ΤΕΧΝΕΣ

Η όψιμη συγγνώμη του Wim Wenders στη Nastassja Kinski

Η είδηση ότι ο Wim Wenders, ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, αποσύρει από κάθε πλατφόρμα streaming, τηλεοπτική προβολή και διανομή την ταινία του Wrong Move (Falsche Bewegung) του 1975, αποτελεί σημείο καμπής για τη βιομηχανία του θεάματος. Η απόφαση αυτή ήρθε ως το αποτέλεσμα μιας επίμονης, 15ετούς μάχης που έδινε αθόρυβα η πρωταγωνίστριά του, Nastassja Kinski.

Η Kinski, η οποία σήμερα είναι 65 ετών, έκανε το ντεμπούτο της στη συγκεκριμένη ταινία σε ηλικία μόλις 13 ετών, υποδυόμενη μια βουβή έφηβη ακροβάτισσα. Σε μια από τις σκηνές, εμφανίζεται τόπλες. Όπως αποκάλυψε η ίδια σε συνέντευξη στη Süddeutsche Zeitung, το τραύμα εκείνης της καταγραφής την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή. «Ήταν η πρώτη μου ταινία, ήταν ο πρώτος μου σκηνοθέτης και δεν με προστάτευσε. Αν και στα 13 μου δεν ήξερα πολλά, ήξερα ότι αυτό που συνέβαινε δεν ήταν σωστό», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, η Kinski ζητούσε από τον Wenders να μοντάρει ξανά την ταινία ή να αφαιρέσει το συγκεκριμένο πλάνο, συναντώντας όμως τείχος άρνησης. Η κορύφωση της αντιπαράθεσης ήρθε κατά την πρόσφατη τελετή των Γερμανικών Βραβείων Κινηματογράφου, όπου ο 80χρονος πλέον Wenders προσπάθησε αρχικά να υποβαθμίσει το ζήτημα, χαρακτηρίζοντας την ταινία προϊόν της εποχής της και υποστηρίζοντας ότι μια αναδρομική παρέμβαση στο έργο θα απαιτούσε μια ευρύτερη συζήτηση σε επίπεδο βιομηχανίας. Μα ακριβώς αυτό ήταν και το θέμα όμως, να ανοίξει επιτέλους αυτή η συζήτηση  που θα φέρει στο φως τις σκοτεινές πτυχές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου των 70s. 

Η δήλωση αυτή λοιπόν, όπως ήταν φυσικό, πυροδότησε θύελλα αντιδράσεων στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης και την καλλιτεχνική κοινότητα. Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Julius Feldmeier απάντησε με μια σκληρή ανοιχτή επιστολή, ξεκαθαρίζοντας στον Wenders ότι «είναι αποκλειστικά δική σου ευθύνη να αποκαταστήσεις τα πράγματα». Υπό το βάρος αυτής της κατακραυγής, ο Wenders αναγκάστηκε να υποχωρήσει πλήρως, ζητώντας δημόσια συγγνώμη και ανακοινώνοντας την καθολική απόσυρση του φιλμ μέσω του ιδρύματός του.

Για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε στο “Wrong Move”, πρέπει να ανατρέξει στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1970 στη Δυτική Γερμανία και την Ευρώπη γενικότερα. Ήταν μια εποχή έντονης σεξουαλικής απελευθέρωσης, όπου τα όρια της τέχνης, της πρόκλησης και της ηθικής επαναπροσδιορίζονταν βίαια. Στο όνομα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και της ρήξης με τα συντηρητικά ταμπού της μεταπολεμικής περιόδου, το γυμνό, ακόμα και το παιδικό ή εφηβικό, εργαλειοποιήθηκε συχνά από δημιουργούς της εποχής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το “Wrong Move”, σε σενάριο του Peter Handke και βασισμένο ελεύθερα στο έργο του Goethe «Τα χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ», θεωρήθηκε τότε ένα αριστούργημα υπαρξιακής αναζήτησης. Ωστόσο, πίσω από τις κάμερες, η πραγματικότητα για μια 13χρονη κοπέλα ήταν εντελώς διαφορετική. Η Kinski, κόρη του διαβόητου και εξαιρετικά προβληματικού ηθοποιού Klaus Kinski (ο οποίος χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε από την άλλη του κόρη, Pola, για σεξουαλική κακοποίηση), βρισκόταν ήδη σε ένα ευάλωτο οικογενειακό περιβάλλον. Το γεγονός ότι το κινηματογραφικό της ξεκίνημα σημαδεύτηκε από μια τέτοια έκθεση, χωρίς καμία θεσμική ή γονική προστασία στο πλατό, αναδεικνύει τις συστημικές παθογένειες της εποχής. Δεν ήταν η μοναδική φορά που η Kinski έπεσε θύμα αυτής της κουλτούρας. Λίγο αργότερα, στα 15 της, εμφανίστηκε γυμνή σε ένα επεισόδιο της διάσημης αστυνομικής σειράς “Tatort”, σε σκηνοθεσία του Wolfgang Petersen. Η Kinski χρειάστηκε να δώσει δικαστικό αγώνα και γι’ αυτή την περίπτωση, καταφέρνοντας τελικά μέσω του δικηγόρου της να έρθει σε συμφωνία με τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα NDR για τον περιορισμό και τον έλεγχο της διανομής του συγκεκριμένου υλικού.

Ας μη γελιόμαστε, η δημόσια συζήτηση που άνοιξε στη Γερμανία τις τελευταίες ημέρες αντανακλά μία βαθιά παθογένεια, ας ελπίσουμε όμως ότι θα φέρει επιτέλους και μία κοινωνική αλλαγή. Οι αντιδράσεις του κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις εφημερίδες χωρίστηκαν αρχικά σε δύο στρατόπεδα, αν και η πλάστιγγα έγειρε γρήγορα υπέρ της Kinski. Από τη μία πλευρά, υπήρξαν οι υποστηρικτές της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της ιστορικής διατήρησης των έργων τέχνης. Πολλοί σινεφίλ εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι η απόσυρση μιας ταινίας είναι μια μορφή λογοκρισίας ή ακύρωσης που ισοπεδώνει την ιστορία του κινηματογράφου. Προέβαλαν το επιχειρήρημα ότι το έργο πρέπει να κρίνεται με τα κριτήρια της εποχής που δημιουργήθηκε και όχι με τους σημερινούς όρους της πολιτικής ορθότητας. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των αντιδράσεων εστίασε στην ανθρώπινη και ηθική διάσταση του ζητήματος. Κινηματογραφικές συλλογικότητες, οργανώσεις προστασίας παιδιών και το ευρύ κοινό επεσήμαναν ότι η προστασία ενός ανηλίκου από την εκμετάλλευση υπερέχει οποιουδήποτε καλλιτεχνικού αφηγήματος. Η κριτική προς τον Wenders ήταν δριμεία, καθώς η αρχική του απροθυμία να αναλάβει την ευθύνη θεωρήθηκε δείγμα αλαζονείας μιας παλιάς φρουράς σκηνοθετών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους «στοργικούς δικτάτορες» στο σετ.

Η ανοιχτή επιστολή του Julius Feldmeier λειτούργησε ως καταλύτης. Μετέφερε το συναίσθημα μιας νέας γενιάς δημιουργών που αρνείται να δεχτεί το άλλοθι του προϊόντος της εποχής. Η τελική αναδίπλωση του Wenders και η υπόκριτη συγγνώμη του θεωρήθηκε μια τεράστια νίκη για τα θύματα της βιομηχανίας και μια παραδοχή ότι η ιστορία του κινηματογράφου δεν μπορεί να γράφεται εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η απόφασή του να αποσύρει ολοκληρωτικά την ταινία, αντί να την επαναμοντάρει, δείχνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, το τραύμα που προκλήθηκε κατά τη δημιουργία ενός έργου είναι τόσο σύμφυτο με το ίδιο το υλικό, που η μόνη ηθική πράξη είναι η παύση της εμπορικής του εκμετάλλευσης.

Η Nastassja Kinski δεν δικαίωσε μόνο τον εαυτό της, έδωσε φωνή σε αμέτρητα άλλα παιδιά-θαύματα και νεαρούς ηθοποιούς που υπέστησαν παρόμοιες συμπεριφορές στη μεγάλης οθόνη. Είναι τεράστιο το κεφάλαιο το πώς η σύγχρονη κοινωνία διαχειρίζεται με απάθεια παλιές ταινίες που περιέχουν προβληματικό ή κακοποιητικό περιεχόμενο. Ανάλογες συζητήσεις έχουν γίνει στο παρελθόν για ταινίες όπως το “Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι” του Bernardo Bertolucci και τη μεταχείριση της Maria Schneider ή για τα έργα των Roman Polanski και Woody Allen, αλλά ακόμα και για τη Brooke Shields που πρωταγωνίστησε το 1978, σε ηλικία 12 ετών στην ταινία “Η κουκλίτσα της Νέας Ορλεάνης” (Pretty Baby) του Louis Malle, υποδυόμενη μία ανήλικη πόρνη. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η πρώτη πτώση της ασυλίας των ιερών τεράτων του παρελθόντος, είναι ένα ξεκάθαρο σημάδι ότι η βιομηχανία του κινηματογράφου αλλάζει.

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά