Κλεισμένος στο ασανσέρ ανήμερα Δεκαπενταύγουστου

Δεκαπενταύγουστος. Η μέρα που παίζει  στο μυαλό σου η μουσική του Ghost Town των Specials όχι επειδή ξανάδες για πολλοστή φορά το καταιγιστικά αυθάδικο Snatch του Γκάι Ρίτσι, αλλά γιατί η δεύτερη πολυπληθέστερη πρωτεύουσα στην Ευρώπη των 6.000.000 κατοίκων γίνεται πόλη φάντασμα. Εντάξει, υπερβολές, όλο και κάποιο αμάξι θα περάσει όλο και κάποιο περίπτερο θα ναι ανοιχτό, ενώ η καφετέρια στη γωνία ‘οφείλει’ να σερβίρει καφέδες για αυτούς που ξέμειναν πίσω όπως εσύ. Είναι αυτό που λένε στα νησιά και την επαρχία ‘αν δε δουλέψουμε σήμερα πότε θα δουλέψουμε’ με τη διαφορά ότι στην Αθήνα εκείνη τη μέρα λειτουργεί αντίστροφα.

Πίσω έμεινες  γιατί δε βόλευαν οι άδειες στη δουλειά. Δεν πειράζει θα την κάνεις κάνα-δυο βδομάδες μετά που θα χει αραιώσει κι ο κόσμος στα νησιά. Το μαύρισμα ούτως ή άλλως το χεις χάσει. Όχι ότι σε ένοιαζε ποτέ πολύ. Άλλωστε τη φάση στην Ίο και την Πάρο – αν κι έχουν περάσει ‘αιώνες’- την έχεις ζήσει ως φοιτητής. Τώρα θες και λίγο την ησυχία σου, ίσως και να απομονωθείς  από την οχλοβοή της πόλης. Η μοναξιά είναι γοητευτική, την ίδια ώρα όμως φαντάζει κι επικίνδυνη. Βλέπεις, έχεις μπει στο δεύτερο μισό των 30 και ο χρόνος μετρά αντίστροφα με κίνδυνο να μείνεις στο ράφι. Τι θα πει ο περίγυρος αν δεν κάνεις οικογένεια και παιδιά; Ποια είναι η θέση σου στην κοινωνία; Χίλια δυο στερεότυπα που σκέφτεσαι ότι θα είναι ακόμα πιο πιεστικά για μια γυναίκα…  Φοβάσαι μήπως όλα καταλήγουν σε αυτό που είχε πει ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Οι άντρες παντρεύονται από κούραση, οι γυναίκες από περιέργεια. Και οι δύο στο τέλος απογοητεύονται».

Στο μεταξύ από το πρωί ακούγονται στις ειδήσεις τρεις μεγάλες φωτιές που έχουν ξεσπάσει στη χώρα. Το ‘ακούγονται’ είναι σχετικό κι έχει μείνει από τα παιδικά σου χρόνια όταν μέρα νύχτα έπαιζε η τηλεόραση. Μεγαλώνοντας, κατάλαβες ότι πρέπει να τη βγάλεις από την πρίζα. Πλέον βομβαρδίζεσαι από το ίντερνετ. Το περίεργο είναι ότι κάποιες φορές όση ώρα κερδίζεις για να μάθεις τα νέα την ώρα που αυτά γίνονται, άλλη τόση χάνεις για να τα φιλτράρεις μέσα από δεκάδες ιστοσελίδες για να δεις ποιος λέει την αλήθεια ή όχι. Χώρια από την επικαιρότητα, έχεις ένα εκατομμύριο άρθρα στα αγαπημένα άσε που σε περιμένει να τελειώσεις και το βιβλίο που είχες ξεκινήσει το Πάσχα και ακόμα δεν έχεις ολοκληρώσει. Ζεις σε μια κοινωνία υπερπροσφοράς και αφθονίας έχοντας όμως στη διάθεσή σου ελάχιστο χρόνο ή χρήμα. Αυτή την αντίφαση τη συναντάς παντού στην καθημερινότητα σου. Μπες για παράδειγμα σε ένα σουπερμάρκετ. Από τη μία διάδρομοι με άπειρες μάρκες προϊόντων από την άλλη πελάτες με ελάχιστα χρήματα. Ομοίως και με τη μουσική, το σινεμά ή τη λογοτεχνία. Τόσες πολλές επιλογές αλλά και τόσο λίγος χρόνος. Αυτή τη συνήθεια σου πάντως να τελειώσεις κάτι που έχεις αρχίσει με το ζόρι είτε σε βιβλία είτε σε σειρές είτε σε οτιδήποτε άλλο λειτουργεί ψυχαναγκαστικά και πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Μια ζωή την έχουμε. Αν δε σου αρέσει κάτι παράτησε το και προχώρα παρακάτω. Και κοίταξε να απολαύσεις αυτό που σου αρέσει όσες φορές θες, χωρίς να σε αγχώνει πότε θα προχωρήσεις στο επόμενο. Ακόμα και στα μικροπράγματα. Πολλές φορές αυτά είναι που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία.  

Αποφασίζεις να σταματήσεις να χαζολογάς και να πεταχτείς να πάρεις την αγαπημένη σου καθημερινή συνήθεια –ίσως και των περισσότερων Ελλήνων- καφέ απέξω. Εννοείται οι καφετέριες με take-away παραγγελίες συνεχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, όπως έκανα κάποτε τα βιντεοκλάμπ. Λες και υπάρχει κομμάτι πίτας για όλους… Δεν καταλαβαίνουν ότι οι περισσότεροι κάποια στιγμή μπορεί να κλείσουν; Αλλά ποιος μας έμαθε ποτέ να κοιτάζουμε μακροπρόθεσμα ώστε να το κάνουμε τώρα; Όταν από μικρός ακούς σχεδόν παντού ένα ‘έχει ο θεός’ ξέρεις ότι ζεις σε μια κοινωνία παγιδευμένη σε μοιρολατρικά αδιέξοδα ενίοτε βολικά απενοχοποιημένα. Να ναι καλά η κοπέλα στην καφετέρια που φορά ένα πολύ κοντό σορτσάκι και σου σκάει ένα γλυκό χαμόγελο, δείχνοντας αρκετά χαρούμενη για τη μέρα που δουλεύει. Της ζητάς ένα φρέντο εσπρέσο με λίγη μαύρη ζάχαρη και κανέλα. Πλέον αυτές οι ιδιότροπες μακρόσυρτες παραγγελίες που μια ζωή κορόιδευες, βγαίνουν από το στόμα σου. Μεγαλώνοντας αποκτάς παραξενιές με τον ίδιο ρυθμό που χάνεις τον ενθουσιασμό σου. Δώρο ένα μπουκαλάκι νερό, μια μικρή όαση στον καύσωνα της ημέρας. Φεύγοντας, βλέπεις την κοπέλα να βγάζει -και αυτή όπως σχεδόν όλες- μια προκλητική selfie με το μουσάτο φίλο της και σκέφτεσαι ότι μπορεί να είχε δίκιο ο κολλητός σου ο Αντώνης που έλεγε περιπαικτικά ότι ουσιαστικά η επανάσταση θα ξεκινήσει όταν το πρώτο wannabe μοντέλο δεν ανοίξει λογαριασμό στο instagram κι ο πρώτος millennial αποφασίσει να μην αφήσει χιπστεράδικο μούσι ή να κάνει tattoo.

Περιμένοντας σε ένα φανάρι στο δρόμο για το σπίτι, ακούς από το ραδιόφωνο ενός αυτοκινήτου ότι οι πυρκαγιές πολλαπλασιάζονται και αναζωπυρώνονται. Αμάν πια. Κάθε καλοκαίρι τα ίδια και τα ίδια. Έχεις βαρεθεί να ακούς για ‘πύρινες κολάσεις’ και  ‘βιβλικές καταστροφές’. Το δράμα διαιωνίζεται η λύση όμως δεν έρχεται. Ίσως τώρα τα πράγματα φαίνονται πιο ξεκάθαρα. Πριν έκαιγαν τα δάση για τον Έλληνα που είχε λεφτά για να χτίσει. Τώρα τα καίνε για τον ξένο που έχει λεφτά για να αγοράσει. Άλλωστε 30 εκατομμύρια τουρίστες έρχονται πλέον. Όλο και πιο πολλοί δε θα γλυκαίνονται να αγοράσουν σπίτι στον ήλιο, ειδικά τώρα που πέφτουν συνεχώς οι τιμές κι ελλοχεύουν οι πλειστηριασμοί; Κάποιες στιγμές αναρωτιέσαι αν υπήρχε σχέδιο εξαρχής. Να γλυκαθείς με το εύκολο χρήμα, να ξεμυαλιστείς με τη διαφήμιση, την μπάλα και τις πίστες με λουλούδια, ώστε να πέσεις -φαινομενικά αφελώς- θύμα μιας προνοητικής απληστίας και να τα ‘χαρίσεις’ όλα στους ξένους.

Σε δέκα λεπτά είσαι πίσω κι ανοίγεις την εξώπορτα. Κοιτάς το κουτί της αλληλογραφίας, αν και ξέρεις ότι δεν περιμένεις τίποτα  αφού τα κάνεις όλα ηλεκτρονικά. Πιο πολύ σε παρακινεί μια ενδόμυχη ελπίδα μήπως σε έχει θυμηθεί κανείς, ξεχασμένος στο νοσταλγικό ρομαντισμό του χαρτιού, απαύγασμα μιας άλλη εποχής. Σιγά σιγά περπατάς προς το ασανσέρ. Να πάω με τις σκάλες; Σκέφτεσαι. Θυμάσαι τη συμβουλή της μάνας σου. Είναι Δεκαπενταύγουστος κι αν συμβεί κάτι, ίσως να μην είναι κανείς στην πολυκατοικία. Έλα μωρέ. Για λίγα δευτερόλεπτα τι θα γίνει; Μπαίνεις και πατώντας το κουμπί για τον τρίτο όροφο κοιτάζεσαι με έναν υπόκωφο ναρκισσισμό στον καθρέφτη. Η πολυκατοικία είναι παλιά και το ασανσέρ είναι μικρό χωρώντας με το ζόρι τρία άτομα. Εκεί που κατεβάζεις μια ρουφηξιά από τον καφέ, εντελώς ξαφνικά σταματάς να κινείσαι. Όχι δεν είναι δυνατόν. Μόλις πριν από λίγο το σκέφτηκες … Γαμημένε Murphy με το νόμο σου… Κάνεις να ανοίξεις την πόρτα αλλά μάταια. Έχεις κλειστεί ανάμεσα σε ορόφους οπότε η έξοδος μοιάζει με ουτοπία. Το σήμα στο κινητό εννοείται μηδαμινό. Η υποψία έστω μιας γραμμής στην οθόνη μοιάζει με οφθαλμαπάτη. Ενστικτωδώς, ανοιγοκλείνεις το διακόπτη on/off μπας και γίνει κάτι, αν και είσαι σίγουρος ότι το κάνεις απλά για να πεις ότι το ‘κανες. Πατάς το κουδούνι. Καμία ανταπόκριση. Σιγά μην ήσουν τόσο τυχερός να σε ακούσουν αμέσως. Δεύτερη φορά. Πάλι τίποτα. Η τρίτη θα σημάνει το κάλεσμα μια θεατρικής παράστασης που δεν ξεκίνησε ποτέ. Ουφ, κοίτα τι πάθαμε Δεκαπενταυγουστιάτικα…

Δεν έπρεπε να πάρεις το ασανσέρ τέτοια μέρα. Α ρε μάνα είχες δίκιο. Τώρα ποιος μπορεί να είναι στην πολυκατοικία; Η οικογένεια με τα τρία παιδάκια στον πρώτο θα έχει πάει σίγουρα στο χωριό, μιας και ο μπαμπάς είναι διορισμένος δάσκαλος κι έχει όλο το καλοκαίρι άδεια. Το διπλανό τους διαμέρισμα εδώ και μήνες ξενοίκιαστο. Το ίδιο και το ακριβώς από πάνω. Η σέξι κοκκινομάλλα πρωτοετής της Νομικής στο δεύτερο λογικά θα λιάζει τις καμπύλες της σε κάποια κυκλαδίτικη παραλία. Ο διπλανός σου έχει διοριστεί δασονόμος στη Σάμο, οπότε μένουν οι δύο οικογένειες από πάνω σου με τις οποίες όμως ποτέ δεν είχες τις καλύτερες σχέσεις. Για την ακρίβεια όχι τόσο εσύ με τα παιδιά όσο οι γονείς σας, αλλά ξέρεις πως πάνε αυτά, κληροδοτούνται άτυπα. Μια ζωή καυγάδες είτε για ψύλλου πήδημα,  όπως φασαρίες σε γιορτές ή κλάματα μωρών, είτε για μαστορέματα σε ώρες κοινής ησυχίας είτε για οικονομικές ασυμφωνίες για το πετρέλαιο ή το βάψιμο της πρόσοψης. Συνελεύσεις με φωνές, προσβολές και μηνύσεις περνούν από μπροστά σαν ταινία που έπαιζε μια ζωή αθόρυβα στο background των παιδικών σου χρόνων, η οποία όμως επηρέασε τη γνώμη σου για τους γύρω πολύ περισσότερο απ’ όσο νόμιζες. Θα μπορούσες να πεις ότι η πολυκατοικία είναι μια μικρογραφία της νεοελληνικής κοινωνίας. Σπίτια με οικογένειες που κάνουν το παν για να προστατέψουν τα μέλη τους αδιαφορώντας για τις γειτονικές, δημιουργώντας έτσι ένα συγκρότημα αναγκαστικής συμβίωσης με κοινό όχημα … ένα ασανσέρ.  

Ένα ασανσέρ σαν κι αυτό που έχεις κλειστεί σήμερα. Ένα κλειστό κουτί με μοναδική παρέα έναν μισοάδειο καφέ κι ένα μπουκαλάκι νερό, όπου αναρωτιέσαι αν και πότε θα σε αναζητήσει κανείς. Ξαφνικά θυμάσαι έναν τύπο στην Αμερική που είχε μείνει αργά το βράδυ Παρασκευής στο γραφείο και όταν αποφάσισε να φύγει κλείστηκε στο ασανσέρ χωρίς να βρίσκεται κανείς άλλος στο κτίριο. Έμεινε κλεισμένος όλο το Σαββατοκύριακο. Τον εντόπισε μια καθαρίστρια τη Δευτέρα το πρωί. Το βίντεο από την κάμερα τoυ θαλάμου είχε ανέβει σε fast forward στο YouTube και είχε μαζέψει αμέτρητα κλικ. Ήταν σίγουρα ενθαρρυντικό το ότι βγήκε αλώβητος, αν και πρόκειται για εμπειρία που μάλλον θα θυμάται για όλη του τη ζωή. Έχει γούστο να πρέπει να τη βγάλεις κι εσύ εδώ μέσα για 2-3 μέρες. Θεωρητικά ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει χωρίς τροφή και νερό για μια βδομάδα. Αυτό όμως ισχύει σε οποιεσδήποτε συνθήκες? Τόσο στο φως όσο και στο σκοτάδι? Στιγμιαία θυμάσαι τον τύπο στις ‘127 Ωρες’ που όταν έπεσε σε ένα φαράγγι, ένας βράχος συνέθλιψε το χέρι του και τον παγίδευσε για μέρες, αφού δεν είχε πει σε κανένα πριν για το που θα πήγαινε. Έλεος τι άστοχη σύγκριση είναι αυτή… Σκέψου κάτι πιο ευχάριστο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σκέφτεσαι πόσο καλύτερο θα ήταν να έχεις παρέα. Ακόμα καλύτερα γυναικεία. Το γεγονός ότι ο χώρος είναι ασφυκτικά μικρός μπορεί να έπαιρνε ενδιαφέρουσα τροπή. Η αρχική αμηχανία που θα νιώθατε από κοινού με μια κοπέλα θα έδινε σταδιακά τη θέση της σε συζητήσεις για προσωπικά θέματα και αφού εκείνη θα σου έβγαζε τα εσώψυχα της, πιθανότατα λέγοντάς σου πόσο παραμελήμενη ένιωθε από τον αρραβωνιαστικό της, θα κάνατε έρωτα γεμάτοι πάθος. Ένα πάθος που ίσως δυνάμωνε ακόμα περισσότερο από τη ανακουφιστική γνώση ότι οι έρωτες που ξεκινούν από δυνατές συγκινήσεις έχουν σπανίως ευτυχή κατάληξη, οπότε δε δημιουργούν δεσμεύσεις.

Κι ενώ το μυαλό σου φτιάχνει ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι videoclip του ‘Love in an Elevator’ -κάτι που κάνεις από μικρός και που δε σε ωφελεί ιδιαίτερα σε μια κοινωνία πραγματιστών και ορθολογιστών- ξαφνικά το φως σβήνει. Αυτό έλειπε τώρα. Ένα κρύο ρεύμα διαπερνά το ιδρωμένο σου κορμί. Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό. Το κακό είναι ότι η μπαταρία του κινητού είναι όπως πάντα χαμηλή, οπότε δε θα μπορείς να το χρησιμοποιήσεις πολλή ώρα για φακό. Δε φοβάσαι το σκοτάδι ούτε έχεις κλειστοφοβία, αν και κάποιες φορές εύχεσαι να ήταν αυτά τα προβλήματά σου. Η μεγαλύτερη σου φοβία είναι ο ίδιος σου ο εαυτός και η κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή σε τρομάζει γιατί είσαι τελείως μόνος αντιμέτωπος με αυτόν. Αναλογίζεσαι ότι κάπως έτσι πρέπει να νιώθει ο κρατούμενος μιας φυλακής όταν μπαίνει στην απομόνωση. Ολομόναχος, παγιδευμένος σε ένα χώρο 1,5×1,5 μέσα σε κλίμα αφόρητης ζέστης χωρίς φως και με μηδενικά εφόδια, αναλογιζόμενος τα λάθη που τον οδήγησαν εκεί. Με τη διαφορά ότι για αυτόν είναι μια εφιαλτική παρένθεση σε μια εξίσου εφιαλτική συνέχεια, ενώ για σένα είναι μια δυσάρεστη εμπειρία με αίσιο τέλος. Κάτι που σου προκαλεί ανακούφιση αλλά ταυτόχρονα και ένα αίσθημα κρυφής ενοχής για το πόσο τυχαία είναι κάποια πράγματα στη ζωή και πόσο αστεία μπορεί να φαντάζουν τα προβλήματα σου μπροστά σε αυτά άλλων.   

