Στο νέο τους άλμπουμ, οι Menta δηλώνουν ότι «τα synths είναι οι νέες κιθάρες». Μέχρι να ξαναγυρίσει ο τροχός…

Σε μία εποχή που κινείται με φρενήρη ταχύτητα στην ψηφιακή πεδιάδα, ο αναλογικός synth εξοπλισμός μπορεί να είναι από vintage πινελιά μέχρι άγνωστο πεδίο. Οι ορχηστρικές συνθέσεις, επίσης, είναι πάντα μία κατηγορία περίεργη και «δύσβατη», ειδικά όταν το σύνολο ενός δίσκου αποτελείται ολοκληρωτικά από instrumentals. Οι Μέντα ωστόσο, χρησιμοποιούν και τα δύο στο νέος τους άλμπουμ. Και μόνο παλαιολιθικοί ή δύσβατοι δεν ακούγονται. Σε συνέχεια του Telepherique (2015) κυκλοφόρησαν πρόσφατα τη νέα τους δουλειά με τίτλο Polyend, ένας δίσκος που τα vintage synths αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του ήχου των 8 συνθέσεών του. Αν μάλιστα συνθέσεις τη φράση που σχηματίζουν οι τίτλοι των κομματιών, θα διαβάσεις “So/ You/ Went/ Down/ To/ The/ Poly/ Εnd”.

Η φράση δεν είναι τυχαία, μιας και όπως λέει ο Νίκος Παπαδημητρίου (μπάσο, synths) το Polyend είναι τρόπον τινά ένας τόπος. Εκεί που κατέληξε η μπάντα στο όγδοο άλμπουμ της, από το 2000 και μετά, έχοντας διαπιστώσει ότι οι κιθάρες ίσως έχουν χάσει τη δημοτικότητά τους, παραμένοντας όμως σταθεροί στην πίστη ότι όσο γοητευτικές κι αν είναι οι δυνατότητες του στούντιο η αλήθεια πάντα λέγεται (και φαίνεται) επί σκηνής…

Στο Polyend χρησιμοποιήθηκαν αναλογικά synthesizers. Σε μία εποχή απόλυτης κυριαρχίας του ψηφιακού σε κάθε επίπεδο, τι δηλώνει μία τέτοια επιλογή; Τα αναλογικά synths προτιμώνται από πολλούς μουσικούς για το «ζεστό» τους ήχο. Με ένα τρόπο σε καλούν να τα χρησιμοποιήσεις, αφού στις μέρες μας ο κυρίαρχος τρόπος ηχογράφησης και αναπαραγωγής της μουσικής είναι ψηφιακός. Με λίγα λόγια διασκεδάζουν την ψυχρότητα του ψηφιακού.  Έτσι κι εμείς ψάχνοντας τρόπους να αλλάξουμε τα εκφραστικά μας μέσα, την τελευταία πενταετία αγοράσαμε αρκετά από αυτά και τα ηχογραφούμε συστηματικά πλέον.

Βλέπουμε έντονα τελευταία την άνοδο του synth ήχου και μία μουσική νοσταλγία για τα 80s. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό; Είναι κάτι συμπτωματικό ή είχε τους λόγους του να συμβεί τώρα; Είναι μια μουσική μόδα (κι όχι μόνο) κι αυτή. Διαμορφώνεται από τη γενική τάση να αναζητείται έμπνευση στο παλιό, το vintage αν θες, το δοκιμασμένο δηλαδή. Είναι διακριτό και στις ταινίες, τις τηλεοπτικές σειρές, τα περιοδικά, το ντύσιμο και  γενικά όλη τη μαζική δυτική κουλτούρα. 

Θα έλεγες ότι τα synthesizers είναι «οι νέες κιθάρες»; Ισχύει αυτό κι εμπίπτει στα προηγούμενα περί μόδας, αλλά κι ανακύκλωσης ιδεών και ρευμάτων που έχει ανάγκη η μουσική, σαν πολύ παλιά τέχνη, για να ανανεωθεί. Μπορεί οι κιθάρες να μην είναι δημοφιλείς αυτή την εποχή. Κάποια περίοδο θα ξαναγίνουν. Σχεδόν κάθε σπίτι διαθέτει μια κιθάρα ακουμπισμένη σε μια γωνιά. Δεν είναι λίγο πράγμα αυτό. Ωστόσο το σημαντικό είναι να παράγεται καλή μουσική είτε με synths, είτε με κιθάρες.

