Μαρία Καλλιμάνη: «Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτή τη δουλειά, σταμάτησα να φοβάμαι»

Η Μαρία Καλλιμάνη ανήκει σε μια πολύ ξεχωριστή ομάδα ηθοποιών της γενιάς της: ήταν στην πρώτη «φουρνιά» αποφοίτων της Δραματικής Σχολής του ΕΜΠΡΟΣ, που άφησε εποχή στη θεατρική παιδεία της χώρας. Έκτοτε, με συνέπεια, συνέχεια και μάλλον αθόρυβα, χάραξε τη δική της πορεία μέσα στο χώρο, χαρίζοντας ερμηνείες αξιομνημόνευτες. Η Popaganda τη συνάντησε με αφορμή το Colossus που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, κι όπου βρέθηκε να ερμηνεύει τον κεντρικό ρόλο την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή.

«Γι’ αυτό και πολλές φορές αισθάνομαι πως δεν χρειάζονται πολλά-πολλά: μόνο να πεις τα λόγια και να τα εννοήσεις».

Μαρία, βρέθηκες στο Colossus εντελώς ξαφνικά. Ακριβώς. Βρέθηκα στην παράσταση οκτώ μέρες πριν την πρεμιέρα! Ήταν πολύ σύντομο το διάστημα των προβών. Αλλά το έκανα με πολύ χαρά. Το Θάνο τον είχα γνωρίσει με αφορμή τη συμμετοχή μας  στην Ολονυχτία Σαίξπηρ στο Θέατρο Τέχνης όπου είχαμε κάνει τις μάγισσες από το Μάκβεθ. Αυτή ήταν η πρώτη μας συνεργασία. Είχα δει βέβαια δουλειές του πριν, αλλά μου άρεσε πολύ ο τρόπος που δουλέψαμε. Είχα αισθανθεί ότι υπάρχει μεγάλη επικοινωνία. Όταν λοιπόν με πήρε τώρα και μου πρότεινε να κάνω αντικατάσταση στο Colossus, λίγο το σκέφτηκα, κι αποφάσισα να το κάνω. Ήμουν και σε φάση ξεκούρασης, μετά την Επανένωση της Βόρειας και της Νότιας Κορέας απείχα λίγο από τη δουλειά κι είχα δυνάμεις. Έτσι μπήκα με χαρά και με όρεξη. Ήταν πολύ εντατικό βέβαια, πάρα πολλές ώρες δουλειάς, γιατί έχει κι ένα κομμάτι που είναι απόλυτα χορογραφημένο κι έπρεπε να το κάνω δικό μου – πέρα από το να μάθω τα λόγια. Υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος – και τρεις μήνες πρόβα να κάνεις υπάρχει, αλλά τώρα δεν υπήρχε η δυνατότητα να «λιώσουν» τα πράγματα. Επισπεύσαμε λοιπόν τη διαδικασία. Δεν στερήθηκα όμως τη χαρά να ανακαλύψω πράγματα για το έργο και το πρόσωπο – κι ανακαλύπτω ακόμα βέβαια. Δεν έκανα απλώς κάτι που μου ζητήθηκε, μου έδωσε χώρο ο Θάνος να βρω κι εγώ πράγματα με το ένστικτό μου. Ακόμα το κάνω, καθώς ακόμα κάνουμε πρόβες παράλληλα με τις παραστάσεις. Δεν είναι εύκολο.

Μίλησέ μου λίγο για το έργο και το πρόσωπο που υποδύεσαι. Το Colossus έχει πάρει τον τίτλο του και είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα της Σύλβια Πλαθ. Το ποίημα μιλάει για μια κόρη που συνεχίζει επί ατέλειωτα χρόνια να συντηρεί το κατεστραμμένο μνημείο του πατέρα της. Από την αφοσίωση αυτής της γυναίκας σε έναν αρσενικό κόσμο, το πώς συντηρεί τα μνημεία του πολέμου, εμπνεύστηκε ο Θάνος. Σαφώς, επειδή βασίζεται και στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, ο ρόλος μου έχει και στοιχεία από την Κλυταιμνήστρα. Γιατί θυσιάζει το παιδί της, σκοτώνει τον άντρα της, αλλά δεν είναι αμιγώς η Κλυταιμνήστρα. Θυμίζει και τα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Θα μπορούσες να βρεις αυτή και τον άντρα της και στη ναζιστική Γερμανία. Είναι μια γυναίκα σε ένα κόσμο απολύτως ανδροκρατούμενο, που έχει να κάνει με άνδρες που φεύγουν για τον πόλεμο με ιδανικά και με ιδεώδες πάντα τη νίκη. Η χαρά τους, αλλά κι αυτή των γυναικών που μένουν πίσω, ο ιερός σκοπός της ζωής, είναι να δώσουμε τα πάντα για την καλή έκβαση του πολέμου, για τη νίκη. Κι η γυναίκα αυτή, η Μητέρα, όπως λέγεται στο έργο που έχει γράψει ο Θάνος, είναι έγκυος, έχει μόλις θυσιάσει την κόρη της, ξεπροβοδίζει τους άντρες για τον πόλεμο, κι αισθάνεται μια ηρεμία: έδωσα το παιδί μου, αλλά είναι για καλό, είναι για τον πόλεμο, στο όνομα του αίματος.


Είναι λίγο Μάνα Κουράγιο. Ναι, θα μπορούσε. Κι αυτή η γυναίκα μετά προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι της πεντακάθαρο, άψογο. Καθαρίζει εμμονικά, έχει εμμονή με την τάξη και την καθαριότητα του σπιτιού. Σαν να προσφέρει με το δικό της τρόπο τις υπηρεσίες της στην πατρίδα. Βέβαια, σε αυτό τον τέλειο και αμόλυντο κόσμο, σιγά-σιγά αρχίζουν να μπαίνουν εφιαλτικές μορφές του ονείρου. Κι έτσι χάνει την ηρεμία και τη γαλήνη που έχει χτίσει, κι ανατρέπεται όλη η κοσμοθεωρία της. Αρχίζει να αμφιβάλλει για τον τρόπο που δρα, και να καταλαβαίνει πως αυτός ο κόσμος στηρίζεται σε σαθρές βάσεις. Και αρχίζει να βλέπει πως το αίμα που εκείνη αποκαλούσε τιμημένο είναι βρώμικο, πως το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα. Και μέσα από το μεγάλο της τρόμο αποφασίζει να σκοτώσει τον άντρα της όταν αυτός επιστρέψει. Κι αυτό κάνει, στο λουτρό με ένα τσεκούρι, όπως η Κλυταιμνήστρα τον Αγαμέμνονα. Δεν ξέρω βέβαια πώς τα παίζεις αυτά τα μεγέθη και πώς λες αυτά τα λόγια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αυτό το ερώτημα που μόλις έθεσες, αναρωτιέμαι αν είναι που οδηγεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στο να προσπαθούμε να χωρέσουμε την τραγωδία στα καθ’ ημάς, να την κάνουμε αστικό ή αγροτικό δράμα, φερ’ ειπείν, να τη φέρουμε στα δικά μας μεγέθη, κι όχι στα μεγέθη στα οποία έχει γραφτεί. Ναι. Απλώς δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον φόβο, ή στην αγωνία να φύγουμε από την κλασική παράσταση του αρχαίου δράματος. Θυμάσαι, την τραγωδία με τη χλαμύδα και τη στεντόρεια φωνή; Ανάμεσα σε αυτά τα δύο υπάρχει μεγάλη απόσταση, και η αλήθεια είναι πως για μένα έχει νόημα να κάνεις κάτι, όταν έχεις κάτι να πεις μέσα από αυτό – κι όταν εξυπηρετεί το έργο. Λίγο έχω παίξει αρχαία τραγωδία, αλλά όταν έχεις να ασχοληθείς με τον ποιητικό λόγο, η δουλειά του ηθοποιού είναι πνευματική – που πάντα είναι, αλλά πόσο μάλλον τότε.  Κι είναι μια πορεία που δεν τελειώνει ποτέ. Γι αυτό και πολλές φορές αισθάνομαι πως δεν χρειάζονται πολλά-πολλά: μόνο να πεις τα λόγια και να τα εννοήσεις. Πάντα βέβαια θα έχεις και κάπου ακόμα να φτάσεις, είναι κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Θυμάμαι πως είχα δει τις Βάκχες στο Ηρώδειο με τους Hollandia. Δεν ήταν κλασική παράσταση, και μάλιστα είχαν μεταφέρει το έργο στην Ανατολή. Ήταν υπέροχο.  Όταν υπηρετείται το έργο, μπορείς να το δεις με χίλιους τρόπους. Απλώς καμιά φορά χάνουμε την ουσία. Βέβαια,  αυτό που κάνουμε εδώ δεν είναι η τραγωδία: είναι ένα σύγχρονο έργο που έχει γραφτεί από το Θάνο, εμπνευσμένο από την τραγωδία.


Αυτό είναι μια καθαρή εξήγηση. Γιατί μερικές φορές ξεκινάμε από μια τραγωδία ή ένα έργο του Σαίξπηρ ή του Μολιέρου, και παρόλο που το τελικό αποτέλεσμα αμυδρή σχέση έχει πλέον με το έργο, διατηρούμε τον τίτλο, χωρίς καν να μιλήσουμε για διασκευή. Βεβαίως. Παντού βέβαια, και στην Ευρώπη το βλέπω αυτό. Αν σκεφτείς την παράσταση του Βαρλικόφσκι που είδαμε φέτος, τις Φαίδρες, εγώ αισθάνθηκα ότι είδα ένα δείγμα παρακμής του ευρωπαϊκού θεάτρου. Αλλά δεν μου άρεσαν κάποια κείμενα, όπως του Μουαουάντ. Μου φάνηκαν αμήχανα μπροστά στο μύθο.  Αισθάνομαι σαν να ψάχνουμε αλλού, ενώ είναι εδώ τα πράγματα. Αρκεί  να πιάσουμε αυτό που συμβαίνει, την αλήθεια τους. Και να πούμε την ιστορία. Εγώ το θεωρώ αυτό κεφαλαιώδες. Στο θέατρο και το σινεμά πηγαίνω να παρακολουθήσω μια ιστορία. Και τι κάνει τη διαφορά; Ο τρόπος που αυτή θα ειπωθεί. Αλλά να τη δω. Άμα δεν δω την ιστορία, με έχει χάσει.

«Αισθάνομαι σαν να ψάχνουμε αλλού, ενώ είναι εδώ τα πράγματα. Αρκεί να πιάσουμε αυτό που συμβαίνει, την αλήθεια τους. Και να πούμε την ιστορία. Εγώ το θεωρώ αυτό κεφαλαιώδες».

