Categories: ΒΙΒΛΙΟ

Γέρος, μόνος και Άγιος χρονιάρες μέρες, πού ακούστηκε;

Ξύπνησα θαμμένος κάτω απ’ το βαρύ πάπλωμα. Ήταν Δευτέρα. Το σπίτι ήταν παγωμένο όμως ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα. Είχα δει εφιάλτη. Χιλιάδες παιδάκια περίμεναν τα δώρα τους κι εγώ έπρεπε να τους τα παραδώσω. Δεν έχω φράγκα να πάρω τόσα παιχνίδια. Εδώ καλά καλά δεν έχω για το ρεύμα. Γι’ αυτό είναι παγωμένο το κωλόσπιτο. Τσιγκουνεύομαι να ανάψω το αερόθερμο. Γι’ αυτό κουκουλώνομαι τα βράδια ντυμένος σα κρεμμύδι. Προσποιούμαι ότι το πάπλωμα είναι ιγκλού κι εγώ χαρούμενος Εσκιμώος που λάμπει από πάνω του Βόρειο Σέλας. Βάζω τα χέρια μες στο βρακί μου να τα ζεστάνω και φαντάζομαι πως τα χώνω στο αχνιστό κουφάρι κάποιου ζώου που μόλις σκότωσα με το τόξο μου στην ανεμοδαρμένη τούνδρα. Μετά διασκεδάζω μυρίζοντας τις πορδές μου κάτω από τα σκεπάσματα και με παίρνει ο ύπνος. Και βλέπω εφιάλτες.

Ο εφιάλτης λοιπόν. Χιλιάδες παιδάκια λέει περιμένουν παιχνίδια. Πρέπει να σηκωθώ βραδιάτικα και σιχτιρίζω. Είμαι ερείπιο, μια κινούμενη απογοήτευση. Η κοιλιά μου ξεχειλίζει απ’ το εσώρουχο. Τα μαλλιά μου έχουν ασπρίσει και χάνονται ολοένα με κάθε λούσιμο. Κάθε τρίχα που πέφτει και μια χαμένη ευκαιρία για ένα φιλί από κάποια ροδομάγουλη που το στόμα της βρωμάει ουίσκι. Ωραία θα ήτανε. Αντ’ αυτού έχω μια γυναίκα που μου φορτώσανε για να μη δείχνω μαγκούφης.

Γέρος, μόνος και Άγιος χρονιάρες μέρες, πού ακούστηκε; Αν δεν ήταν η καλή μου, η γλυκιά μου η γυναικούλα θα με περνάγανε για πορνόγερο με την κόκκινη στολή και τις δερμάτινες μπότες. Πως θα άφηναν οι καλοί γονείς τα χρυσά τους τα παιδάκια τους να κάτσουν στα πόδια μου στα εμπορικά κέντρα; Σα να βλέπω μπροστά μου τους τίτλους των εφημερίδων. «Σκάνδαλο! Υπερήλιξ με ανορθόδοξα ενδυματολογικά γούστα παρακινεί άτομα τρυφερής ηλικίας να του αποκαλύψουν τις επιθυμίες τους.» Τώρα όμως που βάλαμε με τη γυναίκα μου το Θεό μάρτυρα πως θα σκοτώσει ο ένας τις επιθυμίες του άλλου κανένας κίνδυνος. Φορέσαμε και στεφάνια. Από λουλούδια. Χωρίς αγκάθια. Αυτό με τα αγκάθια το φόρεσε ο άλλος που έχει γενέθλια και πρέπει όλοι να χαιρόμαστε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Σέρνω το κουφάρι μου μέχρι το μπάνιο. Θα ξυριζόμουν σαν φαντάρος αλλά τη χρειάζομαι την άσπρη πυκνή γενειάδα μου. Χρόνια και χρόνια τη μακραίνω με αγάπη. Κρύβω πίσω της τους σπασμούς της θλίψης που με χτυπάει σε κύματα στο ρυθμό που λαμπυρίζουν τα φωτάκια του δέντρου. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και προσπαθώ να διαβάσω το όνομά μου στα παγωμένα γκρίζα μάτια μου. Βασίλειος, Βασίλης, Νικόλαος, Νικόλαους, Κλάους… ό,τι σας βολεύει. Ό,τι μπορούν να προφέρουν τα μυξιάρικά σας ευκολότερα. Περιμένουν λέει τα παιχνίδια τους. Να πάνε να δουλέψουν! Εγώ δε δουλεύω. Βαρέθηκα! Κορόιδο είμαι; Έχω μια στρατιά από καχεκτικούς βοηθούς να μου φτιάχνουν την πραμάτεια μου. Βοηθούς λέει η καλή κοινωνία τους έμμισθους σκλάβους, για να συνεννοούμαστε. Είναι πολύ καλοί στη δουλειά τους πάντως. Τους παραδέχομαι τους άτιμους. Να φανταστείς ότι γεμίζουν τα μπιμπερό για τις κουκλίτσες με τα δάκρυα που χύνουν για τη χαμένη υπεραξία της εργασίας τους. «Έτοιμος ο σάκος σου αφεντικό!» Μουγκρίζω ένα ευχαριστώ και πολύ τους είναι. Αν ήταν λίγο ψηλότεροι μπορεί να τους έπαιρνα στα σοβαρά. Να πάνε να πνιγούνε κι αυτοί!