Οι τίτλοι των 8 κομματιών του δίσκου σχηματίζουν τη φράση “So You Went Down To The Poly End”. Θέλατε με αυτό τον τρόπο να δώσετε κάποια concept διάθεση στον δίσκο; Ναι πολύ σωστά. Ουσιαστικά το Polyend είναι το μέρος εκείνο όπου καταλήγουν όσα δεν έχουν υλική υπόσταση. Από μία ανθρώπινη σχέση, ένα βράδυ που πέρασες ωραία, μέχρι έναν πόλεμο ή ακόμα και την ίδια μας τη ζωή. Αν βρεθείς εκεί και το δεις να συμβαίνει, θα μπορείς να πορεύεσαι με περισσότερη σοφία. Είναι το μέρος όπου, αν φτάσεις, μπορεί να ξεκινήσεις από την αρχή. Το Polyend ως δίσκος προκαλεί τον ακροατή να το επισκεφθεί.

Φωτογραφία: Νίκος Μαλιακός

Επιλέξατε να κάνετε έναν instrumental δίσκο. Το έκαναν πρόσφατα π.χ. και  οι Godspeed You! Black Emperor με το Luciferian Towers, έναν πολιτικό δίσκο  εξ’ ολοκλήρου οργανικό. Πώς λες τελικά κάτι χωρίς να μιλάς;  Πολύ ωραίο παράδειγμα οι GYBE! Απαντώ με μια ακόμα ερώτηση: πώς εκφράζουν και περιγράφουν συναισθήματα και καταστάσεις οι συνθέτες της συμφωνικής μουσικής στα κλασικά έργα; Όχι ότι συγκρινόμαστε μαζί τους, μην παρεξηγηθώ.

Ποιες ήταν οι αναφορές σας, μουσικές και μη, όσο φτιάχνατε το Polyend; Αναφορές αποτέλεσαν η ηλεκτρονική κινηματογραφική μουσική και η χορευτική σκηνή των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών από χώρες όπως η Γαλλία και η Αμερική. Όμως, σημείο εκκίνησης ήταν ο προηγούμενος δίσκος μας Telepherique και για αυτό το λόγο αποτέλεσε και αυτός σημείο αναφοράς.

Πώς δουλέψατε συνθετικά τον καινούριο δίσκο; Με μπούσουλα το προηγούμενο άλμπουμ, όπως σου είπα, ο Δημήτρης (σ.σ. Λαϊνάς) με τον Κώστα (σ.σ. Βλάχας) έγραψαν κι ολοκλήρωσαν στο σπίτι του δεύτερου το Polyend. Είναι δικής τους έμπνευσης. Συγκέντρωσαν δεκαοκτώ κομμάτια, τα ακούσαμε κι αποφασίσαμε από κοινού ποια έπρεπε να αποτελέσουν το δίσκο. Ο Σέργιος Βούδρης έβαλε κι εδώ πινελιές της φωνητικής του ιδιοφυΐας και, μετά, πολύ σημαντικό ρόλο στη διαδικασία έπαιξε ο αδερφός του Δημήτρη, Χρήστος Λαϊνάς, που μίξαρε τα κομμάτια δίνοντάς τους το σύγχρονο ύφος που χρειάζονταν, κυρίως, μέσα από τα πιο «κοφτερά» ρυθμικά μέρη. Ο ήχος απέκτησε τις τελικές του διαστάσεις στα χέρια του John Davis στο Metropolis του Λονδίνου.

Κάνετε μία μουσική αρκετά «στουντιακή». Προτιμάτε τη δουλειά στο στούντιο ή τα live; Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Από τη μία στο στούντιο, ικανοποιείς την ανάγκη για δημιουργία κι έκφραση. Από την άλλη, σε μια συναυλία, ικανοποιείς την ανάγκη να εκθέσεις το αποτέλεσμα της δημιουργίας ενώπιον των ακροατών, με τον πιο άμεσο τρόπο. Για να απαντήσω όμως και στην ερώτησή σου, προτιμώ την εκρηκτική -πολλές φορές- συγκίνηση των ζωντανών εμφανίσεων γιατί κάθε μία σου αφήνει πάντα κάτι να θυμάσαι.

Πιστεύεις ότι η instrumental μουσική είναι πιο «καθολική» και «παγκόσμια» από τη μουσική με στίχους; Οι στίχοι σε ένα τραγούδι λένε συγκεκριμένα πράγματα και θίγουν αυτά που θέλει να πει ο στιχουργός. Η oρχηστρική μουσική από την άλλη, είναι πιο εγκεφαλική. Αφήνει τη σκέψη του ακροατή πιο μετέωρη και πιο ελεύθερη. Του δίνει τη δυνατότητα να φτιάξει ο ίδιος τις εικόνες αναλόγως πώς αισθάνεται τις στιγμές της ακρόασης. Με αυτό τον τρόπο γίνεται και παγκόσμια, λόγω απουσίας της γλώσσας, μιας και μπορεί να αγγίξει ανθρώπους από όλο τον πλανήτη.

Μπορείτε να αποκτήσετε την δική σας κόπια του Polyend των Menta εδώ.
Οι Menta θα παρουσιάσουν τον καινούριο τους δίσκο στο six d.o.gs. στις 27/4.
Ελένη Τζαννάτου

Share
Published by
Ελένη Τζαννάτου