Υπάρχει βέβαια και κάτι άλλο: κάποτε παίρναμε το χρόνο μας, κάναμε μήνες πρόβα. Εσύ προέρχεσαι κι από μια σχολή θεάτρου που το έκανε κατά κόρον αυτό. Τώρα και λόγω κρίσης, και λόγω απαιτήσεων από κάποιες κατευθύνσεις, τα διαστήματα προβών συμπιέζονται γιατί κάποιοι κάνουν τρεις ή και τέσσερις δουλειές το χρόνο. Μπορεί αυτό να μην έχει επίδραση στο αποτέλεσμα; Έχει πάρα πολύ μεγάλη επίδραση. Σαφώς ένας λόγος που αναγκαζόμαστε και κάνουμε δύο και τρεις δουλειές είναι κι ο οικονομικός. Γιατί τα χρήματα που θα έβγαζες σε μια δουλειά πριν χρόνια, τώρα τα βγάζεις κάνοντας δύο-τρεις. Τα θέατρα πάλι έχουν την αγωνία: θα «πάει» το έργο μέσα σε αυτά τα χρόνια της κρίσης; Κι είναι πάρα, πάρα πολλά. Τα έργα πάλι εξαντλούνται μέσα σε 2-3 μήνες, ενώ παλαιότερα συνήθως κρατούσαν 4-5 μήνες, μια ολόκληρη σεζόν. Θεωρώ ότι  το αποτέλεσμα επηρεάζεται απόλυτα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ο χρόνος που θα δώσεις στην πρόβα. Για να μπουν οι άνθρωποι στο ίδιο αυλάκι, να πουν την ιστορία όλοι μαζί – γιατί αυτό είναι το πρώτο που κάνουμε, σαν να παίζουμε μαζί ποδόσφαιρο, που έλεγε κι ο δάσκαλός μου ο Μπαντής.


Πώς επιλέγει κανείς – και μάλιστα ένας άνθρωπος σαν εσένα, που φοβάται την έκθεση – να κάνει αυτή τη δουλειά; Δεν το πολυσκέφτηκα. Άλλωστε μεγαλώνοντας μέσα σε αυτή τη δουλειά, σταμάτησα να φοβάμαι. Ξέρω ότι κάνω πρόβες για να δει την παράσταση ένα κοινό. Υπάρχει ένας στόχος, δεν το κάνουμε για μας. Είναι για να το ανοίξουμε στον κόσμο, κι αυτό μου αρέσει πάρα πολύ τελικά. Νομίζω πως τώρα πια όχι μόνο εξοικειώθηκα με το κοινό – αν και πάντα έχεις την αγωνία, κάθε μέρα – αλλά σαν να απαλλάχτηκα κι από άλλους φόβους που μπορεί να είχα. Τα βλέπω λίγο πιο απλά τα πράγματα. Μπορώ να δοκιμάζω εκεί όπου υπάρχει υλικό να ψάξω, να βρω πράγματα που δεν έχω ξανακάνει, να βρω κι άλλες περιοχές. Ρίσκο είναι αυτό; Όχι. Αισθάνομαι αρκετά ασφαλής. Είμαστε ποτέ σίγουροι για κάτι;  Όταν άρχισα να κάνω και σινεμά, που είναι επίσης ένας θαυμαστός κόσμος, το αγάπησα πάρα πολύ. Αλλά δεν έχει αυτή την άμεση έκθεση, τα γυρίσματα γίνονται μόνο με το συνεργείο, μετά θα βγει η ταινία, αλλά ό,τι έκανες, έκανες. Αυτό το καθημερινό του θεάτρου δεν είναι απλό, πώς θα είσαι κάθε μέρα εκεί, η ενέργειά σου εκεί, το νευρικό σου σύστημα να σε υπακούει. Και πάλι θυμάμαι τον Τάσο Μπαντή, που μας έλεγε: Να είσαι μηδέν πριν βγεις στη σκηνή. Καθαρός. Άδειος από σκέψεις. Έχεις κάνει τις πρόβες σου, ξέρεις πού θα πατήσεις, σαν παρτιτούρα είναι κι αυτό, υπάρχει ένας ψυχικός ρυθμός.

Colossus, Σύνθεση Κειµένου – Σκηνικός Χώρος – Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου, Μαρία Καλλιμάνη, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Ελένη Μολέσκη, Ιωάννα Μιχαλά, Βασίλης Βηλαράς, Γιάννης Ασκάρογλου, Τάσος Τσουκάλης – Δημητριάδης. Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206.
Γιώργος Βουδικλάρης

Share
Published by
Γιώργος Βουδικλάρης