Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μία μεγάλη ηθοποιός που δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται πολύ σκληρά

Είναι η ηθοποιός που έμαθε για τις ανάγκες ρόλων της να καπνίζει ενώ απεχθάνεται το κάπνισμα, να μιλάει γερμανικά με μέθοδο άνευ διδασκάλου και να παίζει στο πιάνο έργο του Ερίκ Σατί . Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μπορεί όσο μεγαλώνει να αναγκάζεται να εργάζεται σκληρότερα, αλλά, όπως λέει, «να φύγω από το θέατρο και να κάνω εγώ τι; Να ζήσω από τη σύνταξή μου; Ποια σύνταξη;»

Ο ηθοποιός δεν μπορεί να πιει κρασί και μετά να πάει στην πρόβα. Γιατί πρέπει να έχει πλήρη έλεγχο του νευρικού του συστήματος. Ειδικά στον Μπέρνχαρντ οι απαιτήσεις της ακρίβειας είναι τεράστιες. Η ηρωίδα που υποδύομαι έχει μεγάλους μονολόγους και πολλές φορές παραληρηματικούς, σε καταιγιστικούς ρυθμούς, σε συνδυασμό με τη σωματική κίνηση. Επειδή είναι απόλυτα συνδεδεμένες οι σκηνικές οδηγίες με τα λόγια που λέγονται, θα πρέπει ένα πουκάμισο του αυτόχειρα καθηγητή  να ξεκινήσει να σιδερώνεται σε συγκεκριμένη φράση και να τελειώσει σε συγκεκριμένη επίσης. Εάν εγώ δεν καταφέρω να συντονίσω το ρυθμό των χεριών στο σιδέρωμα με το ρυθμό του λόγου και να τελειώσω ακριβώς εκεί που πρέπει, καταστράφηκα. Θα γίνει ένα τεράστιο χάσμα για να έρθω παρακάτω στη στιγμή που πρέπει να πω «έτσι ήθελε να διπλώνω τα πουκάμισά του ο καθηγητής».

Ακόμα και αν ο ρόλος δεν απαιτούσε ένα τέτοιο συντονισμό, δεν θα έπινα κρασί. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν πίνει αλκοόλ έτσι κι αλλιώς. Ένα ποτήρι κρασί θα το πιω σπάνια σε ένα βραδινό δείπνο με φίλους, σε μια στιγμή χαλάρωσης. Είναι μια άλλη ενέργεια. Μπαίνει στο σώμα σου μια άλλη ενέργεια που δεν ξέρεις πού θα σε πάει. Δεν ορίζεις εσύ τον εαυτό σου.

Η πειθαρχία είναι συστατικό στοιχείο της δουλειάς μας. Δεν γίνεται χωρίς αυτήν. Μερικές φορές παρασύρεσαι συναισθηματικά και μπορείς να φτάσεις σε στιγμές παροξυσμού, εκρηκτικές. Επειδή εγώ ως ηθοποιός έχω κατηγορηθεί για αυτό το χαρακτηριστικό της υποκριτικής μου ιδιοσυγκρασίας  προσπαθώ όσο γίνεται να το ελέγχω.

Μεγάλωσα σε ένα καφενείο, ήμουνα παθητική καπνίστρια ως παιδί, αν και δεν ξέρανε τότε οι γονείς μου τι ζημιά κάνει ο καπνός. Έζησα δηλαδή μια ατμόσφαιρα που με ενοχλούσε, ενώ συγχρόνως είχα και κάποια πρότυπα γονεϊκά, οι γονείς μου δεν καπνίζανε και ο αδελφός μου ήτανε αθλητής. Όταν στα 16 μου μια συμμαθήτριά μου μού πρόσφερε ένα τσιγάρο δεν μου άρεσε η γεύση και πνίγηκα. Δεν έγινα λοιπόν ποτέ καπνίστρια, παρόλο που έχετε την εικόνα μου να καπνίζω σε ρόλους και σε τηλεοπτικές σειρές. Εκεί υπέφερα πραγματικά.


