Αναμνήσεις απο τον Lou

To ταξί έτρεχε στη λεωφόρο Σανς Ελυζέ, η μέρα ήταν χειμωνιάτικη και μουντή, οι ήχοι του Magic and Loss στα ακουστικά πονούσαν τα αυτιά μου κι εγώ δυνάμωνα τον ήχο κι άλλο κι άλλο κι άλλο και δάκρυζα κι άλλο κι άλλο κι άλλο… Τα συναισθήματα με συνέθλιβαν. Πόνος, ανακούφιση, εκτόνωση, αγωνία και αναστάτωση… Στο ξενοδοχείο που θα έκανα τη συνέντευξη με τον Lou Reed η μάνατζερ μου ανακοίνωσε πως θα αργούσε λίγο. Παρήγγειλα βότκα κι ας ήταν μεσημέρι – με πορτοκάλι θυμάμαι για να μη γίνω τελείως γκολ.

Στο μισάωρο ήρθε και με βρήκε να κλαίω με λυγμούς. «Συνέβη κάτι;» ρώτησε αποσβολωμένη. «Αυτά τα τραγούδια… μου λένε όσα νιώθω για έναν φίλο που έχασα. Με έχουν βοηθήσει τόσο πολύ…». «Να του το πείτε τότε», μου λέει, καθώς προχωρούσαμε στο διάδρομο. «Μα δεν θέλω να τον ενοχλήσω με κάτι τόσο προσωπικό…», είπα. «Θα του αρέσει να του το πείτε» επανέλαβε. Άνοιξε την πόρτα και ιδού, ο Lou Reed, ένας από τους ήρωες-αντιήρωες μου, μύθος από την εφηβεία μου, καταγεγραμμένος ως Velvet Underground πάνω στην χακί τσάντα του σχολείου δίπλα στους Stones, τους Floyd και τους Zeppelin, εκεί, μπροστά μου!

Έτρεμα που τον συναντούσα επιτέλους, έτρεμα να πετύχει η συνέντευξη καθώς ήξερα πως είχε διώξει μέχρι και δημοσιογράφο του Q, έτρεμα στη θύμηση του φίλου μου… Η φόρτιση μεγάλη και τα 20 λεπτά, ο χρόνος μου μαζί του, ήδη έτρεχε. Δεν έδειξα τίποτα, η συνέντευξη κύλησε, ναι, ήταν όντως απέναντί μου, ντυμένος στα μαύρα, με μακριά κατσαρά μαλλιά κάπως παράξενα κομμένα, γοητευτικός, ουσιαστικός, φιλικός, υπέροχος. «Νομίζω πως στο Magic and Loss τα ντραμς είναι εκεί για να υπογραμμίσουν υπόγεια τις λέξεις και τα συναισθήματα…», είπα κάποια στιγμή και ενθουσιάστηκε τόσο που το είχα αντιληφθεί, ώστε πραγματικά απόρησα.

Και τότε κατάλαβα πως προσδοκούσε αυτό το έργο -το τόσο διαφορετικό από τα άλλα, το τόσο απόλυτα προσωπικό του, αυτή η ωδή στη θνητότητα, αυτή η ελεγεία στο θάνατο αλλά και στη μαγεία που μπορείς τελικά να νιώσεις περνώντας μέσα από τη φωτιά, μέσα από την απώλεια του αγαπημένου σου όταν τον έχεις μέσα σου, τον σκέφτεσαι και τον θυμάσαι για αυτό που ήταν κι όχι για αυτό που έχασες- να περάσει στο κοινό πέρα από τη ροκ του διάσταση, να βοηθήσει πραγματικά όσους είχαν την εμπειρία της οδύνης. Και ο χρόνος κυλούσε και τα είκοσι λεπτά γίνανε τελικά σαράντα…

«Θα ήθελα να σας πω», είπα στο τέλος, «πως πέρσι έχασα έναν πολυαγαπημένο φίλο και το έργο σας αυτό είναι για μένα λύτρωση. Είναι σαν να ακούω την ψυχή μου, μου λέει όσα ακριβώς νιώθω, με ηρεμεί, με γαληνεύει, με βοηθάει επιτέλους  να εκτονώσω τη θλίψη μου και την οργή μου», είπα. Με κοίταξε και κατάλαβε ότι τα εννοούσα. «Αν θέλετε, ελάτε μετά τη συναυλία να με βρείτε. Κανονίστε το με τη μάνατζέρ μου», απάντησε και τα γόνατά μου κόπηκαν.

Είκοσι χρόνια μετά, δεν θυμάμαι πια σε ποιο παρισινό θέατρο είδα την καταπληκτική συναυλία του, δεν με ενδιέφερε o χωρόχρονος και δεν το συγκράτησα. Ήμουν αλλού, βυθισμένη στη μουσική του και στους μουσικούς του, στη μυσταγωγία αυτή όπου παρευρισκόμουν και γινόμουν μέλος της. Γιατί περί αυτού επρόκειτο, τόσο τυχερή ήμουν. Ήταν κάτι μαγικό που συνέπαιρνε το είναι σου, μια πανδαισία που απογείωνε την ψυχή σου, με το ακουστικό μπάσο του Rob Wasserman να σε συντρίβει, τα κρουστά του Michael Blair να σε διαλύουν, την κιθάρα του Mike Rathke να σε κυκλώνει. Και στη μέση όλων ο Lou Reed,  αυτή η φωνή που όμοιά της δεν υπάρχει και δεν θα ξαναυπάρξει, να τραγουδά για την απώλεια και το θάνατο, για το πώς ένιωσε όταν έχασε τους δυο φίλους του, την άγνωστη σε μας Rita και τον αξέχαστο Doc Pomus. Κάτι τελείως διαφορετικό από μια ροκ συναυλία –και όμως τελικά μια απίστευτη ροκ συναυλία.  

   

Magic and Loss. Μαγεία και Απώλεια. Η μαγεία της απώλειας… Ποτέ δεν περίμενα πως θα έφθανα να γράψω για τον ίδιο τον Lou Reed μέσα από αυτό, να δακρύζω τώρα ακούγοντάς το για αυτόν.

Τον συνάντησα λοιπόν μετά τη συναυλία, πίσω από τη σκηνή, σε ένα αριστοκρατικό παλιομοδίτικο μισοφωτισμένο σαλόνι, παρέα με τους φίλους του, τους μουσικούς του και την τότε γυναίκα του. Ήταν λες και ταίριαζε εκεί, λες και η όλη ατμόσφαιρα ήταν από άλλη εποχή. Χαμογελούσε με εκείνο το αινιγματικό του χαμόγελο, φαινόταν πως ένιωθε καλά από τη βραδιά, χάρηκε ειλικρινά που μου άρεσε τόσο, ένιωσα άνετα και χαλαρά, είπαμε πως θα βρεθούμε ξανά…

Και όντως τον συνάντησα δυο φορές ακόμη, είχα την υπέρτατη αυτή τιμή –όπως λέει και ένας φίλος που επίσης τον γνώρισε «είναι αυτές οι στιγμές που σε κάνουν να καταλαβαίνεις γιατί διάλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά». Και νιώθεις έτσι γιατί δεν συναντάς απλώς έναν πολύ μεγάλο καλλιτέχνη, μια προσωπικότητα παγκοσμίου βεληνεκούς αλλά κι ένα μοναδικό άτομο. Ο Lou Reed πειραματίστηκε αδίστακτα τόσο με τον εαυτό του όσο και με τα δρώμενα γύρω του, εκτέθηκε όσο λίγοι, έφθασε μέχρι την άβυσσο και γύρισε πίσω, βρήκε διέξοδο στα αδιέξοδά του, άνοιξε δρόμους, προκάλεσε, επηρέασε  και επέδρασε σε άπειρα μυαλά νέων και μεγαλύτερων, χωρίς να κάνει ποτέ κήρυγμα σε κανέναν. Τεράστιος.

Βρεθήκαμε στην Αθήνα, αρχές αυτού του αιώνα, τη μια σε ένα δείπνο πριν την αθηναϊκή συναυλία του, την άλλη δίπλα στη θάλασσα κάπου στη Δραπετσώνα, όπου μου ξαναέδωσε συνέντευξη. Καθίσαμε σε ένα τραπέζι μακριά από το θόρυβο της παρέας, μιλήσαμε πολύ και πέρα από τη συνέντευξη, ήταν τόσο αληθινός, τόσο απλός, τόσο χαμογελαστός, τόσο φωτεινός και επιτέλους, ήταν φανερό στο βλέμμα του, τόσο ευτυχισμένος. Η Laurie Anderson τον είχε αγκαλιάσει και είχε ηρεμήσει τους δαίμονες του.

Ας είναι καλά όπου πετάει.

 Όπως ο ίδιος τραγουδούσε:

I want some magic to sweep me away

 Visit on this starlit night

replace the stars the moon the light – the sun’s gone 

Fly me through this storm 

and wake up in the calm…

I fly right through this storm

and … I … Wake … Up … In … The … Calm

 

 

Εφη Παπαζαχαρίου

Share
Published by
Εφη Παπαζαχαρίου