Categories: ΘΕΑΤΡΟ

Μια αλλιώτικη βεντέτα στη Μαζώχτρα

«Σαράντα χρόνια κράτησε ετούτη η βεντέτα / με μάχαιρες, Καλάσνικοφ, τουφέκια και Μπερέτα / Κι απόθανε ο Μανωλιός, του Ψηλορείτη ο βράχος / μαζί του κι ούλοι στο χωριό, κι απόμεινα μονάχος». Μ’ αυτό το χαρακτηριστικό τετράστιχο, έναν πυροβολισμό, κι έναν θάνατο, τελειώνει την αυτοβιογραφική του μαντινάδα ο χαρακτήρας του Κρητικού, στη σειρά μονολόγων από μελλοθάνατους αρχετυπικούς χαρακτήρες της ελληνικής κοινωνίας, που αποτελούν τον άξονα της σπαρταριστής παράστασης του Γιώργου Γαλίτη, Τα Ραδίκια Ανάποδα. Σ’ αυτή τη μαντινάδα, ο Γαλίτης ξεδιπλώνει όλη την ισοπεδωτική κουζουλάδα που κουβαλάνε απάνω τους οι βεντέτες της Λεβεντογέννας, κι αυτό το κομμάτι της κρητικής κουλτούρας που σατιρίζει το κείμενο (το οποίο κυκλοφορεί στην ομότιτλη συλλογή από τις εκδόσεις Βακχικόν), αυτό είχε προφανώς στο μυαλό του κι ο Αργύρης Εφταλιώτης πριν από εκατό χρόνια και κάτι, όταν έγραφε τη Μαζώχτρα.

Κάπως σαν απότοκος της συλλογής ηθογραφικών διηγημάτων που είχε μαζέψει στις Νησιωτικές Ιστορίες του ο Εφταλιώτης (άλλως γνωστός κι ως Κλεάνθης Μιχαηλίδης), η Μαζώχτρα ήταν μια προσπάθεια του πεζογράφου απ’ τη Λέσβο να προσθέσει στην κουλέρ-λοκάλ ευθυμογραφία του μερικούς τόνους απ’ τη γκριζάδα του ψυχογραφήματος. Σε εξέλιξη της πρώτης του λογοτεχνικής συλλογής, εδώ οι χαρακτήρες του αποτελούν κάτι παραπάνω από φορέα της νομοτελειακής φύσης των ακατανόητων για τους τουρίστες τοπικών παραδόσεων, κι η (αντι)ηρωίδα του έχει όχι μόνο σκοτεινά κίνητρα, αλλά και σκοτεινότερες αφορμές για να τα εκδηλώσει.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα ανώνυμο, ερημωμένο χωριό, που βαφτίζεται Παραμυθιά: ένα τυπικό κρητικό χωριό της απελευθερωμένης Ελλάδας, όπου Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι προσπαθούν να διατηρήσουν της ισορροπίες της ειρήνης, για να μπορούν να βιώνουν μια ικανοποιητική καθημερινότητα, με όσες ικανοποιήσεις μπορεί να προσφέρει μια ζωή στριμωγμένη στα όρια της κοινωνικής διαστρωμάτωσης που χωρίζει σε αδιαπραγμάτευτες φέτες το φάσμα απ’ τους αφέντες ως τους πληβείους. 

Η Ασήμω όμως, μια πάμφτωχη αλλά γοητευτική μαζώχτρα ελιών, βλέπει στο πεντάμορφο πρόσωπο του αφέντη Πανάγου την ευκαιρία της να ανέβει απ’ τον πάτο στην κορφή της κοινωνίας της, και γιατί όχι: οι δυο νέοι ερωτεύονται με Σαιξπηρικά συνοπτικές διαδικασίες ένα γλυκό απομεσήμερο σ’ ένα μαγευτικό ρυάκι, κι ο Πανάγος ανταλλάσει όρκους και της τάζει γάμο. Το αυστηρό status quo όμως δεν χωράει τέτοιες εξάρσεις ελεύθερης βούλησης, κι η οικογένειά του φροντίζει να επαναφέρει τον Πανάγο και να σκορπίσει τη σκόνη ευτυχίας με την οποία πασπάλιζε τα όνειρά της η Ασήμω.

Η κόλαση δεν έχει οργή όμοια με μιας γυναίκας που πληγώθηκε, βέβαια, κι η φαρμακερή πλεκτάνη εκδίκησης που στήνει η δύσμοιρη Μαζώχτρα, κάνει τα καζάνια του καθαρτηρίου να μοιάζουν με σκανδιναβικό σπα: τυφλωμένη απ’ την οργή της αδικίας και της προδοσίας, η Ασήμω σκορπάει σπίθες για μια δήθεν παράνομη σχέση του Πανάγου με την γυναίκα του αδερφού του, οι φήμες πιάνουν τόπο στα στόματα των καλοθελητών, και τα κουτσομπολιά ανάβουν φωτιές που απειλούν να καταπιούν όλη την Παραμυθιά. Γιατί στην Κρήτη, τέτοιες φλόγες μόνο μ’ αίμα σβήνουνε, και το ‘να βόλι φέρνει τ’ άλλο.

Η μαγική γλώσσα του Αργύρη Εφταλιώτη, η ολόγευστη ντοπιολαλιά, η ποιητική, ευφάνταστη, και εύστροφή του πρόζα, υφαίνει μια ατμόσφαιρα παραμυθιού που τυλίγει σκηνή και πλατεία σ’ ένα πέπλο ονείρου: ο πλούτος της γλωσσικής του φαρέτρας, καθώς ρέει φρενιασμένος απ’ τα χείλη των ερμηνευτών, ζωγραφίζει ολοζώντανο μπροστά σου το πολύχρωμο υπόβαθρο του βουκολικού ρομάντσου, όμως ο συγγραφέας δεν ξεμένει από παραστατικότητα ούτε κι όταν το παραμύθι του πνίγεται στο σκοτάδι της φρίκης για την οποία είναι ικανό το ανθρώπινο μυαλό.

Οι τρεις ηθοποιοί, σε έναν άθλο σωματικής και λεκτικής απόδοσης, καταφέρνουν να σπάσουν το φράγμα της αφηγηματικότητας του έργου με το οποίο καταπιάνονται (πράγμα που κάναν άλλωστε για τρία χρόνια και με τους Χαλασοχώρηδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), αποδεικνύοντας ίσως πιο εύστοχα εδώ το φορμαλιστικό ζητούμενό τους: ότι ένα διήγημα μπορεί να μεταφερθεί ατόφιο στο θέατρο, χωρίς να καταφεύγει σε διασκευές κι αφηγητές. Το χιούμορ που επιστρατεύει ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου, κι η φαντασία του στη χρήση των ερμηνευτών του ως εργαλεία παντομίμας, ζωντανεύει τις περιγραφές και κάνει εικόνα της διηγήσεις, βοηθώντας τους Θοδωρή Θεοδωρίδη, Αγγελική Μαρίνου και Δημοσθένη Ξυλαρδιστό να κινηθούν με πειστική άνεση στο σύμπαν που δημιουργούν γύρω τους στην ουσία απλά και μόνο οι λέξεις.

Οι αυτοσαρκαστικές εξάρσεις της σκηνοθεσίας κι η αξιοζήλευτα ηλεκτρισμένη ενέργεια με την οποία κινείται η τριάδα στη σκηνή, αλαφραίνουν την πυκνότητα του λόγου, κάνοντας την ιστορία να ρέει γάργαρη και δροσερή, κι είναι μια ιδιαίτερη ευγένεια το συναίσθημα που σού γεννιέται απ’ τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει, διαχειρίζεται κι αναδεικνύει τη γραφή του Εφταλιώτη η ομάδα. Ο καταιγισμός της πληροφορίας όμως, που συνοδεύει αυτό το ιδιότυπο, φιλόδοξο φορμάτ θεατρικής μεταγραφής του λογοτεχνικού έργου, φαίνεται να ’ναι ανισοβαρής στο πρώτο κομμάτι της γνωριμίας με τους χαρακτήρες, και το δεύτερο της εμβάθυνσης στην ψυχοσύνθεση και τη νοοτροπία τους ως αποτέλεσμα της κοινωνίας τους. Κι είναι αυτό το υπόβαθρο, το ιστορικό και κοινωνιολογικό που, στερούμενο ακονίσματος κι ανάδειξης, υστερεί και αδικείται απ’ την προσέγγισή τους, κρατώντας την παράσταση στο επίπεδο της αξιέπαινης προσπάθειας, αντί να την σηκώσει στο ύψος μιας ζουμερής και ψωμωμένης ηθογραφίας που ξεφεύγει απ’ την εποχή και την περιοχή της.

Η Μαζώχτρα του Αργύρη Εφταλιώτη, σε σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου, με τους Θοδωρή Θεοδωρίδη, Αγγελική Μαρίνου και Δημοσθένη Ξυλαρδιστό, παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Μικρό Γκλόρια (Ιπποκράτους 7, μετρό Πανεπιστήμιο, 2103600832).
Ιωσήφ Πρωϊμάκης

Share
Published by
Ιωσήφ Πρωϊμάκης