Κι ενώ η ώρα περνά και βυθίζεσαι ολοένα και περισσότερο στις σκέψεις σου, από την οροφή του θαλάμου ακούγεται ένας δυνατός ήχος. Τι μπορεί να είναι αυτό; Αναρωτιέσαι. Έχει μπει κάποιο πουλί; Κάποια νυχτερίδα; Κυκλοφορούν νυχτερίδες τη μέρα ή μόνο στο σκοτάδι; Απανωτές σκέψεις σε ταλανίζουν την ώρα που δέχεσαι δεύτερο τράνταγμα. Λες να γίνεται σεισμός; Τόση γκαντεμιά θεέ μου; Άραγε έχει γίνει ξανά σεισμός την ώρα που είναι κάποιος κλεισμένος στο ασανσέρ; Οι σεισμοί όμως το καλοκαίρι δε γίνονται; Προσπαθείς να κρατήσεις τη ψυχραιμία σου. Φωτίζεις με το κινητό προς τα πάνω κι ανοίγεις ένα χώρισμα στην οροφή. Παρατηρείς ότι το συρματόσχοινο που κρατά το ασανσέρ κόβεται σιγά σιγά. Αιωρείσαι κυριολεκτικά σε μια τεντωμένη κλωστή μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου ορόφου μιας πολυκατοικίας. Η ανάσα σου έχει κοπεί και πρέπει να περιμένεις ακίνητος μέχρι να έρθει βοήθεια ακόμα κι αν είναι τόσο δύσκολη μέρα λόγω φωτιών για τη πυροσβεστική. Το παν είναι να σε αναζητήσει κάποιος. Σύντομα νιώθεις ότι το ασανσέρ χάνει λίγο ύψος. Μάλλον δεν έχεις πολύ χρόνο. Ίσως σε βοηθήσει ένα άρθρο που είχες διαβάσει πρόσφατα που έλεγε ότι είναι μάταιο να πηδήξεις προς τα πάνω την ώρα της πρόσκρουσης καθώς δεν μπορείς να υπολογίσεις την ακριβή στιγμή, αλλά ακόμα κι αν το καταφέρεις, μειώνεις την ταχύτητά σου μόνο κατά 3χλμ/ώρα. Το ιδανικό είναι να ξαπλώσεις στο έδαφος ανάσκελα, προκειμένου να διανείμεις τις επιπτώσεις της πρόσκρουσης σε όλο το σώμα. Και φυσικά όλα έχουν να κάνουν και με το ύψος από το οποίο πέφτεις. Αν μπορούσες να θυμηθείς από τη Φυσική τον ανάλογο τύπο, ίσως υπολόγιζες τη δύναμη με την οποία θα πέσεις. Αλλά που μυαλό για παρακολούθηση στο μάθημα τότε. Πριν προλάβεις να ολοκληρώσεις τη σκέψη σου, το συρματόσχοινο κόβεται τελείως… 

Ξυπνάς λουσμένος στον ιδρώτα. Είχες καιρό να δεις τόσο έντονο όνειρο και να το θυμάσαι με τόση λεπτομέρεια. ‘Όνειρο θερινής νυκτός’ χωρίς όμως κανένα στοιχείο κωμωδίας. Το λαμπάκι στο air-condition αναβοσβήνει γεγονός που μαρτυρά ότι πρέπει να έγινε διακοπή ρεύματος το βράδυ. Ρίχνεις μια ματιά στο κινητό κι ενημερώνεσαι για τρεις φωτιές στη χώρα. Σηκώνεσαι από το κρεβάτι και βάζεις μια βερμούδα κι ένα μπλουζάκι για να βγεις έξω και να πάρεις καφέ. Φρέντο εσπρέσο με λίγη μαύρη ζάχαρη και κανέλα. Καθώς κλειδώνεις την πόρτα, ακούς κάποιον από πίσω να κρατά την πόρτα του ασανσέρ. Είναι η σέξι πρωτοετής του δευτέρου που έχει ανέβει να ποτίσει τα λουλούδια του δίπλα. Σε κοιτάζει και σου λέει:    

Γεια σου Φίλιππε! Tι κάνεις; Θες κατέβουμε μαζί; Και σκάζοντας ένα αφοπλιστικό χαμόγελο σα να σου κλείνει το μάτι, γυρίζει και λέει: Δεν πιστεύω να κλειστούμε, ε;

Γιώργος Καρακασίδης

Share
Published by
Γιώργος Καρακασίδης