρθουν

Είμαι από αυτούς που βαρέθηκαν να πάνε στους Einstürzende Neubauten και ακόμη χτυπάνε το κεφάλι τους σε τοίχους, πατώματα και κάγκελα. Οπότε ξέρω καλά από λάθος αποφάσεις που παίρνουμε σε αυτή τη ζωή. Και συμπονώ. Το ότι ήσουν κουρασμένος και δεν σκέφτηκες καθαρά. Που είπες «εντάξει μωρέ μεγάλος άνθρωπος είναι πια ο David Byrne, τι να μας πει και τι να κάνει:». Που θυμήθηκες τα Broadway,  τη θεατρικότητα και όλα αυτά τα περίεργα concept που τρέχουν μαζί του τα τελευταία χρόνια. Που φοβήθηκες ότι τα χιτς των Talking Heads θα πέσουν παραπλεύρως σε μια ακρούλα να μη τα ακούει άνθρωπος. Που τελικά σκέφτηκες «Άστο. Σιγά. Τι θα χάσω».

Σου ΄χω νέα. Τα λάθη εδώ πληρώνονται!

Άνθρωπος 74 ετών εμφανίζεται στη σκηνή. Και συμβαίνει κάτι παράδοξο, η ηλικία του υπάρχει μόνο στο βιογραφικό του. Μαζί του μια παρέα δώδεκα μουσικών, χορευτών. Και συμβαίνει κι ένα δεύτερο παράδοξο. Αυτός «χάνεται» μέσα σε αυτούς και αυτοί μέσα σε αυτόν. Δεν υπάρχει ο κλασσικός σταρ με την αυλή του. Υπάρχει μόνο ένα σώμα, μια ομάδα που κινείται αναπνέει και παράγει μουσική. Κυρίες και κύριοι καλώς ήρθατε σε κάτι που δεν έχετε ξαταδεί. Και, μέχρι νεοτέρας, ίσως και μη να μη ξαναδείτε.

Υπερβολές; Όποιος ήταν εκεί να σηκώσει ψηλά το χέρι αν διαφωνεί. Ωραιότατα. Κανείς.  Γιατί αυτό που είδαμε στο Release δεν ήταν μια συνηθισμένη ροκ εμφάνιση.  Ήταν μια παράσταση χτισμένη με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια. Ένα θεατρικό concept μετρημένο στην εντέλεια, σε κάθε κίνηση, κάθε βήμα, κάθε αλλαγή θέσης.

Πάνω στη σκηνή ο 74χρονος αυτός νέος με το στενό μπλουζί να διακρίνει τρυφερά και γενναιόδωρα το “πέρασμα” του χρόνου, είχε την ενέργεια ενός εικοσάχρονου και τη διαύγεια ενός ανθρώπου που έχει δει τον χρόνο από απόσταση. Κινήθηκε, τραγούδησε, χόρεψε, συντόνισε μια ολόκληρη ομάδα μουσικών σαν να μην ήταν μια συναυλία αλλά μια ζωντανή κατασκευή που άλλαζε μορφή μπροστά στα μάτια μας.

Ο Byrne κουβαλάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτή την ιδέα εδώ και δεκαετίες. Από το θρυλικό Stop Making Sense των Talking Heads, όπου μια συναυλία μεταμορφωνόταν σε σκηνική παράσταση, μέχρι το American Utopia, όπου οι μουσικοί εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές θέσεις τους και έγιναν ένα κινούμενο σώμα ήχου και ρυθμού. Και χθες είδαμε τη συνέχεια αυτής της ιδέας. Κινούμενη μπάντα, συμμετρικές κινήσεις, αίσθηση ότι βλέπεις χορογραφημένο σύνολο, απουσία «βαριών» σκηνικών, η ιδέα ότι οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή δημιουργούν τον χώρο. Και παράλληλα λέξεις που μένουν. Λέξεις που δεν χάνονται μέσα στην φλυαρία γιατί δεν τη χρειάζονται. Οι ιστορίες, άλλοτε χαριτωμένες, άλλοτε διασκεδαστικές, άλλοτε πολιτικά αιχμηρές και άλλοτε μαχαίρι στην καρδιά, σύνδεαν τα τραγούδια απρόσμενα με λύτρωση και ευγνωμοσύνη. Μη τη φοβάσαι εδώ την λεκτική υπερβολή, την γεμάτη ενθουσιασμό. Είναι που ταιριάζει. 

Η συμπόνια και η αποδοχή σε συναυλία δεν ήταν πότε τόσο καθαρή σαν κρύσταλλο όσο εδώ. 

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, οι Talking Heads έφεραν έναν εντελώς διαφορετικό αέρα. Το Talking Heads: 77 έφερε το νευρικό, παράξενο, αστικό βλέμμα του Byrne, με το Psycho Killer να γίνεται ένας ύμνος διαφορετικότητας. Δεν ήταν το κλασικό ροκ της εποχής. Ήταν μουσική για ανθρώπους που ένιωθαν λίγο έξω από το κάδρο.

Με το Fear of Music και το Remain in Light η μπάντα πήγε ακόμη πιο μακριά. Οι αφρικανικοί ρυθμοί, οι επαναλήψεις, οι πολυφωνίες και η εμμονή με τον ρυθμό δημιούργησαν έναν ήχο που ακόμα και σήμερα ακούγεται προφητικός. Το Born Under Punches, το I Zimbra, το Once in a Lifetime, δεν είναι απλώς τραγούδια. Είναι μικρά μουσικά σύμπαντα.

Και μετά ήρθε το Speaking in Tongues με το This Must Be the Place και το Burning Down the House. Η παράξενη ευφυΐα των Talking Heads βρήκε έναν τρόπο να γίνει και μαζική χωρίς να χάσει την ιδιαιτερότητά της. Όμως ο Byrne δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει.

Σε αυτό που είδαμε -προσωπικά δεν ήμουν καθόλου υποψιασμένος και ας είχα δει τα ντοκιμαντέρ που συνοδεύουν τις κομβικές του στάσεις – δεν υπήρχε η κλασική εικόνα του σταρ μπροστά και της μπάντας πίσω. Υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων που κινούνταν σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Τα όργανα, οι φωνές, τα σώματα, όλα ήταν μέρος της ίδιας χορογραφίας. Σαν να έβλεπες τη μουσική όχι μόνο να ακούγεται αλλά και να παίρνει μορφή.

Και μετά ήρθαν τα τραγούδια. Αλλά κάτσε πριν τα τραγούδια ήρθε η εικόνα. Γιατί κάποιος πρέπει να μιλήσει γι’ αυτά τα χρώματα στις οθόνες, την ζωηράδα και την ένταση των εικόνων έτσι όπως ακολουθούσαν. Μια αγριεμένη θάλασσα, ένας καλαμπόκηπος, το σπίτι στην Νέα Υόρκη, φίλοι ξενύχτηδες μετά από πάρτι.    

Και μετά ήρθαν τα τραγούδια. Καλώς τα τα παιδιά τα ζουμπουρλούδικα. Εσύ με ποιο  χόρεψες περισσότερο; Εγώ με το Slippery People από το Speaking in Tongues (1983) Μπήκε ο δαίμονας μέσα μου, φύγαν οι μπύρες τα νερά στον αέρα, έσπασε η μέση, άνοιξαν τα χέρια να αγκαλιάσουν τον αέρα, για σου βρε Ντέιβιντ άρχοντα εσύ και η όμορφη παρέα σου.  

Φυσικά η βόλτα ανάμεσα στο τότε και το μετά στάθηκε επάξια στο ύψος της. Αν μέτρησα καλά τα 12 από τα 26 είναι των Talking Heads (δες το set list εδώ). Το This Must Be the Place δεν ακούστηκε καν σαν σήμα νοσταλγίας. Το Once in a Lifetime δεν ήταν απλώς μια μεγάλη επιτυχία. Το Born Under Punches, το Life During Wartime, το Psycho Killer, το House in Motion, το (Nothing but) flowers , το Born Under Punches (The Heat Goes On) δεν ήταν επιστροφή στο παρελθόν. Ήταν υπενθύμιση ότι η μουσική τους δεν ανήκει σε μια εποχή. Ανήκει σε μια διαρκή ανησυχία, στο πώς ζούμε, πώς κινούμαστε, πώς συνδεόμαστε. Ανάμεσα σε φυλές, σε ηλικίες και σεξουαλικότητες. Η υπέροχη ομάδα του από καλλιτεχνάρες περιείχε αυτό ακριβώς, την συμπερίληψη, με ευδιάκριτη κανονικότητα – το σχολιάσαμε μετά εντυπωσιασμένοι.

Το Burning Down the House ίσως να ήταν και το πιο όμορφο της βραδιάς.

Ένας άνθρωπος που έγραψε μουσική για την αποξένωση, την πόλη, την παράνοια της σύγχρονης ζωής, βρέθηκε μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και δημιούργησε το ακριβώς αντίθετο, μια στιγμή απόλυτης συλλογικής χαράς. Είδα λίγους, δεν μπορούσα να πάρα τα μάτια μου από την σκηνή. Μετά, στα σόσιαλ, τους είδα όλους να ανταλλάσσουν στορις με βαθιά χαμόγελα. Ήταν κι αυτοί εκεί. 

Για δύο ώρες περίπου, ο χρόνος έκανε στην άκρη.

Και άφησε ένα από τα πιο αγαπημένα του παιδιά να μας υπενθυμίσει κάτι. Πως η νεότητα δεν είναι αριθμός αλλά η ικανότητα να παραμένεις περίεργος, ανοιχτός, έτοιμος να κινηθείς. Και να μας δείξει, μια Κυριακή του Ιουνίου κάπου στην Αθήνα όχι πώς να μείνουμε νέοι. Αλλά πώς να παραμένουμε ζωντανοί.

Υ.Γ.1 Ναι έλειψε το Blind, περίεργο, το ethnic funk ηχοδρόμιο του θα ταίριαζε θαρρείς άριστα στο ύφος της παράστασης. Όπως και το Road to Nowhere, ποιος θα ήταν αυτός που δεν θα σεληνιαζόταν την στιγμή που το ακορντεόν της αρχής έσχιζε τον αέρα; Ναι έλειψαν κι άλλα προφανώς, αγαπημένα του καθενός από μια πλούσια εκστατική δισκογραφία. Στο τέλος όμως όταν το χειροκρότημα που τον κράτησε παραπάνω στην σκηνή – πόσο γλυκό το εμφανές ξάφνιασμα του- σου έδειξε πως ουσιαστικά δεν έλειψε τίποτα. Ακόμη κι αυτά που στιγμιαία ένιωσες πως ξεχάστηκαν.   

Υ.Γ.2 Φυσικά και ο Byrne δεν υπήρξε μόνος στη συναυλιακή βραδιά. Είχαν προηγηθεί οι Deadletter, ένα “από τα πιο συναρπαστικά ανερχόμενα ονόματα της Μ. Βρετανίας” και οι Nation of Language, το “υπέροχο synth-pop τρίο από το Brooklyn”, και πες το όμως λάθος συνεννόηση, πες το και χαλασμένο μηχανάκι, βρέθηκα να περιμένω την Α. στο σταθμό του Κορυδαλλού για ώρες. Τελείωναν οι δεύτεροι μόλις τα καταφέραμε. Τους χρωστάω.   

Υ.Γ.3 Πάμε πάλι από την αρχή. Όταν πάτε σε συναυλία ΜΗΝ πιάνετε δυνατά την πάρλα, όσο κι αν φωνάζετε δεν θα ακουστείτε πάνω από αυτόν που τραγουδά. Η ακόμη καλύτερα σας έχω εναλλακτική. Μείνετε σπίτι. Και συζητήστε σε όση ένταση θέλετε. Με την ησυχία σας. Ωχού , δηλαδή!

Δημήτρης Πάντσος