Είχα κάνει μια ταινία με την Βασιλική Ηλιοπούλου πριν πολλά χρόνια. Λεγότανε «Το Πέρασμα». Εκεί έκανα μια νταλικέρισσα, μια γυναίκα λαϊκή και τραγουδίστρια. Έπρεπε να καπνίζω, αλλά επειδή ήτανε τρομερά άτεχνος ο τρόπος μου, μου έκοψε όλα τα grand plan η σκηνοθέτις. Αυτό με πείσμωσε. Είπα «στην επόμενη δουλειά δεν θα επιτρέψω να συμβεί αυτό».Οπότε έμαθα να τραβάω τον καπνό. Αυτό βέβαια μού έκοβε τα πόδια. Ειδικά μπροστά σε κάμερα όταν πρέπει να κάνεις επαναλήψεις ήμουνα φευγάτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Για τη δουλειά χρειάστηκε να μάθω και τούρκικα. Έπαιζα στην ταινία μιας τουρκάλας σκηνοθέτιδας «Κωνστατινούπολη, αγάπη μου», το 1999, μια ελληνίδα δημοσιογράφο της «Ελευθεροτυπίας». Δεν ήξερα καθόλου τουρκικά, αλλά έκανα μαθήματα με τον κύριο Στέλιο Ροίδη, που είναι μεταφραστής τουρκικής λογοτεχνίας. Επίσης, χρειάστηκε να μάθω γερμανικά για τις ανάγκες του ρόλου μου στην σειρά «Ασθενείς και Οδοιπόροι». Εκεί μελέτησα μόνη μου συντακτικό και γραμματική της γερμανικής, με μέθοδο άνευ διδασκάλου, δεν προλάβαινα αλλιώς και δεν είχα και λεφτά να πληρώσω δάσκαλο, για να μην αποστηθίσω κάτι αλλά να κατανοώ πλήρως τι λέω αλλά και τι λέει ο συμπαίκτης μου, δεν μπορούσα να τον κοιτάζω με ένα απλανές βλέμμα. Δούλεψα πάρα πολύ τότε. Πήγαινα και βοηθούσα και στο μοντάζ γιατί κανείς δεν ήξερε γερμανικά. Επίσης κάποια στιγμή έπρεπε να παίξω ένα κομμάτι στο πιάνο. Δεν έμαθα πιάνο, έμαθα το συγκεκριμένο κομμάτι του Σατί.

Γενικά, μ’αρέσει η δυσκολία, μ΄αρέσει να ανεβάζω τον πήχυ. Αλλά μπορεί κάποια πράγματα να σε ξεπερνούν, να ξεπερνούν την φυσική σου κατάσταση, όπως αν σου ζητήσουν, ας πούμε, να πηδήξεις ένα άλμα επί κοντό.


Η «Πλατεία Ηρώων» του Μπέρνχαρντ, που παίζουμε αυτό τον καιρό στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων γιατί κατηγορεί ανοιχτά για αντισημιτισμό τη βιεννέζικη κοινωνία. Είναι ένα έργο το οποίο γράφτηκε το ’88, στην 50η επέτειο της υποδοχής του Χίτλερ στην κεντρική πλατεία της Βιέννης, την πλατεία Ηρώων. Ο τότε καγκελάριος της Αυστρίας είχε προκηρύξει ένα δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι Αυστριακοί αν θέλουν την ανεξαρτησία τους ή όχι. Ο Χίτλερ αποφάσισε να εισβάλλει στη χώρα μόλις το πληροφορήθηκε και προς μεγάλη του έκπληξη έγινε δεκτός με ναζιστικές σημαίες, επευφημίες και λουλούδια. Οπότε υπογράφηκε η προσάρτηση της Αυστρίας τον Μάρτιο του 1938. Δυο μέρες μετά ο Χίτλερ μπαίνει θριαμβευτής στην πλατεία Ηρώων. Ο Μπέρνχαρντ έβλεπε  το ’88 ότι τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ό,τι 50 χρόνια πριν. Καταλαβαίνετε ότι για να φτάσει ένας διανοούμενος να το γράψει αυτό το έχει βιώσει στο πετσί του. Δυστυχώς, 29 χρόνια μετά και από τη συγγραφή του έργου τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Είδαμε στις εκλογές της Αυστρίας παραλίγο να βγει πρώτος ο ακροδεξιός αλλά επίσης βλέπουμε και πανευρωπαϊκά την άνοδο του Νεοναζισμού και του Φασισμού. Βλέπουμε κι ότι το τέρας εξαπλώνεται. Οπότε πραγματικά είναι ένα έργο πιο επίκαιρο τώρα κι από την εποχή που γράφτηκε.

Δεν ξέρω τι θα έγραφε ο Μπέρνχαρντ αν ζούσε τώρα. Αυτό που λέει είναι ότι η Ιστορία δεν έχει γίνει μάθημα, κι ότι ακόμα και σε μια πρωτεύουσα όπως η Βιέννη, μητέρα της μουσικής, με υψηλό θέατρο και πολιτισμό μπορεί και εισβάλλει η φασιστική ιδεολογία ακόμα  και στο κύτταρο της οικογένειας. Και το καταπληκτικό είναι ότι μιλάμε για μία εβραϊκή οικογένεια, που τα μέλη της έχουν υπάρξει θύματα αυτής της ιδεολογίας, κι ωστόσο ο φασισμός έχει εισβάλλει και στη συμπεριφορά τους προς τα παιδιά τους, τη σύζυγο και το υπηρετικό προσωπικό.

Δουλεύω πάρα πολύ σπίτι μου για να μπορέσω αυτό που κάνω να φανεί εύκολο. Έφευγα από την πρόβα, κουβαλώντας σπίτι μέσα στην τσάντα μου 4 πουκάμισα , τα πουκάμισα του αυτόχειρα καθηγητή του έργου που σιδερώνω στην παράσταση και με αυτά κάνω πρόβα στο σπίτι άλλες 5 ώρες σιδερώνοντας.

Είναι κρυφός συγγραφέας ο Μπέρνχαρντ. Δεν στα δίνει εύκολα τα πράγματα. Πρέπει να το ψάξεις πολύ. Δουλεύω πάρα πολυ σπίτι μου για να μπορέσω αυτό που κάνω να φανεί εύκολο. Έφευγα από την πρόβα, κουβαλώντας σπίτι μέσα στην τσάντα μου 4 πουκάμισα , τα πουκάμισα του αυτόχειρα καθηγητή του έργου που σιδερώνω στην παράσταση και με αυτά κάνω πρόβα στο σπίτι άλλες 5 ώρες σιδερώνοντας. Δόξα τω Θεώ, το σιδέρωμα είναι απ΄τις δουλειές του σπιτιού που μ’αρέσουνε. Με χαλαρώνουν δηλαδή. Δεν μ’αρέσει να φοράω τσαλακωμένα ρούχα, οπότε σιδερώνω.

Γενικά, την τάξη την θεωρώ πάρα πολύ σημαντική και την επιζητώ γιατί με ηρεμεί,  αφήνει τη σκέψη μου να προχωρήσει σε κάτι άλλο.Η αισθητική παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Θες να είσαι μέσα σε έναν όμορφο χώρο. Δεν λέω ότι το καταφέρνω πάντα, τρέχοντας από το πρωί ως το βράδυ. Αλλά και θα μαγειρέψω και θα βάλω πλυντήριο και θα απλώσω τα ρούχα και θα βάλω σκούπα.

Τον Φασισμό που περιγράφει το έργο τον βλέπω παντού. Υπάρχει βία στους δρόμους. Οι άνθρωποι είναι τρελαμένοι. Όταν έχουνε να αντιμετωπίζουμε το τεράστιο πρόβλημα της επιβίωσης, όταν δεν έχουν όχι μέλλον ούτε παρόν εννοείται ότι θα στραφούν με βία προς τον οποιοδήποτε. Και κυρίως την πληρώνει είτε ο κοντινός τους, είτε ο αδύναμος, εκείνος που βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Αντί αυτή η οργή να συσπειρωθεί προς αυτούς που μάς έφεραν σε αυτή την κατάσταση και να γίνει μια κοινωνική επανάσταση, σε εισαγωγικά, γιατί δεν ξέρω πια αν γίνονται αυτά τα πράγματα, βλέπουμε ότι η βία στρέφεται στον πρόσφυγα, στον άστεγο, στον φτωχό.

