ΜΟΥΣΙΚΗ

Είναι πανκ η Τέιλορ Σουίφτ; Οι Offspring στο Release έδωσαν την απάντηση

Με σχεδόν όλα τα μουσικά είδη να έχουν τιμηθεί στο φετινό Release Festival, την 7η Ιουλίου έφτασε η μέρα για το πανκ επιφυλάσσοντας δύο επιστροφές αγαπημένων συγκροτημάτων του κοινού, αλλά και την παρθενική εμφάνιση ενός σχήματος που την τελευταία διετία κάνει θραύση στο εξωτερικό.

Ως είθισται, βέβαια, λίγο το ότι οι High Vis ήταν προγραμματισμένο να βγουν σχετικά νωρίς (18:45), λίγο το ότι παραδοσιακά στην Ελλάδα αντιλαμβανόμαστε τα πρώτα ονόματα ενός billing σα συνοδευτικά του headliner, άρα που δε χρήζουν ιδιαίτερης πρεμούρας, είχαν σαν αποτέλεσμα η μπάντα από το Λίβερπουλ να παίξει μπροστά σε μια χούφτα παρευρισκόμενους, εκ των οποίων ακόμα λιγότεροι ήταν εξοικειωμένοι με τη δισκογραφία τους. Πολύ μεγάλη πρόταση για μια αναμενόμενη παρατήρηση που λίγο επηρέασε και εμένα, αλλά και τους Άγγλους.

Το set τους εκτός από άρτιο ήταν και πορωτικά μεταδοτικό, εκπέμποντας μια φρεσκάδα που δικαιώνει τη σταθερή άνοδο της δημοφιλίας τους. Έπειτα, αν και έχουν συνηθίσει σε σκηνές όπου η εγγύτητα με το κοινό είναι ένα καλώδιο μικροφώνου μακριά, η ενέργεια του συγκροτήματος και δη του τραγουδιστή Γκρέιαμ Σέιλ, ο οποίος δε δίστασε να κάνει moshing με το φανταστικό φίλο του, ήταν στα ύψη. Το μεγαλύτερο ατού των High Vis είναι η «έξω καρδιά» προσέγγισή τους, ο τρόπος που δεν αποφεύγουν την έκθεση, αλλά και το να μιλούν με ειλικρίνεια για προσωπικά, ακόμα και τραυματικά βιώματα. Εξ ου και η πιο φορτισμένη στιγμή ήρθε όταν ο Σέιλ δήλωσε ευγνώμων που τους ακούσαμε, αλλά περισσότερο που είναι ζωντανός για να το απολαύσει, αφού πέρσι έφτασε πολύ κοντά στο να κάνει μη αναστρέψιμο κακό στον εαυτό του. Παρότι ηχητικά δεν ανήκουν πλήρως στο ιδίωμα, αλλά κατάγονται από αυτό, έχουν διοχετεύσει τα ψυχικά τέλματά τους στο hardcore, το οποίο εξάλλου αποτελεί κατεξοχήν μια φιλόξενη κοινότητα στην οποία υπάρχει πάντα βοήθεια και κάποιος να σε ακούσει. Γενικά, να μιλάμε και να ζητάμε στήριξη, μόνο καλό θα κάνει.

Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήραν οι εμβληματικοί Bad Religion. Το 2010, όταν και επισκέφτηκαν την Αθήνα τελευταία φορά, είχαν παίξει ακριβώς δίπλα στο κλειστό γήπεδο Tae Kwon Do, ο frontman και μοναδικό σταθερό μέλος Greg Graffin είχε ακόμη μαύρα μαλλιά και ο ήχος τους ήταν κάτι το αποτρόπαιο, ευγενική παραχώρηση ενός χώρου που ευτυχώς έχει πάψει να χρησιμοποιείται για τέτοιου είδους συναυλίες. Τώρα, ο βιολόγος εκτός από περφόρμερ Graffin άσπρισε, η ακουστική τους ήταν υπέροχη και το μόνο φριχτό ήταν οι στιλιστικές επιλογές του σχήματος που οκ, δε μας πέφτει και ιδιαίτερος λόγος. Ειδικότερα όταν δεν περνάς πάρα πολύ χρόνο χαζεύοντας τη σκηνή, καθώς το pit άνοιξε αστραπιαία και δεν έκλεισε παρά μόνο όταν έσβησαν τον ενισχυτή τους οι Αμερικανοί. Ενώ, λοιπόν, εμείς μοιραζόμασταν βίαια φιλική διασκέδαση και κατά βάση παίζαμε πασούλες με ένα καπέλο χορηγού, οι Bad Religion εκτέλεσαν μια setlist γεμάτη πανκ ύμνους και σουξέ, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να αρχίσουν να κλείνουν τα πρώτα λαιμά από το τραγούδι. Εύχομαι μόνο να μην περάσουν άλλα δεκαέξι χρόνια προτού έρθουν ξανά στην πόλη.

Και τότε το συνειδητοποίησα. Το 2008 ήμουν δεκατεσσάρων όταν οι Offspring έπαιζαν στη Μαλακάσα και το Rockwave, για τους Καλιφορνέζους πρώτη φορά στην Ελλάδα και για εμένα σε κάγκελο συναυλίας. Όπου, φυσικά, δεν άντεξα πάρα πολύ, διότι για δεύτερο κομμάτι είχαν παίξει το «Come Out and Play» που έδωσε το έναυσμα για σπρωξίδι και τα λοιπά παρελκόμενα. Φέτος αυτό ήταν το εναρκτήριο τραγούδι της μπάντας, το οποίο διαδέχτηκαν χωρίς διακοπές τα «All I Want» και «Want You Bad». Παρότι έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από το προηγούμενο live τον Offspring στη χώρα, η αντίδραση του κοινού είχε τέτοια θέρμη και ένταση ώστε τους ξάφνιασε ευχάριστα, κατά δήλωση των ίδιων των Dexter Holland και Noodles. Δύο-τρία ογκωδέστατα mosh pits βοηθούν να εντυπωσιαστείς, το δίχως άλλο, όπου η ευφορία ήταν χειροπιαστή και τα χαμόγελα σκόρπια στην Πλατεία Νερού. Εκτός αυτού, καθοριστική ήταν η επιλογή των τραγουδιών που ενθάρρυναν τα σωματικά ξεσπάσματα, όπως τα «Staring at the Sun», «Bad Habit» και «Burn It Up» που επέστρεψε μετά από καιρό στο set των Αμερικανών.

Κάπου εκεί η εμφάνιση των Offspring έκανε μια αχρείαστη κοιλιά, αφού πάνω που είχαμε απογειωθεί το συγκρότημα αποφάσισε να κάνει διαδοχικούς φόρους τιμής σε άλλους καλλιτέχνες. Ακούσαμε μια ιδέα από το riff του «Electric Funeral» (Black Sabbath), όπως και τη μελωδία του «In the Hall of the Mountain King» και μια δόση από το «Crazy Train» (Ozzy Osbourne), προτού ο Dexter διατυπώσει το ρητορικό(;) ερώτημα «η Τείλορ Σουίφτ είναι πανκ, σωστά»; Σημαντικό μέρος του κόσμου αποκάτω μούδιασε, αλλά μόλις άρχισαν να παίζουν το «Love Story» δεν ήταν λίγοι όσοι συνέχισαν το moshing σα να μην τρέχει τίποτα. Όλη αυτή η τρόπον τινά βινιέτα μέσα στο live θα μπορούσε να λείπει, με δεδομένο το πόσα ακόμα κομμάτια ων Καλιφορνέζων θα μπορούσαμε να και δεν ακούσαμε. Το «Walla Walla», ωστόσο, μας έβαλε ξανά σε τροχιά, το «Kids Aren’t Alright» έκλεισε το κυρίως μέρος της εμφάνισης και το encore επιφύλασσε μία ακόμα έκπληξη. Ο Noodles ξεκίνησε να παίζει το «Seven Nation Army» αγνοώντας, προφανώς, τη πολιτισμική και γηπεδική σημασία του στον ελληνικό λαό, ο οποίος χωρίς να χάνει χρόνο ξεκίνησε να τραγουδά ρυθμικά το γνωστό πολιτικό σύνθημα. Δε ξέρω αν πρόλαβε κανείς να το μεταφράσει στον κιθαρίστα, πάντως, πολύ γρήγορα πέρασε στο anthem-ικό «Self Esteem» με το οποίο και μας καληνύχτισαν. All in all, ήταν μια απόλυτα χορταστική μονοήμερη στο Release, ίσως η πιο γεμάτη συναισθηματικά από όλες τις μέρες του φεστιβάλ. Αν και σε αυτό το σκέλος, ο ανταγωνισμός φέτος είναι ιδιαίτερα υψηλός.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος