Ιούνιος! Να ο μήνας με την έκτακτη πυκνότητα
από τριμμένο πάγο και ψηλά σκαμπό με πλάτη
που αντανακλώνται στο κερωμένο πάτωμα,
έρμαιο στις διαθέσεις της ανοιχτής μπαλκονόπορτας και του ήλιου.
Ίσως απ’ το έμπα της χρονιάς να μη σε παρομοίαζα
παρά με τον Δεκέμβριο, με περισσότερη ανθοφορία μόνο,
με πιο πολλά έντομα στους μυζητήρες των χυμών
που φοράνε ανάποδα το κόκκινο καπέλο του καύσωνα
κατά το συνήθειο της αγροφυλακής και των βενζινάδικων.
Ίσως απ’ αυτή την απειροελάχιστη χαραμάδα του χρόνου
να μην πέρασες μόνο εσύ, βάζοντας το μάγουλο και το πόδι σου
στο άνοιγμα της πόρτας, αλλά να πέρασαν μαζί σου
και οι σιωπηλές σάλες των σπιτιών, το ρόφημα για τον πονόλαιμο
με μέντα και βαλεριάνα κι ο νυσταλέος κούκος του τοίχου.

Πουθενά πια με τα μυγιάγγιχτα παρκέ του χειμώνα, οι σκιές
που χορεύουν στις βιβλιοθήκες, πίσω από ρολόγια, μετρώντας τον καιρό με εφημερίδες και κυριακάτικα ένθετα,
ο πόλεμος με τη λάσπη και τη φωτιά για να κρατηθεί
έξω απ’ τα τζάμια ο βουερός Αττίλας των πόλεων,
ο κρύος ήλιος, το πανωφόρι της συννεφιάς,
πανωφόρι που, αλίμονο, δεν είναι φοδραρισμένο
παρά με τον αναμαλλιάρη νοτιά, το γκάζι της Ελευσίνας
και τα αερομεταφερόμενα λύματα απ’ τις πευκόφυτες ξέρες
του Πειραιά και της Κυνόσουρας.
Το χορτάρι έχει ξεραθεί και μόνο η συγκέντρωση της χλωροφύλλης
στο γκαζόν των παραλιακών σπιτιών φανερώνει πόσο σαπούνι
έχει πέσει υπό μορφήν βροχόπτωσης μες στους σωλήνες,
πόση φαγοκύττάρωση ισοφαρίζεται με τούτο το κύμα
στολισμένο στην κορφή του με μικροοργανισμούς και χλαμύδια,
πόση παχιά, στρωμένη με αυγοτάραχο θάλασσα
αντιστοιχεί σε κάθε πετονιά που τεμπελιάζει
μέχρι να λήξει η βάρδια της
μες στο ασφυκτικό μεσημέρι.
Γιατί μόνον ο Ιούνιος απ’ όλους τους μήνες, κι απ’ τον Μάιο
ακόμα, όταν το Πνεύμα μένει μόνο του στη γη,
στη γη που δεν φυτρώνει τίποτα, καμία σάρκα,
μονάχα κιούπια και αμμοχάλικο, σκύβει να μας μιλήσει
με τον γύρο του καπέλου του να στάζει ακόμα τα’ απόνερα
της Κυριακής του Θωμά.
Γιατί μόνον ο Ιούνιος απ’ όλους τους μήνες του χρόνου
αναλώνεται σε σχέδια και σκαριφήματα παρά σε πράξεις,
αν θα πάρουμε το τάδε ή το δείνα αθλητικό παπούτσι
ή εκείνον τον σάκο ορειβασίας με το νάιλον σκέπασμα
που προφυλάσσει απ’ τα ξαφνικά μπουρίνια
ή αν θα προτιμήσουμε τη νιτσεράδα με τα διάστικτα σχέδια
σαν τις πάνινες παντούφλες του μπάνιου και το μαντίλι
του αμπέχωνου με τις άνετες, στρατιωτικές του τσέπες.
Γιατί μόνον ο Ιούνιος, αγαπητοί παραθεριστές,
σαν τη ζωή κυλάει ανολοκλήρωτος, ανεφάρμοστος,
απ’ το πρώτο ξημέρωμα μέχρι την τελευταία δύση του –
και παρόλο που τέθηκε από τον Θεό
στο μέσον της χρονιάς σαν τον ενήλικο που ρίζωσε πια στη ζωή,
συμπεριφέρεται σαν τα βλαστάρια των γονιών
που πέτυχαν μόνο στο φροντιστήριο
και βλέπουν στους μαθητικούς καταλόγους
των μυωπικών γυαλιών και της παπαγαλίας,
ν’ απομακρύνεται, στο διαμορφωμένο με χασέ
και γκαζιέρες αίθριο, το ολοσκότεινο μεσημέρι του καλοκαιριού.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA