Καπνοσταλγία – του Αχιλλέα ΙΙΙ

Ο παππούς μου ο Κώστας ξεκίνησε να καπνίζει στα 70 του, ανακαλύπτοντας ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος που μέχρι τότε δεν είχε βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα του. Δεν ξέρω αν έφταιγε το γεγονός ότι είχε πάψει από καιρό να πιστεύει ότι θα μπορούσε να νιώσει ξανά οποιοδήποτε είδος απόλαυσης, αλλά είχε πέσει στο κάπνισμα με μανία που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με αυτή του νεογέννητου που πρωτοανακαλύπτει το στήθος της μάνας του, προκαλώντας από τη μια την έντονη ανησυχία των συγγενών και από την άλλη τον θαυμασμό –ίσως και την κρυφή ζήλια– των λιγοστών συνομήλικων του φίλων.        

Πράγματι, αποφασισμένος να καλύψει γρήγορα την απόσταση και τον χρόνο που έχασε ως μη καπνιστής, ο παππούς κάπνιζε τρία έως τέσσερα πακέτα καθημερινά, ξεκινώντας από τη στιγμή που άνοιγε τα μάτια του, και σβήνοντας το τελευταίο τσιγάρο λίγο πριν κλείσει το φως για να κοιμηθεί, με μόνη συντροφιά στη μικρή του κάμαρα ένα νέφος που αργοδιαλυόταν στον αέρα πάνω από το κεφάλι του και πάνω από το άδειο μαξιλάρι δίπλα του – το ίδιο μαξιλάρι που μέχρι πέντε χρόνια πριν αποκτήσει την όψιμη κακή του συνήθεια φιλοξενούσε τον ύπνο της επί 45 χρόνια συντρόφου του, της γιαγιάς μας της Ελπινίκης. Παρά το γεγονός ότι ο γιος (ο πατέρας μου) και οι δύο κόρες του κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια να τον πείσουν, επικαλούμενοι κάθε είδους επιχείρημα, από την προστασία της υγείας του μέχρι το κακό παράδειγμα που προσέφερε στα εγγόνια του, εκείνος τους αγνοούσε επιδεικτικά, συνηθίζοντας να λέει ότι είναι αρκετά μεγάλος για να του λένε τι θα κάνει, καθώς και ότι αν όταν ήταν νέος μπορούσε να γνωρίζει τα βάσανα και τη δυστυχία που τον περίμεναν στο μέλλον θα είχε ξεκινήσει να καπνίζει από πολύ νωρίς χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού, στην περίπτωση του ύστερα και από τον ξαφνικό θάνατο της γιαγιάς, ένας πρόωρος θάνατος δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα. Ύστερα χαμογελούσε και με μάτια κλειστά, γεμάτος ευχαρίστηση, ρουφούσε τεράστιες ποσότητες από καπνό, τον άφηνε να μείνει μέσα του και να τον ζεστάνει, και μετά από λίγο τον φυσούσε προς τα έξω, για να χαθεί  ευτυχισμένος για μερικά δευτερόλεπτα μέσα σε αυτόν, μεταδίδοντας λίγη από την απόλαυση που αισθανόταν σε όσους τον έβλεπαν και, ταυτόχρονα, δυσκολεύοντας την αναπνοή τους, αφού επέμενε να καπνίζει ό,τι πιο δυνατό κυκλοφορούσε στην αγορά.

Στο τέλος, αναπόφευκτα, το κάπνισμα τον σκότωσε. Ήταν 83 χρονών όταν χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο κοντά στο σπίτι μας καθώς διέσχιζε απρόσεκτα τον δρόμο για να αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα από το απέναντι περίπτερο. Διάβαζα στο δωμάτιο μου όταν άκουσα το απότομο φρενάρισμα, τον γδούπο και έπειτα τις φωνές. Βγαίνοντας από περιέργεια στο μπαλκόνι, χωρίς να μπορώ να υποψιαστώ τι είχε συμβεί τον είδα. O παππούς ο Κώστας. Απλωμένος πάνω σε στερεοποιημένες στρώσεις από μαύρη πίσσα, και με το σώμα του σε μια παράξενη στάση, μοιάζοντας από ψηλά με τσιγάρο που κάποιος είχε πετάξει στην άσφαλτο και το είχε αμέσως μετά στρίψει πρόχειρα με το παπούτσι του για να σβήσει. Χρειάστηκα αρκετό καιρό για να ξεπεράσω την απώλειά του και ακόμη περισσότερο για να σταματήσω να επαναφέρω την εικόνα του στο οδόστρωμα, ωστόσο, οφείλω να παραδεχτώ ότι κατά κάποιον τρόπο ήταν αρκετά ταιριαστή. Μάλιστα, αν και βρισκόμουν αρκετά ψηλά για να βλέπω τόσο καλά, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θυμάμαι τα χείλη του, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, να πραγματοποιούν μια λεπτή σύσπαση, λες και ο παππούς να προσπαθούσε να ρουφήξει μια τελευταία τζούρα από ένα τσιγάρο που κανείς από όσους είχαν μαζευτεί γύρω του δεν μπορούσε να δει. Όταν κατέβηκα τρέχοντας στον δρόμο ήταν ήδη αργά. Το χαμόγελο όμως που είχε στο πρόσωπο του με κάνει ακόμη και σήμερα να πιστεύω ότι τελικά την είχε πετύχει εκείνη την τελευταία ρουφηξιά.

Το «Κομπλεξικό» (Ένα αυθαίρετο, αυθόρμητο, προσβλητικό και ατελές λεξικό κόμπων) του Αχιλλέα ΙΙΙ αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2016 υπό συνθήκες που πρόκειται να αποκαλυφθούν σύντομα.
POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA