Μαρία Μαγκανάρη: «Στον Θείο Βάνια οι ήρωες δεν είναι ηρωικοί»

Αυτόν τον «Θείο Βάνια» τον σκέφτεσαι διαρκώς μετά την παράσταση. Για την ταύτιση, για τις μνήμες, για τις συγκρούσεις μέσα στις καθημερινές σχέσεις, γιατί σε θυμώνει ό,τι θυμώνει τον Αστρώφ ή τον θείο Βάνια, γιατί σε έχει τρελάνει ό,τι τρελαίνει τη Σόνια, γιατί έχεις, ευτυχώς, κάποιους ανθρώπους σαν τη Νένα γύρω σου… Και γιατί η Μαρία Μαγκανάρη κατάφερε να μεταφέρει τη διαχρονία του Τσέχωφ μ’ έναν τρόπο διόλου στημένο, διόλου επιδεικτικό, αλλά άμεσο, σαν νεύμα, σαν χάδι, σαν καθρέφτη, έγραφε πέρσι η Όλγα Σελλά στην Popaganda. Η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά, εντάσσεται στο ρεπερτόριο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και παρουσιάζεται στο BIOS από 2 Οκτωβρίου.

Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε το συγκεκριμένο έργο; Ο Θείος Βάνιας είναι ένα έργο που μου αρέσει απόλυτα. Με συγκινούν τα πάντα σ’αυτό: τα πρόσωπα, η υπόθεση, οι μικρές λεπτομέρειες στη γραφή του, μέχρι και ο μπανάλ τίτλος του.  Οι ήρωές του παραπονιούνται εμμονικά για τις σπαταλημένες τους ζωές, για τις θυσίες τους που μένουν χωρίς αντίκρυσμα, για τα αισθήματά τους που σκορπιούνται, για τις ανεκμετάλλευτες ικανότητές τους. Όλο αυτό περιγράφει τόσο ποιητικά την ανθρώπινη κατάσταση! Όλοι είναι ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο, παραπαίουν μεταξύ ναρκισσισμού και γενναιοδωρίας, αρνούνται να ωριμάσουν, και όλο τους το συναισθηματικό φορτίο το πετούν σε όποιον έχουν απέναντί τους, χωρίς φίλτρο, όπως κάνουν, ας πούμε, τα παιδιά. Ως αποτέλεσμα, όλες οι σχέσεις στο έργο είναι δυσλειτουργικές.

Κατά τη γνώμη μου, είναι πρότυπο καλογραμμένου έργου- δεν υπάρχει τίποτα περιττό στη δομή του. Βασίζεται σ’ένα πρώιμο έργο του Τσέχωφ, το “Wood Demon”, που γράφτηκε δέκα χρόνια νωρίτερα και το οποίο ο συγγραφέας δούλευε και ξαναδούλευε, μέχρι να φτάσει στη μορφή του έργου που γνωρίζουμε. Το να δουλέψει ένα θεατρικό του τόσο εξαντλητικά, δεν φαίνεται να το έχει ξανακάνει ο Τσέχωφ. Ο Βάνιας τον απασχολούσε πολύ βαθιά και, θα λέγαμε, ήταν η αφορμή να προχωρήσει εντυπωσιακά ως θεατρικός συγγραφέας.

Ο τρόπος που το έργο σπάει σε όλα τα επίπεδα την παράδοση του μελοδράματος που προϋπήρχε είναι εντυπωσιακός. Εδώ όλα είναι σχετικά: οι ήρωες δεν είναι ηρωικοί- συχνά φλερτάρουν με το γελοίο. Τα καταστροφικά πάθη δεν είναι και τόσο καταστροφικά που να συντρίβουν, μα ούτε και τα δημιουργικά πάθη δημιουργούν τίποτα της προκοπής. Στο σύμπαν του Βάνια το δραματικό με το κωμικό στοιχείο όχι απλώς συνυπάρχουν- είναι ταυτόσημα. Νομίζω πως δεν θεωρήθηκε τυχαία από πολλούς, ως το πρώτο μοντέρνο θεατρικό έργο.

«Στο σύμπαν του Βάνια το δραματικό με το κωμικό στοιχείο όχι απλώς συνυπάρχουν- είναι ταυτόσημα. Νομίζω πως δεν θεωρήθηκε τυχαία από πολλούς, ως το πρώτο μοντέρνο θεατρικό έργο».

Ποια η σκηνοθετική προσέγγιση και πώς την αναπτύξατε στις πρόβες;  Ένας από τους βασικούς στόχους της παράστασής μας είναι να ζωντανέψει αυτό το δίκτυο των δυσλειτουργικών σχέσεων μεταξύ των προσώπων. Οι ήρωες προσπαθούν να ξανασυναντηθούν με τα συναισθήματά τους, όμως αυτό συχνά γίνεται με μη ελεγχόμενους τρόπους. Προσπαθούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους εξηγώντας τους, ξανά και ξανά. Στην παράσταση επιχειρήσαμε να διακρίνουμε πότε ο λόγος τους έχει στόχο την επικοινωνία και πότε την εκτόνωση. Πότε τους ενώνει με τους άλλους και πότε τους απομονώνει. Ένας ψυχίατρος μου είχε αναφέρει ότι τα παιδιά στην ηλικία π.χ. των τριών ετών, δεν παίζουν μαζί με τα άλλα παιδιά, παίζουν παράλληλα. Αυτή η λειτουργία, νομίζω, υπάρχει και στον Θείο Βάνια, όπως και σε άλλα έργα του Τσέχωφ.

Το έργο εντέλει δεν αναπτύσσεται νατουραλιστικά, αλλά μουσικά και ποιητικά. Ακόμα και οι παρμένες από καθημερινά τελετουργικά λεπτομέρειες δεν εξυπηρετούν τον ρεαλισμό- στην πραγματικότητα τον πλήττουν. Οι παύσεις, οι μονόλογοι όπου οι ήρωες «εξηγούν» τους εαυτούς τους και οι επαναλήψεις, οδηγούν τελικά σε μία φόρμα. Αυτή είναι μια κατεύθυνση που ακολουθήσαμε και στην σκηνική ανάγνωση του έργου: η αναζήτηση του χώρου όπου ο ρεαλισμός της καθημερινότητας «ξεκουρδίζεται» και αντικαθίσταται από πραγματικότητες πιο ποιητικές που καταγράφουν το τι συμβαίνει εντός της ψυχής των ηρώων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο της παράστασης για εσάς; Η σκηνή που δικαιώνει το έργο είναι αναμφισβήτητα το φινάλε, ο μονόλογος της Σόνιας. Προσωπικά, αγαπώ ιδιαίτερα και ένα ομαδικό τραγούδι που υπάρχει στην Α’ πράξη και εμπεριέχει όλο το έργο. Βέβαια η πιο αποκαλυπτική σκηνή είναι αυτή της μεγάλης σύγκρουσης, στην Γ’ πράξη. Εκεί, έτσι κι αλλιώς πέφτουν οι μάσκες. Ωστόσο υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο- ούτε καν! μια λεξούλα- που μου αποκάλυψε όλο το ύφος του έργου: τη στιγμή που ο Βάνιας αποπειράται να δολοφονήσει τον Καθηγητή, αμέσως μετά τον δεύτερο (και τελευταίο) πυροβολισμό, ο Βάνιας φωνάζει ένα μπαμ. Νομίζω πως αυτό το μπαμ ξεκλειδώνει όλο το έργο. Καταλαβαίνεις τι είδους ήρωας είναι ο Βάνιας και τι είδους απόπειρα δολοφονίας είναι αυτή. Καταλαβαίνεις ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον πετύχει-τουλάχιστον συνειδητα, νιώθεις την αγάπη του Τσέχωφ γι’αυτόν, αλλά και το πόσο αστείο τον θεωρεί. Ο Βάνιας είναι το πρόσωπο που πάντα θ’ αστοχεί και που πάντα θα βρίσκεται λίγο παραδίπλα απ’τα αληθινά γεγονότα.

Αν θέλατε σε πέντε γραμμές να πείσετε έναν θεατή να επιλέξει τη δική σας παράσταση -ανάμεσα στην πληθώρα έργων που ανεβαίνουν στις θεατρικές σκηνές- τι θα του λέγατε;

Έχω κρατήσει κάποια σχόλια  θεατών από πέρυσι. Συχνά αναφέρονταν στο ότι η παράσταση πέτυχε να ξεκλειδώσει για τον σύγχρονο θεατή αυτόν τον διττό χαρακτήρα των έργων του Τσέχωφ, τη σχέση κωμικού-δραματικού. Επίσης ότι είναι ένας Τσέχωφ που δεν είναι βαρετός. Ακόμα, ότι είναι μια απενοχοποιημένη παράσταση γενικά και ειδικά απέναντι στο συναίσθημα- δεν το φοβάται. Εύχομαι να ισχύουν όλα αυτά! Σε κάθε περίπτωση, ας έρθουν να δουν ένα μεγάλο έργο, ενός συγκλονιστικού συγγραφέα.

Είναι εύκολο για μια θεατρική ομάδα να βρει στέγη και να παρουσιάσει τη δουλειά της; Εσείς ποιες δυσκολίες τυχόν αντιμετωπίσατε;  Τίποτα δεν είναι εύκολο στην ανεξάρτητη θεατρική παραγωγή. Έχουμε μάθει να επιμένουμε όμως. Η παράστασή μας ξεκίνησε την πορεία της (με επιχορήγηση του ΥΠΠΟΑ) σε έναν όμορφο, φιλόξενο χώρο, το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στην Κυψέλη. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μεγάλη, γι’αυτό και συνεχίζουμε φέτος, ως παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου πλέον, στο Bios. Είμαι πολύ χαρούμενη που η παράσταση έχει δρόμο μπροστά της, και που την ξαναδουλεύουμε σ’έναν διαφορετικό, εξίσου ιδιαίτερο χώρο. Είναι σημαντικό οι παραστάσεις να έχουν ζωή, να συναντούν τον κόσμο, να δοκιμάζονται- και για να συμβεί αυτό, απαραίτητη προύπόθεση είναι η στήριξη σε επίπεδο παραγωγής.

«Θείος Βάνιας», του Άντον Τσέχωφ. Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη, Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη, Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου, Μουσική: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, Σκηνικά: Διδώ Γκόγκου, Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος, Βοηθοί σκηνοθέτη: Ανδριάνα Χαλκίδη, Βασιλική Σκευοφύλαξ, Ευχαριστούμε τη Νεφέλη Ανανιάδη Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ανθή Ευστρατιάδου, Βασίλης Καραμπούλας, Σύρμω Κεκέ, Κώστας Κουτσολέλος, Ασπασία Κράλλη, Μαρία Μαγκανάρη, Δημήτρης Ντάσκας, Γιωργής Τσαμπουράκης. ΧΩΡΟΣ, ΒΙΟSMain, Πειραιώς 84, Αθήνα. Τηλέφωνο Κρατήσεων: 210 34 25 335.
Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.