Πιστεύω δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν θα ήθελε να γινόταν μια κοινωνική επανάσταση. Είναι η τελευταία ελπίδα που ποτέ δεν πεθαίνει. Αλλά δυστυχώς φαντάζει όλο και πιο μακρινό όραμα. Είχαμε κάποιες ελπίδες μέχρι δυο χρόνια πριν, αλλά κι αυτές τις χάσαμε. Δυστυχώς. Είναι πάρα πολύ ισχυρό το σύστημα. Δεν ξερω τι περιθώρια μπορεί να έχει ένας άνθρωπος με όλη την καλή θέληση για αλλαγές. Το σύστημα θα τον πατάξει.


Πυρήνες αλληλεγγύης στην ελληνική κοινωνία υπάρχουν, ωστόσο. Αυτό είναι και το παρήγορο. Ότι παρόλο που ο Έλληνας έχει φτάσει στο όριο της φτώχειας, από το υστέρημά του κάτι θα κάνει. Είτε στο super market που θα αγοράσει τις φακές και τα ρεβύθια και θα τα βάλει στο καλάθι για τους άλλους, είτε που θα ανταποκριθεί σε ένα κάλεσμα, θα πάει φάρμακα, κουβέρτες, ρούχα. Την ανθρωπιά μας ακόμα δεν την έχουμε χάσει. Βέβαια, όσο το πράγμα οξύνεται βλέπεις ότι οι αντιδράσεις μεγαλώνουν, ότι υπάρχει ένα όριο κι ο κόσμος δεν αντέχει πια. Κάτι πρέπει να αλλάξει στην καρδιά, στη φύση του συστήματος αλλά αυτό δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει, μην με ρωτήσεις.

Ως άνθρωπος δεν θέλω να είμαι πεσσιμίστρια, δεν θέλω να είμαι τελεσίδικα απαισιόδοξη, αλλιώς δεν έχει νόημα να ζούμε. Δεν γίνεται να χάσουμε την ελπίδα μας, δεν γίνεται να χάσουμε την ανθρωπιά μας, δεν γίνεται να μην πιστεύουμε ότι κάτι θα γίνει, ότι κάπως θα αλλάξουν τα πράγματα.

Θέλω να είμαι ένας πολίτης σε εγρήγορση. Είμαι και καλλιτέχνης και δεν θέλω να αγνοώ το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζω και δημιουργώ. Πρέπει να ακούμε την ανάσα του κόσμου.

Για εμάς, τους ανθρώπους του, το θέατρο σίγουρα είναι μια παρηγοριά και το καταφύγιό μας. Επίσης, θέλω να πιστεύω και για τον κόσμο, τουλάχιστον για το κομμάτι εκείνο που θα σηκωθεί από το σπίτι του και θα’ρθει και θα δώσει από το υστέρημά του για ένα εισιτήριο.

Η μεγάλη μάζα δυστυχώς δεν θα πάει στο θέατρο, δεν ξέρει τι είναι αυτό ή αν θα πάει μια στις τόσες θα προτιμήσει ένα εύκολο θέαμα, μια κωμωδία για να γελάσει, να δει τους αγαπημένους του ηθοποιούς από την τηλεόραση. Είναι θύματα του συστήματος οι άνθρωποι αυτοί. Τους δικαιολογώ και δεν τους δικαιολογώ. Καταλαβαίνω το γιατί, αλλά θα ήθελα έστω κι από μόνοι τους να αντιδράσουν.