Φορτώνομαι το σάκο και περπατώ μέχρι το έλκηθρο. Νιώθω το βάρος των παιχνιδιών να συνθλίβει τους σπονδύλους στη ραχοκοκαλιά μου και φτύνω στο χιόνι. Το σιχάθηκα κι αυτό. Θα το κατουρούσα κι από πάνω, έτσι για να του δείξω ποιος κάνει κουμάντο, αλλά παγώνουν τα μεριά μου. Ανοίγω την πόρτα του στάβλου. Τα υποζύγια με κοιτάνε ξαφνιασμένα. Αν είχαν το κουράγιο θα με ξέσκιζαν με τα κέρατα τους. Αλλά εγώ είμαι πιο έξυπνος απ’ αυτά. Τα ταΐζω λίγο και τα δέρνω πολύ για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Η μύτη του ενός, αυτού του πολυτραγουδισμένου με το γελοίο όνομα, είναι κατακόκκινη. Από τα αίματα. Θα τη ζόρισε λίγο παραπάνω χθες το βράδυ φαίνεται. Τον καταλαβαίνω. Γιορτές είναι. Έχει την ιερή υποχρέωση να περάσει καλά, θέλει δε θέλει. Αν συνεχίσει όμως έτσι θα κάψει μέχρι και τα ιγμόρειά του. Ίσως το κάνει για να μη μυρίζει τη μπόχα που αναβλύζουν οι καυτές σβουνιές των συντρόφων του. Κάποια ζώα βλέπεις δε θέλουν να θυμούνται ότι είναι ζώα. Μη χολοσκάς φιλαράκο μου, το θυμάμαι εγώ για σένα κι αυτό είναι αρκετό. Εγώ δεν ξεχνάω. Ποτέ. Το χόμπι μου είναι να θυμάμαι ποιος ήταν άτακτος και ποιος φρόνιμος. Οποία διαστροφή!

Ζεύω τα κτήνη στο έλκηθρο και ξεκινάμε. Τα κουδουνάκια που κρέμονται στα χαλινάρια τους τραγουδάνε χαρούμενα στο βραδινό αγέρα. Μου τρυπάνε τ’ αυτιά. Μου σπάνε τα νεύρα. Θέλω να επιστρέψω στο κρεβάτι μου. Να θάψω το κεφάλι μου κάτω από το μαξιλάρι και να κλάψω βουβά τις χαμένες τρίχες των μαλλιών μου. Σηκώνομαι όρθιος στη θέση μου, δε με νοιάζει τίποτα πια. Κουράστηκα. Οι οπλές των ταράνδων σφυροκοπούν τον έναστρο ουρανό. Σφυροκοπούν και τα μηνίγγια μου. Νιώθω μικρά αιμοφόρα αγγεία να σπάνε ένα-ένα χαράζοντας τρελές κόκκινες διαδρομές στους βολβούς των ματιών μου. Ζαλίζομαι που να πάρει ο διάολος! Σα να το ήθελα από παλιά, χάνω την ισορροπία μου και πέφτω. Πέφτω απ’ τά σύννεφα. Μέσα από μια καμινάδα προσγειώνομαι σε αναμμένο τζάκι. Οι φλόγες κάνουν τις σάρκες μου να βράζουν. Φωνάζω σπαρακτικά για βοήθεια και χιλιάδες παιδάκια μου απαντάνε με εύθυμες τσιριχτές φωνούλες «Να τα πούμε;». Όχι να μην τα πείτε. Να μην πείτε τίποτα. Τώρα θα μιλήσω εγώ! Μα πριν προλάβω να μιλήσω ξυπνάω.

Ξυπνάω ιδρωμένος. Κάτω απ’ το βαρύ πάπλωμα. Στο παγωμένο κωλόσπιτο. Είναι Δευτέρα για μένα. Για τον υπόλοιπο κοσμάκη είναι Χριστούγεννα. Καλές γιορτές, καλά να περάσετε! Περαστικοί και περαστικές είστε ούτως ή άλλως. Και αν περνάτε από εδώ πάρτε με κι εμένα μαζί σας. Γιατί είναι γιορτές και έχω την ιερή υποχρέωση να περάσω καλά.

Ο Λευτέρης Γιακουμάκης είναι ζωγράφος. Κυκλοφορεί το βιβλίο του «55 τρόποι να προφέρεις τη λέξη Σικλουφιόρδουρ».
POPAGANDA