Categories: ΒΙΒΛΙΟ

Από τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στον Joe Strummer

White riot – I wanna riot White riot
White riot – a riot of my own

«Είσαι; Μπορείς να μιλήσεις;»
Και έξω ήμουν και να μιλήσω μπορούσα. Δεν ήθελα όμως. Δεν είχα καμία όρεξη να χαλάσει η διάθεσή μου μόνο και μόνο γιατί η αποστολέας του μηνύματος μάλωσε βραδιάτικα με τον γκόμενό της ή με τη μάνα μου – απέκλεισα αυτοστιγμεί το ενδεχόμενο να είχε συμβεί κάτι σοβαρό, γιατί αν σου έχει συμβεί κάτι τόσο σοβαρό ώστε να χρειάζεσαι πραγματικά τη βοήθεια κάποιου που είναι μακριά, τον παίρνεις κατευθείαν τηλέφωνο, δε ζητάς γραπτώς την άδειά του για να του μιλήσεις. Λέω εγώ τώρα…

Έβαλα το κινητό πίσω στην τσέπη μου, σχεδόν προσβεβλημένος για την υποτίμηση της νοημοσύνης μου. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μέχρι να το νιώσω να με γαργαλάει στο ίδιο ευαίσθητο σημείο.

«Είσαι έξω; Μπορείς να μιλήσεις;»
Στα πέντε λεπτά που μεσολάβησαν μέχρι την παραλαβή για δεύτερη φορά του ίδιου ακριβώς μηνύματος δεν πρόλαβε να αλλάξει κάτι. Εξακολουθούσα να είμαι έξω. Συνέχιζα να μη θέλω να μιλήσω. Τώρα μάλλον λίγο περισσότερο, για να δω αν μετά από πέντε λεπτά θα μου έστελνε το ίδιο μήνυμα για τρίτη φορά. Αλλά δεν άντεξα.

«Γαμώ την αδερφή μου μέσα», μονολόγησα σαν η αδερφή μου να ήταν η κεχαριτωμένη και κατευθύνθηκα προς την έξοδο του μπαρ έχοντας φορέσει το σακάκι μου μόνο από το ένα μανίκι γιατί με το άλλο χέρι κρατούσα ακόμη το ποτό μου.

«Έλα, ρε, τι παίζει;» της είπα ανέκφραστα, ώστε να καταλάβει ότι αν δεν παίζει κάτι πραγματικά σοβαρό, καλύτερα να μη μου αναφέρει καν το ψευδοπρόβλημά της, ας μου πει κάτι άσχετο, ας με καλέσει για φαγητό την επόμενη μέρα στο σπίτι της, οτιδήποτε.

«Έεε…λα…α…» Το κλάμα την αναγκάζει να συλλαβίσει μία λέξη τόσο απλή, σαν μωρό που τώρα μαθαίνει το αλφάβητο. Δεν ξεκινήσαμε καλά.

«Τι έγινε, ρε;» της λέω με έναν τόνο στη φωνή μου λιγότερο μαλακό απ’ όσο θα ήθελα.

Το κλάμα της προς απάντησή μου. Δε συνεχίζουμε καλά.

«Σταμάτα να κλαις, ρε, και μίλα!» της λέω με στιλ τόσο απόλυτο που αν και αδυνατεί ακούγοντάς με να σταματήσει να κλαίει, τουλάχιστον καταφέρνει να καταπιεί ηχηρά ώστε να αρχίσει να μιλάει. Εγώ πάλι, μέχρι να ακούσω τις λέξεις που μετά βίας αρχίζουν να βγαίνουν από το στόμα της, σκέφτομαι με ποιους τρόπους θα μπορούσα να προκαλέσω πόνο στον γκόμενό της, που με εκνεύριζε από την πρώτη στιγμή που τον είδα να προσπαθεί να με πείσει ότι το κρατούσε πιο «αληθινό» από μένα μόνο και μόνο γιατί δεν άκουγε τίποτα άλλο πέρα από Social Distortion.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

«Σκότωσαν οι μπάτσοι ένα παιδί στα Εξάρχεια», μου λέει με φωνή πνιγμένη στα δάκρυα και τις μύξες.
«Τι; Ε;» Δεν καταλαβαίνω. Την ακούω, αλλά δεν καταλαβαίνω τι μου λέει.
«Οι μπάτσοι… ένα παιδί… το σκότωσαν, σου λέω».
«Τι λες, ρε; Πού; Πώς;» τη ρωτάω ενώ ξαφνικά νιώθω την εσωτερική θερμοκρασία του σώματός μου να πέφτει απότο- μα στο επίπεδο της εξωτερικής που εδώ και ώρα σηκώνει όρθιες τις τρίχες των χεριών μου.
«Στο πάρκο, στα Εξάρχεια, στη γωνία, στο πάρκο, ρε, το σκότωσαν, στα Εξάρχεια, το πυροβόλησαν το παιδί», μου λέει και με μία γενναία ρουφηξιά προσπαθεί να κρατήσει μέσα στο κρανίο της τα υγρά που ξεχειλίζουν από τα μάτια και τα ρουθούνια της.
«Τι θα κάνουμε τώρα;!» συνεχίζει, με το άγχος κάποιου που σχεδόν νιώθει υπεύθυνος για αυτό που συνέβη, όχι γιατί θα μπορούσε να κάνει κάτι για να το αποτρέψει, αλλά μόνο και μόνο γιατί ζει στην ίδια πόλη και αναπνέει τον ίδιο αέρα με αυτόν που ανέπνεε ο μπάτσος την ώρα που σημάδεψε, πυροβόλησε και σκότωσε το παιδί.
«Ε, τι να κάνουμε, ρε, τώρα; Κούλαρε και θα μιλήσουμε αύριο», λήγω στα γρήγορα το τηλεφώνημα προσπαθώντας να ακουστώ ψύχραιμος, ώστε να μην προλάβουν να μορφοποιηθούν σε λέξεις οι τοξικές σκέψεις που έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνονται εκθετικά στο κεφάλι μου και αφορούν στα παιδιά που δεν έχω ιδέα αν έχει ο μπάτσος που αυτό το βράδυ σκότωσε το παιδί κάποιου άλλου.

Όταν ξαναμπαίνω στο μπαρ όλοι κοιτάζουν τα κινητά τους επίμονα, σαν να έχουν φάει τριπάκι και να έχουν κολλήσει στις μικρές οθόνες από τις οποίες νομίζουν ότι πηγάζει το φως της κοσμογονίας. Το νέο έχει πια διαδοθεί.

«Ρε, μαλάκες…»
«Απίστευτο!»
«Ρε, δε γίνονται αυτά!»
«Όχι, ρε πούστη μου…»
«Ρε, τι έκανε ο γαμώμπατσος;!» «Ρε μαλάκες, πάμε Εξάρχεια;»
«Μαλάκες, θα καεί το σύμπαν τώρα».
«Τι έκανε, γαμώ το χριστό του, γαμώ την παναγία μου». «Γαμημένοι κωλόμπατσοι, μουνόπανα, ρε, καριόληδες». «Πώς έγινε;»
«Πού έγινε;»
«Κοντά στην πλατεία».
«Όχι, ρε, κοντά στο πάρκο της Τρικούπη».
«Ρε, δε γίνονται αυτά».
«Ρε μαλάκες, ξεκολλάτε, πάμε Εξάρχεια».
«Κάτσε, ρε, πού να πάμε τώρα, θα γίνει της γαμιόλας απόψε».
«Ρε, σκότωσε έναν πιτσιρικά, ρε μαλάκες». «Γαμώ το σπίτι του».
«Να πιούμε άλλο ένα;»

«Ξύπνησες;»
«Όχι», της απαντώ, πληκτρολογώντας χωρίς να κοιτάζω την οθόνη γιατί τα παντζούρια είναι κλειστά και η παραμικρή υπόνοια φωτός προκαλεί στα μάτια μου έναν πόνο τόσο οξύ που θέλω να χώσω τα δάχτυλά μου μέσα στο κρανίο μου και να τα ξεριζώσω, έναν πόνο που κατακλύζει και τον υπόλοιπο εγκέφαλο, η λειτουργία του οποίου μετά από λίγες ώρες ύπνου επικεντρώνεται στη στοιχειώδη προσπάθεια να δώσει στο στομάχι μου τις κατάλληλες εντολές ώστε να μη χρειαστεί να ξεράσω το φωτιστικό οινόπνευμα που μου σέρβιραν το προηγούμενο βράδυ. Θυμάμαι όμως ότι το προηγούμενο βράδυ έκλαιγε και την έχω ικανή να κλαίει ακόμη, οπότε μονολογώντας και πάλι, νοητά, σαν άηχο μάντρα, «γαμώ την αδερφή μου μέσα», την παίρνω τηλέφωνο.
«Έλα, ρε, τι παίζει;» της λέω. Όπως πάντα.
«Καλά, καλά, εσύ; Ξύπνησες;» με ρωτάει και με εκνευρίζει γιατί εφόσον δεν είναι χαζή δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το παίζει.
«Όχι», της απαντάω όπως αρμόζει στην περίσταση.
«Θα πας στην πορεία;»
«Ναι, ρε, εννοείται». Δεν εννοοείται. Δεν έχω κανονίσει να πάω στην πορεία. Δεν έχω πάρει καν παυσίπονα ακόμη. «Πάμε μαζί;»

Θα ήθελα να πιστεύω ότι αποφάσισα να πάω μαζί με την αδερφή μου γιατί ήθελα να πάω μαζί με την αδερφή μου, και όχι απλώς γιατί δεν ήθελα να την αφήσω να πάει μόνη της. Γιατί ένας θάνατος φέρνει πιο κοντά τους ζωντανούς που αφορά, αν και στην προκειμένη περίπτωση ο συγκεκριμένος θάνατος μας αφορούσε περισσότερο λόγω της φύσης του και όχι τόσο λόγω της ύπαρξής του που είχε αποτέλεσμα την ανυπαρξία του νεκρού. Ο συγκεκριμένος θάνατος μας αφορούσε γιατί ήταν μία δολοφονία, γιατί ο δολοφόνος ήταν ένας αστυνομικός και εκείνο το πρωί της Κυριακής δε θα μας έφερνε κοντά μόνο η θλίψη για τον φόνο ενός παιδιού αλλά η οργή για αυτόν που τον είχε προκαλέσει και για όσους σαν και αυτόν θα μπορούσαν να τον είχαν προκαλέσει αν ήταν στη θέση του.

Η οργή μας που εκείνο το πρωί θα έμοιαζε με την κορύφωση ίσως του μοναδικού απόλυτα ταυτόσημου συναισθήματος που μοιραστήκαμε με την αδερφή μου από τότε που ήμασταν αρκετά μεγάλοι για να μπορούμε να μοιραζόμαστε συναισθήματα, με αποδέκτη το ίδιο αντικείμενο – και δε χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη μόνο για την ορθή γραμματική έμφαση αλλά και για τη νοηματική, γιατί μονολιθικά πιστεύαμε και οι δύο ότι ένας αστυνομικός δε θα έπρεπε να θεωρείται τίποτα παραπάνω από ανθρωποειδές αντικείμενο. Του κλότσου και του μπάτσου.

Και θα πηγαίναμε στην πρώτη πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Και θα βλέπαμε την άσχημη Αθήνα να καίγεται. Και θα νιώθαμε ότι μία πόλη όπου ένας μπάτσος μπορεί να δολοφονήσει ένα παιδί είναι μία πόλη που δεν αξίζει να υπάρχει, είναι μία πόλη που της αξίζει να καεί, της αξίζει μία φωτιά να ξεκινήσει από τους δρόμους της, να φουντώσει τόσο πολύ ώστε οι φλόγες της να την καταπιούν, να την αφανίσουν. Και θα νιώθαμε άσχημα για αυτή την άσχημη πόλη, αλλά πιο πολύ θα νιώθαμε άσχημα ακριβώς γιατί δε νιώθαμε αρκετά άσχημα για αυτή. Και θα νιώθαμε ενοχικά αθώοι αφού δε βάζαμε εμείς τις φωτιές, παρά μόνο καίγονταν τα σωθικά μας από τους πυκνούς μαύρους καπνούς που ξεπηδούσαν προς πάσα κατεύθυνση από τα ισόγεια των γκρίζων κτιρίων της Αλεξάνδρας που έκαιγαν οι φωτιές ενώ εμείς θα προσπαθούσαμε να τρέξουμε μακριά από αυτές που έκαιγαν τους κάδους ακριβώς δίπλα μας. 

Και θα νιώθαμε πιο ζωντανοί από ποτέ, και όλο αυτό με αφορμή ένα θάνατο.

Και θα νιώθαμε ανεξίτηλοι, γιατί πιστεύαμε ότι ήμασταν συμμέτοχοι σε κάτι που τα σημάδια του δε θα ξεπλένονταν όσο νερό και αν χυνόταν από τις πιο μεγάλες μάνικες ούτε θα κρύβονταν κάτω από αλλεπάλληλες στρώσεις πλαστικού χρώματος.

Και θα νιώθαμε άτρωτοι, γιατί ήμασταν εκεί και ήμασταν πολλοί, παρόλο που και εκείνοι ήταν εκεί, παρόλο που και εκείνοι ήταν πολλοί, για να μας θυμίσουν ότι ακόμη και αν ήμασταν ανεξίτηλοι, θα έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μας υπενθυμίσουν ότι δεν ήμασταν άτρωτοι.

«Δε… δεν μπορώ να…» προλαβαίνει να πει πριν κοντέψει να χάσει τις αισθήσεις της γιατί «δε… δεν μπορεί να… αναπνεύσει», και τότε καταλαβαίνω ότι ένα από τα δακρυγόνα που ενώ τρέχαμε βλέπαμε να εκτοξεύονται προς το μέρος μας από τη διμοιρία απέναντι έχει μόλις σκάσει ακριβώς μπροστά της. Την αρπάζω από το σβέρκο σαν γατί για να την κρατήσω όρθια αμφιβάλλοντας εξαρχής για το αν θα μπορέσω να κάνω για τον εαυτό μου το ίδιο, όταν μέσα από το πυκνό χημικό σύννεφο διακρίνω ένα γκλομπ να κατεβαίνει προς το κεφάλι της τόσο γρήγορα που είναι σαν να το βλέπω σε αργή κίνηση, σαν να παρακολουθώ μία εργαστηριακή αναπαράσταση του φαινομένου Ντόπλερ. Ένα άλλο γκλομπ, που κατεβαίνει εξίσου γρήγορα προς το δικό μου κεφάλι, δεν προλαβαίνω καν να το δω.

Μερικές ώρες, αρκετές ακτινογραφίες και λίγα ράμματα μετά ο εφημερεύων γιατρός του Κυανού Σταυρού μάς λέει ότι μπορούμε να πάμε σπίτια μας, και όταν ο καθένας μας φτάνει στο δικό του, αφήνουμε να περάσουν μερικές ώρες ακόμη μέχρι να μιλήσουμε στο τηλέφωνο.

«Κοιμάσαι;» με ρωτάει διστακτικά, όταν τελικά το σηκώνω.
«Καλά, έρχομαι», της απαντάω, κάνοντάς της τη χάρη να τη βγάλω από τη δύσκολη θέση να μου το ζητήσει.

Θα ήθελα να πιστεύω ότι το βράδυ εκείνης της Κυριακής αποφάσισα να κοιμηθώ στο σπίτι της αδερφής μου γιατί απλώς δεν ήθελα να την αφήσω μόνη. Η αλήθεια είναι όμως ότι ντρεπόμουν να την αφήσω μόνη. Όχι εκείνο το βράδυ.

Διασχίζω τη Βασιλίσσης Σοφίας στο ύψος της Μαβίλη περπατώντας πάνω στη διάβαση πεζών πριν όμως ανάψει το κόκκινο φανάρι για τα αυτοκίνητα που με βάση την προβληματική μου όραση υπολογίζω ότι δεν πρέπει καν να έχουν φτάσει στο Χίλτον. Η καντίνα είναι ανοιχτή όπως πάντα κι εγώ στέκομαι μπροστά της όπως κάθε φορά που περνάω από εκεί ακόμη και αν όπως τώρα δεν κατεβαίνει μπουκιά και όπως κάθε φορά έτσι και τώρα ο καντινιέρης που νομίζω ότι γυαλίζει το μάτι του με βλέπει και μου λέει: «Καλησπέρα, φίλε μου, τι καλό να ετοιμάσω;» «Κάτσε, το σκέφτομαι», του απαντάω ενώ δεν το σκέφτομαι, αφού το μεσημεριανό ξύλο μού έκοψε την όρεξη, ελπίζω όχι για πάντα, και όταν γυρίζει από την άλλη για να ψιλοκόψει λίγο μαρούλι ακόμη ανακατεύοντας με το άλλο χέρι το πλαστικό μίνι βαρέλι με τη μαγιονέζα για να μην πήξει, κάνω μερικά γρήγορα βήματα για να προλάβω να φύγω πριν γυρίσει στη βιτρίνα του καταστήματος, και για να γλιτώσω τις αναίτιες τύψεις που δεν τον ενίσχυσα οικονομικά και απόψε, πάω από την πίσω μεριά της καντίνας και περνάω στο απέναντι πεζοδρόμιο της Σούτσου.

Στρίβω αριστερά στη Δορυλαίου και βλέποντας την ανηφόρα να υψώνεται μπροστά μου καταλαβαίνω ότι θα χρειαστεί να καταβάλω μεγαλύτερη προσπάθεια από άλλες φορές για να τα βγάλω πέρα, οπότε ανάβω ένα τσιγάρο για να έχω να ασχολούμαι με κάτι άλλο πέρα από το να ψιλοκουτσαίνω όσο πιο προσεκτικά μπορώ, γιατί ο αριστερός μου αστράγαλος δεν έχει σταματήσει να διογκώνεται τις τελευταίες ώρες και το ότι δεν έχω δέσει το παπούτσι μου δεν κάνει πιο εύκολη την κατάσταση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

«Ψιτ!», κάνω δυνατά όταν τη βλέπω, τυλιγμένη με μία πικέ κουβέρτα που αναγνωρίζω από τα προικιά της μάνας μου, να ακουμπάει στον τοίχο του μικρού μπαλκονιού της κοιτάζοντας προς τα εκεί που θα έβλεπε τον Λυκαβηττό αν δεν της έκοβαν τη θέα μερικές εξαμβλωματικές πολυκατοικίες.
«Άντε ρε, πούντιασα», φωνάζει ψιθυριστά πριν μπει μέσα στο σπίτι, λες και φταίω εγώ που με περιμένει στο κρύο.
«Γιατί δεν κοιμάσαι, ρε ζώον; Έχω κλειδιά», της λέω ενώ περιμένω να ξεκλειδώσει δύο κλειδαριές, να τραβήξει ένα σύρτη και –γιατί όχι;– να μετακινήσει τρεις πολυθρόνες και δύο καναπέδες που μπορεί και να έχει βάλει πίσω από την πόρτα για να νιώθει ασφαλής.
«Άνοιξα το κρεβάτι, κοιμήσου εσύ στο κανονικό κι εγώ στο μικρό».
«Πονάς καθόλου;»
«Ε, λίγο. Εντάξει είμαι. Εσύ;»

«Την πέφτω, είμαι πτώμα», ανακοινώνω αφού έχω ήδη ξαπλώσει και λες και της έχω δώσει εντολή να πέσει εκείνη στο κρεβάτι της και να κάνει το πτώμα, σβήνει το φως, ξαπλώνει αμέσως και ο ύπνος την παίρνει πριν προλάβω να γυρίσω μία φορά μπρούμυτα και μετά ανάσκελα και μετά άλλη μία μπρούμυτα μέχρι να καταλήξω ότι αυτή είναι η πιο ενδεδειγμένη στάση για απόψε, για να μην πιέζονται οι μελανιές από τις γκλομπιές στην πλάτη μου.

Το ροχαλητό της που μπορεί να ακούγεται μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία μού θυμίζει του παππού μου εκείνα τα μεσημέρια του γυμνασίου που υποτίθεται ότι πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου (για κάποιο περίεργο λόγο, το σπίτι των παππούδων ανέκαθεν ήταν «το σπίτι της γιαγιάς» και όχι «το σπίτι του παππού», παρόλο που ο παππούς το είχε χτίσει) για να μελετήσω γεωμετρία, και το πως λειτουργούσε σαν αμετάκλητη επιβεβαίωση ότι ο παππούς και η γιαγιά κοιμόντουσαν έναν ύπνο τόσο βαθύ που κανείς από τους δύο δε θα με έπαιρνε χαμπάρι αν ανέβαινα στο πλυσταριό από τη φιδίσια καγκελένια σκάλα για να καπνίσω Assos άφιλτρα και να χαζέψω καμιά τσόντα.

Απορώ πώς δεν το είχα προσέξει τόσα χρόνια που ζήσαμε μαζί και ταυτόχρονα απορώ γιατί δεν απορώ για τα 16 χρόνια που ζήσαμε μαζί στο ίδιο δωμάτιο, αλλά για τα 6 χρόνια που ακολούθησαν, οπότε και ζήσαμε μαζί στο ίδιο σπίτι. Στο δικό μας σπίτι. Στο τέλος της Αρύββου. 

«Πόσο λίγο την ξέρω», σκέφτομαι και μετά σκέφτομαι ότι δεν είναι καθόλου απίθανό να ξυπνήσω μια μέρα των ημερών, να ανακαλύψω ξαφνικά ότι έχω τα διπλάσια χρόνια από αυτά που έχω τώρα, ότι κι εκείνη θα έχει τα διπλάσια, και κυρίως να ανακαλύψω ότι ακόμη τόσο λίγο την ξέρω, χωρίς να ξέρω αν έστω αυτό το λίγο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν έχει προκύψει ως ανησυχία γεννημένη και θρεμμένη από μια ξεκούδουνη φαινομενολογία, η οποία όμως λειτουργεί ως παρερμηνευτικό πρίσμα και προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε αν και αναγνωρίζω το ακατάλληλο της ώρας, δεν μπορώ να το ελέγξω και καθώς νιώθω τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν, εντοπίζω με ανησυχητική ευκολία μερικά πράγματα που η αδερφή μου θα νομίζει ότι έμαθε για τον αδερφό της, μετά από 6 χρόνια συμβίωσης μαζί του, τα οποία δεν είχε προλάβει να μάθει τα πρώτα 16 χρόνια συμβίωσης μαζί του, χωρίς πια να απορώ όπως πριν. 

Μπορεί, ας πούμε, να είχε πιστέψει ότι ο αδερφός της ήθελε τόσο πολύ να φύγει μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε, από εκείνους που τον μεγάλωσαν, από εκείνη που μεγάλωσε μαζί του, μπορεί να ήθελε τόσο πολύ να ζήσει μόνος του, που για να το καταφέρει δε θα είχε πρόβλημα να μείνει ακόμη και σε κοτέτσι, αν ήταν κοτέτσι το πρώτο και μοναδικό σπίτι που θα εξέταζε ως υποψήφιος νοικάρης στην Αθήνα. Τι κι αν στον τοίχο της κουζίνας θα υπήρχε μία τρύπα ή μάλλον κουφάλα διαμέτρου 28 εκατοστών (με το συμπάθιο), ως απτή απόδειξη ότι σε μία άλλη εποχή, ίσως πριν από τον πόλεμο, εκεί πάλευε μάταια ένας αρχέγονος ανεμιστήρας να ξαποστείλει εκτός κουζίνας τα μόλις ελάχιστα εναέρια μαγειρικά λίπη που δεν προλάβαιναν να στερεοποιηθούν στα γρήγορα, ώστε με το πέρασμα των χρόνων να ιζηματοποιηθούν σε τοίχους, ταβάνια και πατώματα και που πια δικαιολογούσε την ύπαρξή της ως φωλιά σεξομανών περιστεριών, που μπαινόβγαιναν κατά βούληση στην κουζίνα όπως μαρτυρούσαν τα λευκά πούπουλα και τα γκρίζα φτερά που κατά καιρούς μούλιαζαν στα υπολείμματα παραψημένων μπριζόλων μέσα στα ταψιά που με τη σειρά τους ανέμεναν στωικά, στοιβαγμένα μέσα στο νεροχύτη για ημέρες, μπορεί και εβδομάδες, να ανοίξει η βρύση από πάνω τους;

Τι κι αν το μοναδικό καλοριφέρ είχε μόλις τρεις φέτες, με την κάθε μία να δίνει –όταν δεν έσταζαν και οι τρεις μαζί ένα φαιοκαφέ όξινο υγρό– έναν τίμιο αλλά καταδικασμένο αγώνα απέναντι στο κρύο του χειμώνα προσπαθώντας να ζεστάνει τα 17,5 τετραγωνικά που της αναλογούσαν από αυτό το έρμο δυαράκι; Τι κι αν κατσαρίδες μεγάλες, μαύρες και άραχνες που, όπως και με τις αράχνες, καραδοκούσαν και κανείς δεν μπορούσε να εντοπίσει από πού έβγαιναν αλλά όλοι βαθιά μέσα τους πίστευαν ότι έβγαιναν σαν δυσώδη, αλαφιασμένα και διψασμένα για αίμα Ούρουκ Χάι από τα έγκατα της Μορντοραθήνας; 

Ή μήπως δε θα μπορούσε να είχε πιστέψει ότι ο αδερφός της είναι κλινική περίπτωση μονομανούς που εκτός όλων των άλλων τρώει την ίδια σαβούρα για δύο ολόκληρα χρόνια κάθε τρίτη ή τέταρτη μέρα μέσα στο σπίτι; Το πρώτο βράδυ της πρώτης φοράς που ήρθε μόνη της στην Αθήνα για να δει πού και κυρίως πώς ζούσα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να παραγγείλω δύο μερίδες απ’ όλα τα είδη της ψημένης σάρκας υπέρβαρων τετράποδων από τη συνοικιακή ψησταριά που είχε τη μεγάλη τύχη να την ξεχωρίσω μετά από αλλεπάλληλα τεστ αντοχής γεύσης και στομάχου σε όλες τις ψησταριές των οποίων τα κακόγουστα φυλλάδια έβρισκα κάθε πρωί στο γραμματοκιβώτιό μου, κάπως σαν χοληστερινούχα αλληλογραφία σε φτηνό ιλουστρασιόν χαρτί. Δύο χρόνια μετά, το πρώτο βράδυ της δεύτερης φοράς που ήρθε στην Αθήνα για να ζήσει και εκείνη εκεί που μέχρι πρότινος ζούσα μόνος μου, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν ακριβώς το ίδιο, μόνο που πια δε χρειαζόταν ούτε καν να αρθρώσω την παραγγελία. Ο ψήστης που εκτελούσε και χρέη τηλεφωνητή σήκωσε με τα λιγδωμένα του χέρια το ακουστικό, εγώ του είπα απλώς: «Στείλε μου δύο από το γνωστό» και εκείνος αφού με χαιρέτησε με ένα μπάσο «ωραίος» που ακουγόταν σαν να το φωνάζει κάποιος με echo μέσα από τα φλογισμένα βάθη της κολάσεως (αν η κόλαση ήταν μια ψησταριά στον Βύρωνα) το έκανε γιατί είχαν προηγηθεί (με πρόχειρους υπολογισμούς) άλλα 186 ανάλογα τηλεφωνήματα ώστε να ξέρει πια πολύ καλά τι εννοούσα.

Ή μήπως δε θα μπορούσε να είχε πιστέψει ότι δεν ήμασταν ισότιμοι συγκάτοικοι (για να μην πω άνθρωποι) αφού αν και ο καθένας μας είχε το δικό του κρεβάτι στο δικό του δωμάτιο, το δικό της κρεβάτι ήταν και δικό μου, όλες τις ώρες που εγώ θα αποφάσιζα ότι ήθελα να δω τηλεόραση, που δεν ήταν βέβαια πολλές αλλά όσο λίγες και να ήταν ήταν δυσανάλογα ως προς την ποσότητά τους δυσάρεστες για εκείνη, εφόσον η μοναδική τηλεόραση του σπιτιού βρισκόταν, κατόπιν δικής μου απαιτήσεως, στο δικό της δωμάτιο. Και κάθε φορά που το καταλάμβανα ξαπλώνοντας λιγνός και ψηλός στο κρεβάτι της και ξεκινούσα ένα χειμαρρώδες ζάπινγκ, την εξοστράκιζα σε κάποιον από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού, ελπίζοντας να προτιμήσει την κουζίνα από το δικό μου δωμάτιο, μήπως και πλύνει κάποιος τελικά τα ταψιά στο νεροχύτη, ενός σπιτιού που έμοιαζε στα βαθιά του γεράματα να μην είναι πια σίγουρο ότι είναι σπίτι, αλλά κάτι ανάμεσα σε σπίτι και «μη-σπίτι», που βρισκόταν πολύ ψηλά για να είναι στο ισόγειο και πολύ χαμηλά για να είναι στον ημιόροφο. Ένα σπίτι in limbo. Γενικώς και ειδικώς.

Ή μήπως δε θα μπορούσε να είχε πιστέψει ότι ο αδερφός της δεν ήθελε πολλά πολλά με εκείνη – και αυτό είναι το πιο τραυματικό, ίσως περισσότερο για εκείνον, παρά για εκείνη. Γιατί στ’ αλήθεια δεν είναι ότι δε γούσταρα να βγαίνω μαζί της, γιατί απλώς οι χαρακτήρες μας ήταν τόσο διαφορετικοί που αν ήταν γραμμές θα ήταν παράλληλες σαν δύο ράγες τρένων. Δε γούσταρα να βγαίνω μαζί της (παρόλο που τελικά ενίοτε το έκανα, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε περισσότερο γιατί εκείνη μου το ζητούσε εκτός από τις λίγες φορές που ψυχαναγκαζόμουν να της το ζητήσω εγώ) γιατί ως έχων στα κρυφά δύο μέτρα και άλλα τόσα σταθμά, δεν ήθελα να κάνει η αδερφή μου όσα επιβλαβή για τον οργανισμό της και κυρίως για τον ψυχισμό της πράγματα έβλεπε να κάνω εγώ στο δικό μου οργανισμό και κυρίως ψυχισμό. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα παροιμιώδους υποκρισίας που μπορεί ακόμη και να σε κάνει να χαστουκίσεις την αδερφή σου μόνο και μόνο γιατί κάποιος σου σφύριξε ότι την είδε να καπνίζει στο «τζούρα κλαμπ» του Γυμνασίου, που ήταν συγκοινωνούν με το τζούρα κλαμπ του Λυκείου, εκεί που σε κάθε διάλειμμα δοκίμαζες εσύ τις αντοχές των πνευμόνων σου.

Το ίδιο σύμπλεγμα που όταν χρόνια αργότερα η αδερφή σου θα κάνει το πρώτο γερό μεθύσι της ζωής της, το επόμενο πρωί θα σε αναγάγει σε πωρωμένο ιεροκήρυκα υπέρ της ποταπαγόρευσης, παρόλο που ξέρεις ότι το πιθανότερο είναι να φαντάζεις σε εκείνη πιο κάλπικος και από τύποις σεβάσμιο γέροντα που τρίβοντας το πορτοκαλογκρί μούσι του κηρύσσει τις 10 εντολές σε απελπισμένους πιστούς, ενώ ο ίδιος έχει κρυφό καμάρι ότι πριν καταλύσει σε ένα από τα διακοσμημένα με απόλυτο σέβας στο παραδοσιακό μινιμαλιστικό (με μαξιμαλιστικές εκκλησιαστικές πινελιές) ασκητικό ύφος πετρόχτιστα studio του Boutique Hotel Agio Oros είχε προλάβει να καταλύσει τουλάχιστον τις 8 από αυτές.

Το ίδιο σύμπλεγμα που θα κοντέψει να σε κάνει να θυσιάσεις την ενδόμυχη χαρά σου για το ότι εσύ φέρεις εν πολλοίς την ευθύνη που η αδερφή σου ποτέ δεν εμφάνισε τάσεις μετάλλαξης σε τετράποδο ακροατή μουσικής με ψόφια τσακίρ κέφια, μουσικής συντεθειμένης από άλλα τετράποδα με νάιλον ντέφια στα χέρια (ή στα πόδια), χάριν μίας δύσμορφης ευθυνοφοβίας που θα σε κυριεύσει όταν εκείνη σου ζητήσει να πάτε μαζί στη συναυλία κάποιου που εφόσον κάποτε ήταν ο μπροστάρης της «μόνης μπάντας που μετρούσε», τώρα πια στη μέση ηλικία του παρέμενε ο μόνος μεσήλικας ρόκερ που όφειλε να δει ζωντανά όποιος φαν του ροκ, που επειδή ακριβώς σεβόταν πραγματικά τον εαυτό του, δεν ήθελε να έχει την παραμικρή σχέση εκ του σύνεγγυς με μεσήλικους ρόκερ.

Η μύτη μου περιορίζει την περιμετρική όραση του δεξιού μου ματιού και μόνο με την του αριστερού την παρακολουθώ να κοιμάται σαν να ζυγίζει ενάμιση τόνο, και δεν ξέρω γιατί αλλά αποφασίζω ότι η δίψα μου δεν έχει καμία σημασία, ότι ούτε στην κουζίνα θα πάω για νερό ούτε θα κοιμηθώ για να την ξεχάσω, απλώς θα συνεχίσω να την κοιτάζω με αυτόν τον λειψό τρόπο μέχρι να πονέσουν τα μάτια μου, μέχρι που χωρίς καθόλου να το περιμένω μου χτυπάει κάπως άσχημα ότι ο κόσμος δείχνει να ηλεκτρίζεται περισσότερο από κάθε τραγούδι που προηγήθηκε όταν ο πάλαι ποτέ μπροστάρης των The Clash ξεκινάει να παίζει ένα τραγούδι των Ramones, αλλά αφήνω πίσω μου την ειρωνεία της στιγμής και μαζί μ’ αυτήν, στα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν από το πρώτο «Hey! Ho!» μέχρι το δεύτερο «Let’s go!», έχω αφήσει πίσω μου και όσο περισσότερο κόσμο μού επιτρέπει το γεγονός ότι με το δεξί μου χέρι κρατάω σφιχτά το αριστερό της αδερφής μου, φτάνοντας μαζί της στο moshpit μπροστά από τη σκηνή. Εκεί που χτυπάει η καρδιά του συναυλιακού κτήνους. Είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, όχι πριν από το τέλος της συναυλίας τουλάχιστον, και η σκέψη αυτή από μόνη της με αγχώνει περισσότερο και από το φόβο ότι μπορεί ξαφνικά να βρεθώ ξυπόλητος ανάμεσα σε αρβύλες που σείουν το έδαφος από κάτω μου, γιατί θυμάμαι ότι δεν έχω δέσει τα κορδόνια των all-star. Ξαφνικά νιώθω το χέρι της αδερφής μου να γλιστράει από τη χούφτα μου. Γυρίζω αμέσως το κεφάλι μου και λίγο πριν χαθεί ανάμεσα σε αφιονισμένους σαραντάρηδες που με όση ενέργεια τους επιτρέπει η ηλικία τους προσπαθούν και τα καταφέρνουν (αν εξαιρέσεις ότι εκεί που κάποτε ίσως και να έπνεε μεσίστια μια μοϊκάνα, τώρα στέκεται αγέρωχη μία ιδρωμένη καράφλα) να αναπαραστήσουν τον παλιό πανκ εαυτό τους και εξαγριωμένους εικοσάρηδες που προσπαθούν χορεύοντας έξαλλο pogo να εξιλεωθούν για το ότι δεν κατάφεραν να γεννηθούν 20 χρόνια νωρίτερα στο ανατολικό Λονδίνο, την πιάνω από όπου μπορώ και την τραβάω προς το μέρος μου. Την τραβάω όπως φαντάζομαι ότι θα την τραβούσα αν είχε μόλις πέσει σε μια θάλασσα από την επιφάνεια της οποίας θα προεξείχαν καμαρωτά τα πτερύγια μεγάλων λευκών καρχαριών.

Τη φέρνω με δυσκολία μπροστά μου και έτσι όπως σηκώνω τα χέρια μου δημιουργώντας έναν ατελή κύκλο γύρω της στο ύψος των ώμων της προσπαθώντας να αποκρούσω όλους όσοι πέφτουν πάνω μας ενώ κι εμείς πέφτουμε πάνω σε άλλους, βλέπω το πίσω μέρος του κεφαλιού της να ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό του τραγουδιού. Παρόλο που δε βλέπω το πρόσωπό της είμαι σίγουρος ότι θα τραγουδάει ακόμη και τους στίχους που δεν ξέρει, και τότε ακριβώς ξαναστρέφω το βλέμμα μου στη σκηνή. Λίγο η έξαψη της στιγμής, λίγο ο πόνος αφενός από τις αρβύλες του τύπου στα δεξιά μου που αν δεν ήξερα καλύτερα θα πίστευα ότι το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι μέχρι το τέλος του λάιβ να πολτοποιήσει το δεξί μου κουντεπιέ, αφετέρου από τις αγκωνιές που μου ρίχνει ο τύπος στα αριστερά μου σαν να προσπαθεί να μου αχρηστεύσει το νεφρό, έτσι όπως βλέπω τον Joe Strummer να φτύνει στίχους μαζί με σάλια στο μικρόφωνο, στραβοκαταπίνω γιατί δεν ξέρω αν οι σταγόνες που κυλάνε στα μάγουλά μου είναι δάκρυα ή ιδρώτας.

Το πολύ μετά από δύο λεπτά το «Blitzkrieg Bop» τελειώνει, και ανάμεσα στις ακατάληπτες κραυγές του πλήθους που ενώνονται σε μία μεστή και ενιαία κραυγή που μπορεί να ακούγεται μέχρι το Brixton, η αδερφή μου προσπαθεί να μου πει κάτι αλλά δεν τα καταφέρνει γιατί δυσκολεύεται να αναπνεύσει και παρόλο που γελάει, ο δυνατός της ξερόβηχας της πνίγει το γέλιο και καθώς κουνάει το χέρι της μπροστά στο στόμα σαν να είναι έτοιμη να φταρνιστεί καταλαβαίνω ότι μου ζητάει νερό και ξέρω ότι πρέπει να της το φέρω, αλλά η ιδέα του νερού μού γεννάει μία φοβερή και τρομερή επιθυμία για κατούρημα και δεν ξέρω τι είναι προτιμότερο, να την αφήσω μόνη της στο moshpit για να πάω να της φέρω ένα μπουκάλι αφού κατουρήσω ή να μείνω μαζί της για να την προστατεύσω από τα ιδρωμένα στίφη, κινδυνεύοντας εκείνη να αρχίσει να φτύνει γαστρικά υγρά από τον βήχα που θεριεύει και δεν μπορώ ρε γαμώ το να αποφασίσω τι είναι προτιμότερο, μέχρι που καταλαβαίνω ότι κατουριέμαι τόσο πολύ που αν δεν πάω τώρα θα τα κάνω πάνω μου, τι να κάνω, σόρι, μικρή, μεγάλο κορίτσι είσαι, πάω και…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

«Σιγά, ρε, με σκότωσες», μου λέει ενώ συνεχίζει να βήχει και ευτυχώς που ξέχασε να τραβήξει την κουρτίνα γιατί αν δεν ήταν το κίτρινο φως του στύλου στη γωνία που τώρα μου φαίνεται ότι φέγγει σαν την πανσέληνο, μπορεί να μου έπαιρνε περισσότερη ώρα για να καταλάβω πού είμαι, για να καταλάβω ότι μόλις ξύπνησα, και αυτή την ώρα δεν την έχω για άσκοπο ξόδεμα γιατί όντως κινδυνεύω να κατουρηθώ μπροστά της.

Όταν βγαίνω σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την τουαλέτα, δεν την ακούω να βήχει αλλά πηγαίνω στην κουζίνα και παίρνω μαζί στο δωμάτιο ένα ποτήρι νερό. Από τη βρύση. Ο ύπνος την έχει πάρει και την έχει σηκώσει προς άγνωστη κατεύθυνση, οπότε γυρίζω στο σαλόνι της και ψαχουλεύω τα συρτάρια μέχρι να βρω εκείνο το κουτί από μία παλιά γραβάτα που είχαμε πάρει από κοινού δώρο στον πατέρα μου, στο οποίο συνεχίζει να κρατάει τα αποκόμματα εισιτηρίων από συναυλίες, μάλλον με χρονολογική σειρά που τη διαλύω έτσι όπως αναζητώ –σαν να ανακατεύω τους αριθμούς μιας λοταρίας– το εισιτήριο από τη συναυλία του Joe Strummer που είχαμε πάει μαζί, για να επιβεβαιώσω ότι αυτό που είδα στον ύπνο μου δεν ήταν απλώς ένα όνειρο, ότι ήταν μία αναπαράσταση.

Το ποτήρι που κρατάω με τα δόντια μου για να έχω και τα δυο μου χέρια ελεύθερα γλιστράει, αλλά ευτυχώς το πιάνω στη μέση της διαδρομής για το θαμπό μωσαϊκό με μία απότομη κίνηση που ταλαιπωρεί τους μύες μου στα πιο λάθος σημεία, εκεί όπου προσγειώθηκαν τα γκλομπ πριν από μερικές ώρες, οπότε βγάζω μια κραυγή που αποτυγχάνω να αποσιωπήσω, για να μην την ξυπνήσω, δαγκώνοντας τα χείλια μου.

«Έλα, ρε, τι έγινε;», την ακούω να λέει ζορίζοντας τον εαυτό της, γιατί προφανώς κι εκείνη πονάει ακόμη.
«Έλα, ρε, τι παίζει;» της λέω όπως πάντα. «Γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Γιατί ξύπνησα».

Joe Strummer – Γήπεδο Σπόρτινγκ Αθήνα, 2001


Το «Κράτα το Σόου» κυκλοφορεί από τις εκδ. Key Books. Περισσότερες πληροφορίες: keybooks.gr/krata-to-show / facebook.com/KrataToShow.TheodosisMichos
POPAGANDA