Παλιά ξέραμε ότι μια παράσταση διαρκούσε από τον Οκτώβριο μέχρι την Κυριακή των Βαίων. Τώρα παίζονται δύο μήνες και αν. Οπότε για να μπορείς να επιβιώνεις πρέπει να έχεις πρόβα παράσταση, πρόβα πρόβα παράσταση ή πρόβα παράσταση παράσταση. Φεύγεις από το ένα θέατρο και πας στο άλλο. Έχεις και δευτερότριτα και παιδικό!

Το αν αυτό είναι κάτι που φθείρει έναν ηθοποιό εξαρτάται από τις αντοχές και το φιλότιμο του καθενός. Οι άνθρωποι που θέλουμε να είμαστε καλοί πάσει θυσία τελικά αυτό στρέφεται εναντίον του εαυτού μας κι εναντίον της υγείας μας.

Παρόλη την πίεση  εγώ προσπαθώ όσο το δυνατό να μελετώ. Χάνω τον ύπνο μου. Για να προλάβω κοιμάμαι πέντε ώρες μέσα στο 24ωρο για να μπορέσω . Αν κοιμηθώ έξι ώρες θα είμαι ευτυχής.

Είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει πολύ το πειραματικό θέατρο, οι μικρές ομάδες, οι νέοι δημιουργοί. ‘Εχω περάσει περιόδους της ζωής μου που έχω στενευτεί και αναγκάστηκα να ζω με δανεικά, όπως την εποχή που ήμουνα με τους Bijoux de Kant, και το λέω και με πολύ μεγάλη εκτίμηση στα παιδιά και στο έργο τους και με θαυμασμό. Ήταν όνειρό μου να το κάνω, απλώς δεν είχα φανταστεί ότι το τίμημα θα είναι τόσο σκληρό. Τώρα θα το σκεφτώ τριπλά αν το ξανακάνω. Δεν σε παίρνει. Γιατί και οι φίλοι σου δεν έχουν πια να σου δώσουν δανεικά. Εγώ αυτή τη στιγμή βιοπορίζομαι και από το αφιέρωμα στον Γκάτσο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο.

Το θέατρο παρόλη την κούραση παραμένει  ένα πάθος, είναι μια αγάπη. Είναι το καταφύγιο, είναι η παρηγοριά, είναι οι άνθρωποι που έχεις αγαπήσει, είναι ένας τρόπος ζωής. Είσαι κομμάτι αυτού του κόσμου και δεν μπορείς να φύγεις από αυτόν. Να φύγω και να κάνω τι; Να ζήσω από τη σύνταξή μου; Ποια σύνταξη; Άρα, όπως έχουν τώρα τα δεδομένα, εκ των πραγμάτων θα πρέπει να συνεχίσω να δουλεύω. Απλώς ελπίζω να έχω την δυνατότητα να είμαι πιο χαλαρή, να μην είμαι συνέχεια, χειμώνα, καλοκαίρι, κι απ΄το πρωί μέχρι το βράδυ σε μια σκηνή.

Μεγαλώνοντας αντί να χαλαρώνει η δουλειά, δουλεύω περισσότερο. Η περσινή και προπέρσινη σεζόν ήταν οι πιο σκληρές. Είχα πολλές παραγωγές , από την Πέτρα Φον Κάντ στο Στρόχαιμ, κι από αυτό στις Τρωάδες, στο Ριχάρδο, στην επανάληψη του Στρόχαιμ, στην ‘Οπερα της Πεντάρας, στην Ορέστεια. Μέσα σε δύο χρόνια! Ακόμα κι ένα αναλόγιο που έκανα είχε επένδυση συναισθηματική, της ενέργειάς σου, του χρόνου σου. Κούραση. Αλλά αντέχω.

Η Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) του Τόμας Μπέρνχαρντ, παρουσιάζεται στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά με τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χρήστο Στέργιογλου, Μαρία Σκουλά, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώργο Μπινιάρη, Άννα Καλαϊτζίδου, Σύρμω Κεκέ και Παναγιώτη Εξαρχέα. Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 20.00, Πέμπτη & Παρασκευή: 20.30,  Σάββατο: 21.00, Κυριακή: 19.00
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη