Κωνσταντίνα Τάκαλου, θα μπορούσε η Μπλανς Ντυμπουά να επιβιώσει το 2021;

Στη Νέα Ορλεάνη της δεκαετίας του 1940 όλα φαίνεται να αλλάζουν δραστικά. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και όλοι αναζητούν την τύχη και την ευτυχία, όχι πάντα με αυτή την σειρά. Ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι και η Στέλλα, δύο άνθρωποι από κόσμους εκ διαμέτρου αντίθετους, ζουν έναν έρωτα παράφορο, κτητικό και πολλές φορές επικίνδυνο, με φόντο την πόλη της τζαζ και του Mardi Gras. Εκείνη κόρη μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας του Νότου κι εκείνος ένας τραχύς Πολωνός μετανάστης δεύτερης γενιάς, που φέρει τα ψυχολογικά τραύματα που του άφησε ο Β’ Π.Π. Παρά τα όσα τους χωρίζουν, ο Στάνλεϊ και η Στέλλα έχουν βρει τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και πορεύονται πλάι-πλάι στη ζωή. Όλα όμως ανατρέπονται όταν σπίτι τους φτάνει η Μπλανς Ντυμπουά, αδερφή της Στέλλας.

Η Μπλανς δεν λέει να συνειδητοποιήσει πως το μεγαλείο του Νότου, αλλά και της οικογένειάς της, έχει πια χαθεί. Επιλέγει να ζει σε έναν δικό της κόσμο για να μην χρειαστεί να δει κατάματα την πραγματικότητα. H απελπισία της χαμένης ζωής της και τα οικογενειακά βάρη που την τσάκισαν, συμβάλλουν στον εύθραυστο ψυχισμό της. Η ματαίωση, η αποτυχία και ο χρόνος που περνά αδυσώπητα στοιχειώνουν το πολυδιάστατο έργο του Ουίλιαμς, που αντανακλά έναν σκληρό κόσμο ο οποίος αποβάλλει ή καταστρέφει όποιον δεν μπορεί να ενσωματωθεί.

Το «Λεωφορείον ο Πόθος», που καθιέρωσε τον Τενεσί Ουίλιαμς ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του κόσμου, γράφτηκε το 1947 και έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Ethel Barrymore στη Νέα Υόρκη, σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν, κερδίζοντας το βραβείο Πούλιτζερ. Το 1951 γνώρισε παγκόσμια επιτυχία με τη μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον ίδιο σκηνοθέτη και με πρωταγωνιστές την Βίβιαν Λη (Μπλανς) και τον Μάρλον Μπράντο (Στάνλεϊ). Έκτοτε έχει γνωρίσει αναρίθμητες αναβιώσεις στις σκηνές όλου του κόσμου. Φέτος είναι η πρώτη φορά που το έργο ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου. Την εμβληματική Μπλανς Ντυμπουά ενσαρκώνει η Κωνσταντίνα Τάκαλου, η οποία μίλησε στην Popaganda για τον ψυχισμό και τις ψαυδαισθήσεις της ηρωίδας που υποδύεται.

Η Μπλανς Ντυμπουά ζει μέσα στις ψευδαισθήσεις της και πολλές φορές τις μπερδεύει και με την ίδια την πραγματικότητα. Πιστεύεις ότι αυτός είναι έναν μηχανισμός άμυνας για εκείνη; Φυσικά και είναι ένας μηχανισμός άμυνας. Όλοι οι άνθρωποι έχουν έναν μηχανισμό άμυνας. Όταν περνά η ψυχολογική μετατόπιση σε ένα τοπίο, το οποίο δεν αντέχεται, ο άνθρωπος φτιάχνει ένα καινούριο πλαίσιο για να μπορέσει να αντέξει την ίδια τη ζωή. Η αίσθηση που έχω για το έργο σε σχέση με την ψευδαίσθηση είναι ότι, ναι, όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε έναν τέτοιο μηχανισμό, μιας άλλη παραδοχής για να μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή. Με τον ίδιο τρόπο η Μπλανς φτιάχνει ένα αλλιώτικο δικό της τοπίο. Το βασικό κομμάτι ψευδαίσθησης που έχουμε όλοι είναι οι 8 ώρες ύπνου, που είναι το κομμάτι του ονείρου, που ο άνθρωπος συνεχίζει να έχει την προσωπικότητα που έχει και ξύπνιος αλλά όταν μένει στο κρεβάτι του και κοιμάται το φαντασιακό δουλεύει και κάνει ό,τι θέλει. 

Ο ρόλος της Μπλανς Ντυμπουά είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη Βίβιαν Λι, που την υποδύθηκε στον κινηματογράφο. Σε άγχωσε ποτέ αυτό; Όχι, γιατί η συνάδελφος μου η Βίβιαν Λι (γελάει) το έπαιξε το 1951, κάτω από ένα άλλο καθεστώς, όπου η ανθρωπότητα ανάρρωνε από δύο παγκόσμιους πολέμους και προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Οι δημιουργοί, οι ηθοποιοί, αλλά και το κοινό έπαιρνε κάτι άλλο από την ταινία. Εγώ παίζω την Μπλανς το 2021 και προσπαθώ να πω κάτι άλλο μέσα από το έργο και τον ρόλο. Υπάρχει και άλλη μια μεγάλη διαφορά. Το ένα είναι θεατρικό και το άλλο κινηματογραφικό. Στο σινεμά το κομμάτι της επανάληψης δεν γίνεται μπροστά στον θεατή, όπως συμβαίνει στο θέατρο, όπου η επανάληψη του έργου γίνεται ζωντανά μπροστά του κι εγώ προσπαθώ παίζοντας να βρω την καλύτερη μου «λήψη». Ωστόσο, το έπαιξε μοναδικά η Βίβιαν Λι.  

Συνέχεια θα ανεβαίνουν τα ίδια έργα, συνέχεια θα παίζονται αυτοί οι ρόλοι. Το κομμάτι της επαναληπτικότητας είναι μέσα στην φύση της δουλειάς μας. Έναν ηθοποιό δεν τον τρομάζει αν ένας άλλος ηθοποιός έπαιξε έναν ρόλο, ακόμα κι αν τον έπαιξε σπουδαία. Δεν είμαι η Βίβιαν Λι, είμαι εγώ με τον δικό μου ψυχισμό. Οι εμβληματικοί ρόλοι φέρουν από μόνοι τους κάποιον μύθο, μια ιστορία που κάθε φορά ένας ταπεινός ηθοποιός ή δημιουργός, προσπαθεί να ανακαλύψει μέσα από τον ίδιο και μέσα από την σκηνοθεσία, κάτι καινούριο να φέρει.

Εμένα με αφορά πολύ η διπολικότητα και ο ψυχισμός της Μπλανς. Το γιατί οδηγήθηκε στον αλκοολισμό και στο να εκπορνεύεται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Η Μπλανς είναι η ίδια ένα τραυματικό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής. Ξύνει συνέχεια την ψυχή της με το τραύμα της, γι΄αυτό και όταν παίζει έχει μια ερμηνευτική μανία στο έργο. Αυτό εγώ το αναλύω λίγο ψυχιατρικά το τραύμα, το γιατί το κάνει αυτό. Το 1951 δεν ξέρω πως το ανέλυαν. Η Μπλανς δεν αποκολλάται από την παιδική της ηλικία και συνεχίζει να ζει με την ψευδαίσθηση ότι όλα όσα γνώριζε υπάρχουν. Δεν υπάρχουν όμως. 

Θα μπορούσε η Μπλανς Ντυμπουά να επιβιώσει το 2021; Εγώ νομίζω ότι γύρω μας έχουμε πολλούς ανθρώπους σαν την Μπλανς. Πόσες φορές γκρεμίζονται πράγματα στις ζωές κάποιων ανθρώπων και αλλάζουν τη ρότα τους. Ήρθε η κρίση το 2010 και άλλαξε το τοπίο για πολλούς ανθρώπους. Το μέσο, αστικό κομμάτι της κοινωνίας μας άλλαξε τελείως τη ζωή του, γιατί δεν υπήρχαν πια χρήματα. Τα δεδομένα αλλάζουν, άρα αλλάζουν και οι άνθρωποι. Όταν ήρθε η κρίση ήμασταν έξω από το σπίτι, ψάχνοντας να βρούμε τρόπους και εμείς να επιβιώσουμε, αλλά και να βοηθήσουμε όλους τους άλλους που δεν μπορούσαν, ο κορωνοϊός όμως έκανε το ακριβώς αντίθετο, μας έκλεισε μέσα. Ενώ η πανδημία δεν διαχώριζε σε πλούσιο και φτωχό, μας έκανε να φοβόμαστε όσους υπάρχουν γύρω μας. Ήταν πολύ σκληρό να κάθεσαι σπίτι σου και οποιοσδήποτε υπάρχει γύρω σου να είναι «ύποπτος». Αυτό αν το δεις πιο ποιητικά και το βάλεις μέσα στην τέχνη, είναι ένα ολόκληρο σύμπαν για εμάς τους καλλιτέχνες. 

Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στο Λεωφορείον ο Πόθος; Η Στέλλα και η Μπλανς είναι δύο κορίτσια που ανακάλυψαν τον έρωτα πολύ νωρίς και ανακάλυψαν πως η αγάπη μπορεί να τις αλλάξει. Πως δηλαδή μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο τοπίο, υπάρχει και η γυναίκα. Το έργο μιλάει για την θέση της γυναίκας σε σχέση με τον άνδρα. Βλέπουμε ότι ενώ η Στέλλα κάνει την επανάστασή της, φεύγει από το σπίτι και ζει στην Νέα Ορλεάνη, τελικά συντηρητικοποιείται, γίνεται μια «νοικοκυρούλα» που υπηρετεί τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι και ανέχεται να την χτυπάει και να της φέρεται βίαια. Από την άλλη η Μπλανς, μια φιλόλογος, δείχνει την σεξουαλική της ταυτότητα με διάφορους άλλους τρόπους, πολύ πιο επαναστατικούς. Μέσα από μια ελευθερία, ανακαλύπτει τον εαυτό της. 

Ένας από τους κεντρικούς πυλώνες του έργου είναι η κακοποίηση που δέχονται οι γυναίκες. Θα μπορούσε αυτό να είναι μια αλληγορία, για την καθημερινή δυσκολία που φέρει γενικά το να είσαι γυναίκα; Ναι φυσικά. Τον τελευταίο χρόνο, στην Ελλάδα μόνο είδαμε πόσες γυναίκες να δολοφονούνται από άνδρες και για πόσες ακόμα έχουμε ακούσει να κακοποιούνται, όχι μόνο τώρα, εδώ και πολλά χρόνια. Γιατί ζούμε σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, σε μια κοινωνία που οι αποφάσεις παίρνονται από άνδρες, είτε μέσα στο σπίτι, είτε έξω από αυτό. Αυτό σημαίνει ότι ούτως όταν μια γυναίκα κακοποιείται, υποφέρει από θανάσιμη απόγνωση και απελπισία. Αυτό από μόνο του είναι ένα είδος «αυτοκτονίας». Ο Τενεσί Ουίλλιαμς ενσωματώνει σε όλα του τα έργα το κομμάτι της προσωπικής, οικογενειακής του ιστορίας.  Η προσωπική του εμπειρία τον επηρέασε και άρχισε να γράφει αυτά τα έργα. Η κατάσταση της βίας, το πόσο αυτή αποσιωπάται ή πόσο αντέχεται και το πόσο ο άνδρας και η πατριαρχία ορίζουν τα πράγματα.

Οι δύο αδερφές αντιμετώπισαν πολύ διαφορετικά τον ξεπεσμό της οικογένειάς τους. Η μια επαναστάτησε, ενώ η άλλη επέλεξε να ζήσει «με την καλοσύνη των άλλων». Εσύ σαν Κωνσταντίνα, με ποια από τις δύο ταυτίζεσαι; Δεν ταυτίζομαι με καμία. Είχα πάντα μια ρευστότητα μέσα μου. Σήμερα υπερασπίζομαι κάτι και μετά κάποια συνθήκη μπορεί να αλλάξει και να πιστεύω κάτι πολύ διαφορετικό. Τα πρόσωπα στα έργα είναι τόσο ζωντανά όσο και στη ζωή. Όπως εγώ μετατοπίζομαι και σήμερα πιστεύω αυτό, ενώ αύριο πιστεύω κάτι άλλο, έτσι αντιμετωπίζω και τα έργα και τους ρόλους, αλλιώς τα πρόσωπα θα ήταν στέρεα. 

Η ψευδαίσθηση για μένα γενικά είναι η βάση του θεάτρου, άρα μου είναι πολύ συγγενικό το έργο και τα όσα διαπραγματεύεται, γιατί είμαι ηθοποιός. Η βάση είναι ότι κάτι από την πραγματικότητά μου δεν μου αρκεί και με την ψευδαίσθηση και την θεατρική μαγεία, κάτι ανακουφίζει την ψυχή, το σώμα, το μυαλό, την ύπαρξη μου.

Οι χαρακτήρες του Τενεσί Ουίλλιαμς… Είναι ανώνυμοι άνθρωποι, καθημερινοί, που υποφέρουν αθόρυβα. Μπορούν να βρουν πολλές φορές τρόπο για να λυτρωθούν και να ξεπεράσουν την μοίρα τους κι άλλες φορές να μην το καταφέρουν. Για τη Μπλανς η «τρέλα» είναι μια λύτρωση προς μια άλλη κατεύθυνση. Όταν δεν αντέχει ο άνθρωπος και έχει μια ευαισθησία και είναι απελπισμένος από την ίδια τη ζωή, μεταπηδά σε κάτι άλλο που δεν είναι τόσο οδυνηρό, δεν πονάει. 

Βρίσκεις κοινά ανάμεσα στη Νέα Ορλεάνη που περιγράφει ο Ουίλλιαμς στο έργο και την Αθήνα του σήμερα; Ο Ουίλλιαμς γράφει για χαρακτήρες αλκοολικούς, νευρωτικούς, περιθωριοποιημένους από την ίδια την κοινωνία, κατατρεγμένους, αποτυχημένους. Δεν υπάρχουν σήμερα αυτοί οι άνθρωποι; Εκείνοι που νιώθουν πρόσωπα τα οποία μετεωρίζονται από απουσία άλλων ανθρώπων; Βέβαια μεγαλύτερη ακόμα απελπισία είναι να έχεις γύρω σου ανθρώπους και να νιώθεις και πάλι μοναξιά. 

Η ζωή μετεωρίζεται ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Όλοι οι άνθρωποι θα ήθελαν να φέρουν ένα θετικό πρόσημο, αλλά τότε θα είχαμε έργα γεμάτα αγγέλους. Η πραγματική ζωή είναι φτιαγμένη από ένα σκληρό υλικό και πολύ σοφά ακόμα και τα παραμύθια έχουν πάντα έναν κακό λύκο.

Η δική σου Μπλανς είναι ίδια κάθε βράδυ; Προσπαθώ κάθε μέρα να είμαι όσο πιο κοντά γίνεται σε μια συγκεκριμένη κατασκευή του προσώπου, αλλά το νευρικό σύστημα, όπως ξέρουμε, δεν μας υπακούει. Εκτροχιάζεται. Κάθε μέρα, είναι μια καινούρια μέρα.

Τα θέατρα έμειναν κλειστά για ένα μεγάλο διάστημα. Πώς είναι το κοινό τώρα. Πιο διψασμένο ή φοβισμένο;  Νιώθω πως είναι σαν να έγινε μια συνάντηση. Όσο χαρούμενοι ήταν οι ηθοποιοί, άλλο τόσο ήταν και οι θεατές που συναντηθήκαμε και πάλι. 

Ενώ έχεις μια μεγάλη πορεία στον χώρο, με σπουδαίους ρόλους, δεν είσαι μπροστά στα φώτα, ούτε μιλάς πολύ συχνά. Αυτό ήταν μια προσωπική σου επιλογή; Ναι, ήταν μια δική μου επιλογή. Και ειλικρινά δεν ξέρω ποιον αφορά όλο αυτό που λέμε. Δεν ξέρω δηλαδή, έναν θεατή που θα έρθει να δει την παράσταση, σε τι θα τον βοηθήσει αυτή η συνομιλία που έχουμε εμείς οι δυο. Αυτό που θες να δεις από μένα είναι πάνω στη σκηνή.

Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρι

Γεννήθηκε στην Αλβανία, λίγο πριν την πτώση του κομμουνισμού. Ζει στην Αθήνα από το 1997, παράτησε με μεγάλη επιτυχία το τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών της Παντείου και από το 2017 ασχολείται με την δημοσιογραφία.