Η Όλγα Σελλά συμπυκνώνει μια πορεία 21 χρόνων του τόπου μέσα από το πολιτιστικό ρεπορτάζ

 «Δε νομίζω ότι όλα τα δημοσιογραφικά κείμενα μπορούν να διεκδικήσουν κάποια διάρκεια στο χρόνο. Γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί με το συμβάν που τα προκάλεσε αφήνοντας ένα εφήμερο ίχνος σε μια μισοκιτρινισμένη σελίδα. Οι λόγοι όμως που τα γέννησαν, τα πρόσωπα που έγιναν αφορμή για τη δημιουργία τους, οι συμπεριφορές των ανθρώπων, η στάση τους στο δημόσιο βίο, ο δημόσιος βίος σε αυτά τα 21 χρόνια, όλα αυτά, δηλαδή, που έγιναν αφορμή γι’ αυτά τα κείμενα, ίσως έχουν να μας πουν πολλά. Όχι μόνο για τη δημοσιογραφία και το πώς αυτή άλλαζε σιγά σιγά ανά δεκαετία, αλλά για την πολιτεία, την πολιτική, την αισθητική των καλλιτεχνών και του κοινού, για τη διαδρομή της αγοράς του πολιτισμού, για τον τρόπο που γράφαμε και γράφουμε», γράφει η Όλγα Σελλά στον πρόλογο του βιβλίου της με τον εύστοχο τίτλο «Πόσες λέξεις;», και υπότιτλο «ένα πολιτιστικό μετα-ρεπορτάζ 1995-2016».

Και πράγματι η Όλγα Σελλά, μία από τις πιο καταξιωμένες δημοσιογράφους του πολιτιστικού ρεπορτάζ επί δύο δεκαετίες καταφέρνει να αποτυπώσει το πολιτικό, κοινωνικό και φυσικά το πολιτιστικό τοπίο του τόπου καταθέτοντας τα ρεπορτάζ, τις συνεντεύξεις, τις αναμνήσεις και τον διακριτικό αλλά ξεκάθαρο σχολιασμό της σε περίπου 200 σελίδες.

Και η αγωνία της να κάνει καλά (για ακόμη μια φορά) τη δουλειά της αποτυπώθηκε πολύ απλά και εξόχως συγκινητικά όταν της είπα ότι διάβασα το βιβλίο και θέλω να κάνουμε μια συνέντευξη και εκείνη με ρώτησε «Σε μια νεότερη συνάδελφο έχει να πει πράγματα το βιβλίο;».

Το ευτύχημα είναι ότι το βιβλίο δεν έχει να πει πολλά μόνο σε συναδέλφους αλλά σε όσους θέλουν να διαβάσουν μια ουσιαστική αναδρομή των τελευταίων δύο δεκαετιών μέσα από τα πολιτιστικά γεγονότα και τους σπουδαίους ανθρώπους που έπαιξαν το δικό τους, σημαντικότατο ρόλο, στη διαμόρφωση της σημερινής Ελλάδας.

Και να λοιπόν τι μοιράζεται μαζί μας η δημοσιογράφος Όλγα Σελλά.

Με τον Φίλιππο Τσιμπόγλου στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Πότε αποφάσισες να συμπυκνώσεις 21 χρόνια πολιτιστικού ρεπορτάζ σε ένα βιβλίο; Δεν ξέρω αν ήταν απόφαση. Ούτε ξεκίνησε μ’ αυτή τη δομή να γράφεται αυτό το βιβλίο. Την τελική αφήγηση τη βρήκα στη διαδρομή, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα. Στην αρχή, όταν σταμάτησα την επαγγελματική δημοσιογραφική γραφή, σαν αντίδραση, σαν αντίβαρο, σαν διέξοδο, άρχισα να ξεφυλλίζω τα 36 κλασέρ με τα αποδελτιωμένα δημοσιογραφικά μου κείμενα. Απλώς για να θυμηθώ, ίσως για να νομίζω ότι  “βρίσκομαι” εκεί που ήμουν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Όπως όταν τακτοποιούμε παλιά συρτάρια… Κάποια στιγμή το μοιράστηκα με τον συνάδελφο για χρόνια, Νίκο Βατόπουλο, ο οποίος με παρότρυνε να γράψω. Έτσι ξεκίνησε. Στην πορεία της γραφής και του ξεφυλλίσματος συνειδητοποίησα ότι αυτά τα κείμενα προκλήθηκαν από κάποια γεγονότα -των θεσμών, των αντιλήψεων και των θέσεων της πολιτείας, των ανθρώπων της τέχνης  και του πολιτισμού. Συνειδητοποίησα τις αλλαγές της ίδιας της δημοσιογραφικής δουλειάς και τις αλλαγές τις δικές μου καθώς περνούσαν τα χρόνια. Και σκέφτηκα όλα αυτά να τα αφηγηθώ σήμερα, σαν ενιαία ιστορία, λίγο προσωπικό βίωμα, λίγο ρεπορτάζ. Μετα-ρεπορτάζ το βάφτισα, αφού είχε υλικό τα παλιά ρεπορτάζ».

Πώς κατέληξες στο τι θα συμπεριλάβεις και τι θα αφήσεις εκτός βιβλίου; Πόσο βάρυνε το συναίσθημα ως προς τι θα μπει και πόσο οι «λεπτές ισορροπίες» του δημοσιογραφικού χώρου; Αυτό ήταν ασφαλώς το πιο δύσκολο μέρος της διαδικασίας. Το γράφω άλλωστε και στο τελευταίο κεφάλαιο: “Είχα μπροστά μου δεκάδες αποκόμματα, έσβηνα κι έγραφα τα σημαντικά κάθε κεφαλαίου (σημαντικά για μένα, σημαντικά για τους εν δυνάμει αναγνώστες -ποιο θα ήταν το νήμα που θα ένωνε αυτά τα σημαντικά;)”. Συνήθως εντόπιζα το κεντρικό γεγονός του κάθε κεφαλαίου-εποχής και προχωρούσα στα υπόλοιπα. Συχνά με καθοδηγούσαν όσα ανακάλυπτα στα αποκόμματά των κειμένων μου. Ως προς τις “λεπτές ισορροπίες” του δημοσιογραφικού χώρου, ναι, δεν είναι ρόδινος αυτός ο χώρος. Πολλές φορές έχουμε κλάψει, έχουμε θυμώσει, έχουμε νιώσει αδικημένοι, φουρκισμένοι. Είτε μέσα στη δουλειά, είτε στη διάρκεια της δουλειάς. Αλλά η φούρκα και ο θυμός δεν διαρκούν για πάντα –θα ήταν ανησυχητικό αν διαρκούσαν. Άλλα είναι αυτά που μένουν. Προσπάθησα να σκιαγραφήσω τις δυσκολίες αυτής της φαινομενικά γοητευτικής δουλειάς, της «ντελιριακής», όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει η Ρούλα Γεωργακοπούλου στον θαυμάσιο πρόλογο της έκδοσης, χωρίς να σταθώ σε γεγονότα που βάρυναν τη στιγμή, αλλά όχι το χρόνο.

Με τον Χόρχε Μπουκάι.

Ποιες είναι οι πέντε συνεντεύξεις που ξεχωρίζεις από όλη την πορεία σου και γιατί; Χμ, ποιες; Ας προσπαθήσω να ξεχωρίσω: την πρώτη μ’ έναν σπουδαίο, τον Μίλτο Σαχτούρη, γιατί ήταν η πρώτη· rη μία και μόνη συνάντησή μου με τη Λούλα Αναγνωστάκη· τις κουβέντες μας με τον Νίκο Θέμελη· τις συνεντεύξεις με τον Άμος Οζ και τον Νταβίντ Γκρόσμαν· και την τελευταία μου στην κυριακάτικη Καθημερινή, με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Όχι γιατί ήταν η τελευταία, αλλά γιατί ήταν με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Είναι έξι. Πάλι καλά.

Ποια είναι εκείνα τα επαγγελματικά ταξίδια που σου άφησαν τις πιο έντονες αναμνήσεις και γιατί; Όλα τα ταξίδια αφήνουν αναμνήσεις. Τα επαγγελματικά ταξίδια είναι περίεργα. Μπορεί να βγουν και χάλια. Να είναι κακή η παρέα, βαρετή η διοργάνωση… Μπορεί όμως και να είναι αξέχαστα, και αυτό να οφείλεται σε πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες. Κυρίως σ’ αυτά που έχει να πει ο κάθε τόπος. Στα αξέχαστα ήταν οπωσδήποτε το ταξίδι στην Τιφλίδα της Γεωργίας, γιατί γνώρισα έναν γοητευτικό τόπο και σπουδαίους ανθρώπους, στο Ισραήλ και ειδικά στην Ιερουσαλήμ (κυρίως στο πρώτο ταξίδι) γιατί γνώρισα τον τόπο και τον πολιτισμό του, την ιστορία του και το παρόν του, τα πάθη και τα βαρίδια του, τους λογοτέχνες του. Είναι σίγουρα το εξωστρεφές και ανάλαφρο Αμστερνταμ, πολύ διαφορετική πόλη από τις άλλες ευρωπαϊκές που γνώριζα, και το νωχελικό και σκονισμένο Κάιρο. Η Κίνα είναι σίγουρα ένα ταξίδι-λαχείο, αλλά έχεις τόσα πολλά να δεις σ’ αυτή την τεράστια χώρα που δεν ξέρω αν προλαβαίνει κανείς να πάρει γεύση. Παρότι μείναμε οκτώ ολόκληρες μέρες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πώς ένιωθες κάθε φορά που έπρεπε να γράψεις μια νεκρολογία; Μέσα στο βιβλίο κάνεις ειδική αναφορά στην νεκρολογία για τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Με ποιους αντιστοίχως έχεις νιώσει ένα εξίσου προσωπικό πένθος; Ελάχιστες φορές ήταν διεκπεραίωση ο αποχαιρετισμός ενός ανθρώπου της τέχνης, κι ας λέγαμε μεταξύ μας «πάω να θάψω». Ακόμα και κάποιους παλαιότερους, με τους οποίους δεν είχα ποτέ συναντηθεί στο πλαίσιο της δουλειάς, υπήρχε η έγνοια να αποτυπωθεί η διαδρομή του και η προσφορά του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το συναίσθημα ήταν σεβασμός. Όταν υπήρχε πιο προσωπική επαφή ή αδυναμία -είχαμε και τις αδυναμίες μας- ήταν πολύ πιο έντονο το συναίσθημα, όπως συνέβη με τον Μένη Κουμανταρέα, τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, τον Νίκο Θέμελη. Κάποιες φορές το συνειδητοποιούσαμε με την είδηση της απουσίας του. Συνειδητοποιούσαμε δηλαδή το κενό που άφηνε κάποιος άνθρωπος, το μέγεθός του. Ο Άγγελος Δεληβοριάς ήταν αναμφίβολα ένα τέτοιο πένθος.

Το βιβλίο της Όλγας Σελλά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα».

Γράφεις μέσα: «Η αυτολογοκρισία ήταν μόνιμη συνοδός σε πολλά κείμενά μας. Τόσα χρόνια μετά, κι ακόμα κάποιες φορές αυτολογοκρίνομαι. Αυτοματοποιημένα». Τι είναι αυτό που λογοκρίνεις, έστω και αυτοματοποιημένα; Λογοκρίνω σίγουρα το θυμικό του προφορικού λόγου. Είναι το δώρο του γραπτού λόγου αυτό. Σου δίνει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να πεις  αυτά που θέλεις με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Και μερικές φορές έχει μεγαλύτερη ισχύ και πειθώ, από την παρόρμηση του  προφορικού λόγου -αλλά πάντα το ξεχνάμε αυτό στον προφορικό λόγο.  Ήταν και ο τρόπος που μάθαμε να γράφουμε στην Καθημερινή”, «που ήθελε δεν ήθελε, είχε αρχές, επειδή της το υπαγόρευε η ιστορία της και οι τοτεμικές μορφές που την ίδρυσαν», κλέβω πάλι από τον πρόλογο της Ρούλας Γεωργακοπούλου, που δεν θα μπορούσε να το πει καλύτερα.

Κοιτώντας πίσω ποιες είναι οι πιο συγκινητικές στιγμές της πορείας σου; Αν μπορούσες να ξαναζήσεις μόνο μία, ποια θα ήταν αυτή; Μία; Μόνο μία; Σίγουρα; Είμαι βέβαιη ότι μόνο από το χώρο του θεάτρου μπορώ να αντλήσω και να ξεχωρίσω αυτή τη στιγμή. Ήταν Ιούλιος του 2012, στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου. «Αμφιτρύων» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Η παράσταση τελειώνει και η Αμαλία Μουτούση βγαίνει από την υπόκλιση και κατευθύνεται στην πρώτη σειρά του κοίλου όπου καθόταν ο Λευτέρης Βογιατζής. Τον πήρε από το χέρι, τον έφερε στη μέση της ορχήστρας, και όσοι είχαν ξεχειλίσει το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου χειροκροτούσαν επί ώρα όρθιοι και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν η τελευταία φορά που υποκλίθηκε στο κοινό ή μάλλον ήταν η τελευταία φορά που το κοινό υποκλίθηκε στον Λευτέρη Βογιατζή.

Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Share
Published by
Λίνα Ρόκου