Μελτέμ: Αυτούς που παίρνει ο άνεμος

Γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 2016, αρχές Αυγούστου στο πλαίσιο του φεστιβάλ που διοργανώνω με μια φίλη κάθε χρόνο στη Σίφνο, το SIFESTIVAL. Ο Βασίλης Δογάνης, Ελληνογάλλος σκηνοθέτης που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας σ’ένα προάστιο του Παρισιού, υποβάλλει την δεύτερη ταινία μικρού μήκους του, Journée d’Appel, στο φεστιβάλ. Μερικές μέρες πριν την προγραμματισμένη προβολή, μας προτείνει να έρθει στη Σίφνο για να παρουσιάσει την ταινία του. Δε θελήσαμε ποτέ τίποτα περισσότερο, του απαντούμε. Στη διάρκεια εκείνης της γεμάτης μέρας, καταλαβαίνω πως εκ πρώτης όψεως ο Βασίλης είναι σχεδόν Γάλλος, λόγω της αστεία ανύπαρκτης προφοράς του και των βιωμάτων του.

Στα 38 του σήμερα, ο Βασίλης ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφία στην Ecole Normale Supérieure του Παρισιού, στη συνέχεια προχώρησε σε διδακτορικές σπουδές, και δίδαξε στο πανεπιστήμιο στην Lyon. Παράλληλα με τις σπουδές του, άρχισε να ασχολείται με τον κινηματογράφο, όμως είναι αυτοδίδακτος. Η ιαπωνική κουλτούρα και γλώσσα (μιλάει άπταιστα ιαπωνικά) τον μάγεψε και τον έστειλε στην Ιαπωνία όπου έζησε κάποια χρόνια. Γνώρισε τον ιάπωνα χορευτή Κô Murobushi και γύρισε ένα ντοκιμαντέρ που απλώθηκε στα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του, και που μόλις έκανε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Cinéma du Réel στο Centre Pompidou του Παρισιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Aφού το φεστιβάλ στη Σίφνο ολοκληρώνεται, μαθαίνω νέα του από τρίτους, ο Βασίλης γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους του: εξελίσσεται στην Λέσβο. Ξέρω πως αν παρουσιάσω έτσι το έργο του, θα χαθεί μέσα στην θάλασσα ταινιών και πρωτοβουλιών γύρω από την προσφυγική κρίση, έτσι έχω τη διάθεση να πω ότι πρόκειται για μια ταινία με φόντο αυτήν την θεματική: η έμφαση δίνεται περισσότερο στην αναμόχλευση του παρελθόντος, τη μητρική γλώσσα, ένα coming of age μιας παρέας παιδιών, μια ανόθευτη και άγουρη αγάπη. Και όλα αυτά μαζί.

Με καλεί στην πρεμιέρα στο Παρίσι. Πόσο ωραίο να παρακολουθείς την εξέλιξη κάποιου και να βλέπεις με πόση αγάπη χειρίζεται την κάμερα, την ταινία του, τον κόσμο του. Βλέπουμε το Μελτέμ, που εκτός από άνεμος – όχι και τόσο γνωστός για το γαλλόφωνο κοινό – είναι και το δεύτερο – μικρασιατικό – όνομα της ηρωίδας της ταινίας, Έλενα, την οποία παίζει η Δάφνη Πατακιά. Η θυμωμένη Έλενα, μια νεαρή κοπέλα, επιστρέφει στη Λέσβο μετά από πολλά χρόνια απουσίας για να δεχτεί την κληρονομιά της μητέρας της, την οποία έχει χάσει ένα χρόνο πριν. Αν και όχι ακριβώς να τη δεχτεί, εφόσον προτιμάει να πουλήσει το σπίτι της και να κάνει έξωση στον δεύτερο σύντροφο της μητέρας της. Η μητέρα της Έλενας, όταν η Έλενα ήταν έφηβη, γνώρισε και ερωτεύτηκε το Μάνο και η σύγκρουση με την κόρη της ήταν τέτοια ώστε η Έλενα έφυγε από την Ελλάδα για να ζήσει με τον πατέρα της στη Γαλλία, και έβαλε τέτοιο τείχος απέναντι σ’εκείνη και την χώρα προέλευσής της, τόσο, ώστε να πάψει ολοκληρωτικά να μιλάει την μητρική της γλώσσα, τα ελληνικά. Επιστρέφοντας στη Λέσβο φέρνει μαζί της δύο φίλους της, τον Νασίμ και τον Σεκού, που και οι ίδιοι διατηρούν μια μπερδεμένη σχέση με την ταυτότητά τους, όντας μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία. Εκεί, θα γνωρίσουν τον Ελιάς, έναν νεαρό Σύριο πρόσφυγα που ψάχνει την μητέρα του από την οποία έχει αποκοπεί κατά τη διάρκειά του ταξιδιού του από την Τουρκία.

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Δογάνης.

«Ήθελα να φέρω σ’επαφή άτομα των οποίων οι ρίζες δεν είναι τόσο απόμακρες η μία από την άλλη. Έχουν μια ιστορία μετανάστευσης και ξεριζωμού και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Γι’αυτούς, η σχέση με τον πρόσφυγα είναι πολύ διαφορετική», θα μου πει ο Βασίλης όταν τον ξανασυναντώ μετά από πολύ καιρό την περασμένη Κυριακή. «Δεν μπορείς να προσεγγίσεις το θέμα της μετανάστευσης ή της προσφυγικής κρίσης με έναν άμεσο τρόπο, έχει γίνει πολλές φορές. Αυτό που έψαχνα ήταν να θέσω ερωτήματα σχετικά με το τι είναι μια ταυτότητα, κάτι συμπαγές, αιώνιο, ή κάτι πιο πολύπλοκο που μεταλλάσσεται συνέχεια.»

Οι ρόλοι των δύο αγοριών Rabah Naït Oufella και Lamine Cissoko (Νασίμ και Σεκού στην ταινία) που ταξιδεύουν με την Δάφνη Πατακιά ως Έλενα από το Παρίσι στη Λέσβο γράφτηκαν ειδικά γι’αυτούς. Ο Βασίλης τους γνώρισε νεότερους όταν γύρισε την μικρού μήκους που αναφέρθηκε προηγουμένως και η χημεία ήταν μαγική. Στην πραγματικότητα, ένα από τα στοιχεία που κάνουν την ταινία να ξεχωρίζει, είναι οι ολοζώντανοι διάλογοι. Επίσης, ενώ πρόκειται για ένα θέμα πολύ μακρινό από κάθε είδους κωμωδία, τα δύο αγόρια καταφέρνουν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα.

Ο Βασίλης αναφέρει κάτι που δεν μου είχε περάσει από το μυαλό: αυτοί οι δυο νεαροί Γάλλοι ηθοποιοί, ο Rabah και ο Lamine, δεν έχουν κάνει ποτέ διακοπές στα ελληνικά νησιά. Έζησαν σε σκληρά γαλλικά προάστια, και ανακαλύπτουν τον ελληνικό τουρισμό, όπως και οι χαρακτήρες που υποδύονται στην ταινία. Η συνάντηση των δύο χαρακτήρων με τον Ελιάς, τον νεαρό πρόσφυγα από τη Συρία, με την Έλενα αλλά και με όλους τους ανθρώπους που συναντούν κατά τη διάρκεια της ταινίας, παίζει σε πολλά επίπεδα: ένας Γάλλος προαστίου του Παρισιού βρίσκεται σε πλεονακτική θέση σε σχέση με έναν Έλληνα καθηγητή της Λέσβου της προσφυγικής κρίσης και του Grexit; Ένας μορφωμένος Σύριος που παίζει μουσική και μιλάει άπταιστα γαλλικά, τι θέση έχει δίπλα στις Αρχές που τον κυνηγούν;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λέω στον Βασίλη: Αυτό που με αγγίζει περισσότερο τελικά είναι αυτή η ανάγκη να ξαναγραφεί το παρελθόν. Η Έλενα πενθεί την μητέρα της και πενθεί τη σχέση της με την Ελλάδα την οποία έχει διώξει με βία. «Θέτει το ερώτημα της κληρονομιάς, νοητικής, γλωσσικής, πολιτισμικής. Τι κάνεις με αυτό το φορτίο όταν τα παραπάνω στοιχεία εξελίσσονται σε τραύμα; Πρέπει να βρεις τον καινούριο σου εαυτό. Αυτό που πιστεύω και θα ήθελα να πιστεύω ότι και η Έλενα πιστεύει, είναι ότι αν δεν συμφιλιωθείς με αυτά τα στοιχεία, θα σε στοιχειώνουν και θα σε εμποδίσουν να προχωρήσεις».

Αυτές τις πολύπλοκες ταυτότητες, την αίσθηση ξεριζωμού και εξορίας, τις νιώθει ο Βασίλης να κυλούν και στο δικό του αίμα. Αυτό το ανακάτεμα του παρελθόντος και των επιρροών, αυτού που ονομάζουμε πατρίδα και αυτού που ονομάζουμε κληρονομιά, το έχει συναντήσει κι ο ίδιος. Παραδέχεται πως η γνωριμία με τον γάλλο πατριό του στην εφηβεία του επέτρεψε να ξεμπλέξει από μια πορεία που θα τον οδηγούσε σε μια ενδεχόμενη αυτοκαταστροφή. «Η γονεϊκή αγάπη παίζει σπουδαίο ρόλο. Αυτού του τύπου η αγάπη είναι πάρα πολύ σημαντική για να μπορέσεις να δεθείς οργανικά με μια χώρα και μια κουλτούρα». Μια αγάπη που δε θα ζήσεις αν το μόνο που σε δένει με τη χώρα είναι η επαγγελματική επιτυχία για παράδειγμα. «Η γαλλική κοινωνία περνάει αυτή την κρίση. Προφανώς τα τρομοκρατικά χτυπήματα δεν προκύπτουν μόνο από μια έλλειψη αγάπης. Αλλά είναι ένα βασικό στοιχείο. Κάτι ζωτικό λείπει από τη ζωή όλων αυτών των παιδιών που δε νιώθουν Γάλλοι ενώ είναι.»

Από τα γυρίσματα της ταινίας.

Αυτό είναι που ενώνει και όλους τους χαρακτήρες και που αναδύεται κατά τη διάρκεια της ταινίας: η αγάπη που νιώθουν. Η Έλενα αντιμέτωπη με το φάντασμα της μητέρας της, θα σπαράξει αλλά θα συμφιλιωθεί μαζί της και με τον πατριό της, που την αγαπάει βαθιά και αντιλαμβάνεται ότι πονάει κι εκείνη (σημείωση: στο ρόλο του πατριού Μάνου ο εξαιρετικός Άκης Σακελλαρίου), τα δύο αγόρια θα θελήσουν κι αυτά να βοηθήσουν τον Ελιάς, ο Ελιάς θα αναζητήσει με κάθε κόστος τη μητέρα του.

Τον ρωτάω πριν κλείσουμε: Τι είναι αυτό που σε οδηγεί να κάνεις ταινίες; «Δύσκολο να το εκφράσεις, πώς λειτουργεί μέσα σου αυτό το αυθόρμητο συναίσθημα. Το να το ορίσεις είναι και επικίνδυνο, αν είναι υπερβολικά ξεκάθαρο κλειδώνεσαι.» Αυτό που ψάχνει είναι το απρόβλεπτο: «Σε μια ταινία μεγάλου μήκους έχεις μικρότερο περιθώριο για αυτοσχεδιασμό, γιατί έχεις άλλη δυναμική, εξέλιξη και δραματουργία. Αυτή η απαίτηση συνοχής λειτουργεί αντιθετικά. Για να συνδυάσεις και τον αυτοσχεδιασμό και τη συνοχή πρέπει να έχεις μια ξεκάθαρη δραματουργική στρατηγική αλλά και να αφήνεις ένα περιθώριο φυγής”. Εξηγεί ότι το τέλος της ταινίας δεν είχε γραφτεί έτσι: “Βγήκε κάτι πιο αμφίσημο και πιο σκοτεινό απ’αυτό που είχαμε προβλέψει».

Μια πρώτη ταινία γεμάτη περίπλοκες πολιτισμικές κληρονομιές αλλά μια απλή κινητήριο δύναμη – την αγάπη. Είναι δύσκολο να μην συμπάσχεις με όλους τους χαρακτήρες, από τη θυμωμένη Έλενα, στον απελπισμένο Ελιάς και τον ερωτευμένο Νασίμ. Αυτή η γλυκόπικρη απόγευση με ακολούθησε για μέρες. Σκέφτομαι ότι ευτυχώς υπάρχουν σκηνοθέτες σαν το Βασίλη Δογάνη για να μας καθοδηγούν σε πολύπλοκα θέματα με τρόπο αισιόδοξο. Η όπως θα έλεγε η δεύτερη πατρίδα του: Chapeau !*

*Σου βγάζω το καπέλο

Η ταινία του Βασίλη Δογάνη, Meltem, θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη στις 9 και 14 Απριλίου αντιστοίχως.
Βάλια Δημητρακοπούλου

Share
Published by
Βάλια Δημητρακοπούλου