Για τη Θεοδώρα Τζήμου, μόνο μέσω της απώλειας ζωντανεύει η ίδια η ύπαρξη

Τον περασμένο Μάιο, παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Ecrire et mettre en scène aujourd’hui της γαλλικής πόλης Caen η παράσταση Γυναίκα και Λύκος, με γαλλικό θίασο και σκηνοθέτη την Έλλη Παπακωνσταντίνου. Η υπόθεση, δια χειρός της διακεκριμένης θεατρικής συγγραφέα Έλενας Πέγκα, είναι μια σύγχρονη κοινωνική αλληγορία. Μια γυναίκα ζει μια ήρεμη ζωή ως παντρεμένη καθηγήτρια πανεπιστημίου. Ξαφνικά ένα βίαιο ερωτικό πάθος που καταλήγει σε απογοήτευση, την εξαγριώνει. Κοινωνικοί ρόλοι και ταυτότητες, σχέσεις, δεσμοί και φιλίες τινάζονται στον αέρα με μια πρωτόγνωρη ορμή που πηγάζει από ένα ένστικτο που περισσότερο ζωώδες παρά ανθρώπινο μοιάζει να είναι. Μέσα στην οριακή αυτή κατάσταση, ευχή και κατάρα μαζί, η γυναίκα αφήνει πίσω της τα πάντα και αποδρά προς αναζήτηση της ελευθερίας, εκεί όπου το έξω ταυτίζεται με το μέσα και εκείνο με την πιο βαθιά αμυχή της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Θεοδώρα Τζήμου, θα ερμηνεύσει τη σπαρακτική ηρωίδα στην ελληνική εκδοχή της παράστασης, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η Popaganda τη συνάντησε ένα συννεφιασμένο απόγευμα και μίλησε μαζί της για τις τάσεις φυγής, τον έρωτα και όλα εκείνα τα πράγματα που περιέχουν την ευτυχία.  

«Ένα ζήτημα που θίγει το έργο και νομίζω ότι μας απασχολεί όλους ανά τους αιώνες είναι το -πάντα επίκαιρο- ζήτημα της ευτυχίας και ιδιαίτερα της ευτυχίας σε σχέση με το χώρο και το πού μπορεί κανείς να την συναντήσει εσωτερικά και εξωτερικά. Μια γυναίκα ζει μια συμβατική, στατική ζωή. Καταλαβαίνουμε ότι από μια αποτυχημένη ερωτική προσπάθειά της εξαγριώνεται. Δεν ζει κάτι όπως θα ήθελε να το ζήσει, μένει ανολοκλήρωτο. Μόνο όταν είσαι σε κρίση με κάτι οδηγείσαι να σπας κλοιούς. Δεν αποφασίζεις ξαφνικά να αναζητήσεις την άγρια ευτυχία, κάτι σου έχει συμβεί και βρίσκεσαι σε αυτή την κατάσταση. Το έργο δεν εστιάζει στο τί ακριβώς συνέβη, απλώς ερευνά αυτή την οριακή κατάσταση όπου όλα πια είναι εμπόδια: η δουλειά αυτής της γυναίκας, ο άντρας της, τα πρόσωπα γύρω της, ο εαυτός της. Θέλει να αλλάξει τα πάντα και φτάνει σε σημείο να θέλει να γίνει λύκος. Για μένα αυτό συνδέεται με μια ανάγκη για μια πιο αισθητηριακή υπαρξιακή κατάσταση όπου όλα είναι ζωώδη και ενστικτώδη» περιγράφει η Θεοδώρα τον προβληματισμό του έργου, που συνδέεται με το αρχέγονο ερώτημα της καταγωγής του ανθρώπινου είδους. Άλλωστε, οι δαρβινικές θεωρίες διυλίστηκαν στις μεταγενέστερη επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη, ενώ ο Φρόυντ με τη μελέτη Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας έθεσε ερωτήματα σχετικά με το πόσο το πολιτιστικό κατασκεύασμα αφήνει χώρο στα πρωτόγονα ένστικτα να εκδηλωθούν. «Νομίζω ότι όλοι έχουμε ένα ζωάκι μέσα μας, το οποίο μπορεί να γίνει τέρας ανά διαστήματα. Υπάρχει ένας κλοιός πραγμάτων, από την πολυκατοικία που ζω μέχρι το τι βλέπω γύρω μου και ενίοτε μου δημιουργεί αυτό το συναίσθημα που θέλω να βγω και να φωνάξω “γιατί; Μου αξίζει αυτή η ζωή που έχω επιλέξει ή μου έχει φορεθεί και πρέπει απλά να την ακολουθήσω;”. Και βέβαια υπάρχει και αυτή η φωνή που σου λέει να φύγεις, να πας στα βουνά. Το ανθρώπινο και το ζωώδες συνυπάρχουν μέσα μας και βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο. Μάλιστα το ενδιαφέρον σε όλο αυτό δεν είναι το να φτάσεις τελικά στο ένα ή το άλλο στοιχείο, αλλά στο σημείο μέσα σου που αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάμεις έρχονται σε τέλεια σύγκρουση. Εκεί θεωρώ ότι κάτι συμβαίνει σε ένα σώμα, ότι είναι ζωντανό».

Τι είναι όμως άραγε ικανό, να φέρει έναν άνθρωπο αντιμέτωπο με τα βαθύτερα ένστικτά του;«Για μένα, το συναίσθημα της απώλειας είναι εκείνο που οδηγεί τον άνθρωπο σε κρίση, στην ανάγκη του γκρεμίσματος. Μόνο μέσω της απώλειας ζωντανεύει το σώμα, ζωντανεύει η ίδια η ύπαρξη, γιατί αρχίζει και αναζητά κάτι άλλο απ’ αυτό που έχει. Το παράδοξο είναι όμως ότι μόλις χτίζουμε κάτι, έχουμε συχνά την τάση να το γκρεμίζουμε, δηλαδή ενώ πληγωνόμαστε απ’ την απώλεια, έχουμε την τάση να την αναζητούμε για να υπάρξουμε, να νιώσουμε ζωντανοί. Και γι’ αυτό το λόγο ταυτίζομαι με την ηρωίδα, άλλωστε πιστεύω ότι εκφράζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Εγώ πέρασα πρόσφατα μια παρόμοια φάση. Κάποια στιγμή μεγαλώνοντας τα πάντα γίνονται στερεότυπα γύρω σου, γίνεσαι ο ίδιος γραφικός για τον εαυτό σου, τόσο αναμενόμενος. Οπότε όλη αυτή την τάση του να ξαναχτίσω το οικοδόμημα του εαυτού μου απ’ την αρχή, με όλες τις συνέπειες, την καταλαβαίνω απόλυτα. Γενικότερα όμως, όλοι έχουμε την ανάγκη να μας μετακινεί κάτι, είτε αυτό είναι η απώλεια, είτε ένας έρωτας είτε κάτι άλλο»

Η ευτυχία. Απώτερος στόχος κάθε τέτοιου γκρεμίσματος, κάθε διαρκούς και αγωνιώδους αναζήτησης, η ελπίδα, το αναμμένο φως, η απάτη και η πραγματικότητα μαζί. «Αν η ευτυχία είναι ζήτημα στιγμών; Σίγουρα! Εγώ μέσα στην ημέρα μπορεί ανά λεπτό να νιώσω απόλυτα ευτυχισμένη και απόλυτα δυστυχισμένη. Δεν θεωρώ ότι η ευτυχία είναι κάτι που εδραιώνεται, είναι στιγμές. Βέβαια μεγαλώνοντας, θέλουμε να εδραιώσουμε αυτές τις στιγμές, να τις κάνουμε μόνιμες, οπότε προσπαθούμε να χτίσουμε ένα πλαίσιο πραγμάτων που να μας οδηγεί πιο εύκολα σε αυτό που θεωρούμε ευτυχία. Αν θες, γι’ αυτό παλεύουμε μεγαλώνοντας, δηλαδή να κάνεις τις επιλογές που θέλεις, να κινείσαι στα πλαίσια που θέλεις και όλη αυτή η πάλη οδηγεί εκεί. Εγώ βρίσκω την ευτυχία ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, συζητώντας με ένα φίλο, αλλά την επόμενη στιγμή μπορεί να βιώσω κάτι άλλο και να συνειδητοποιήσω τη ματαιότητα του πριν. Νομίζω ότι ούτως η άλλως, δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς τη δυστυχία.Το έργο εισάγει επίσης τον παράγοντα του χώρου. Είμαστε ευτυχισμένοι μέσα στον αρχιτεκτονικό χώρο που βρισκόμαστε; Είμαστε εκεί όπου το σώμα μας θέλει να είναι; Ζούμε σε μια πόλη που βιώνοντάς την είμαστε ευτυχισμένοι; Η ηρωίδα μιλάει για πράσινο, για φύση. Εγώ είναι φορές που δεν την αντέχω την Αθήνα, δεν θέλω να τη βλέπω, θέλω να πάρω τα βουνά. Και άλλες, που κάνω μια βόλτα και σκέφτομαι “μα τi ωραία που είναι”».

Και όμως, οι τέχνες και εν προκειμένω η τέχνη του θεάτρου, έχει πάντα τη δυνατότητα να ρίχνει μια ανεμόσκαλα από το χειροπιαστό στο υπερβατικό και το ιδανικό, από την αλήθεια του ηθοποιού στην αλήθεια του ρόλου και το αντίστροφο και δίνει το προνόμιο στους εκφραστές της να ταξιδεύουν σε ανθρώπους αντί για χώρες. Η Θεοδώρα, πάντως, όταν προσεγγίζει ένα ρόλο, δεν πιστεύει στην ταύτιση: «Όταν υποβάλλεις τον εαυτό σου σωματικά σε συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί αυτές να συμπαρασύρουν προσωπικές σου εμπειρίες, χωρίς αυτό να είναι αυτοσκοπός. Εγώ προσπαθώ να στήνω παγίδες στον εαυτό μου, να τον κάνω συνοδοιπόρο σε αυτό που κάνω. Θα το έλεγα καλύτερα συμμαχία. Το έξω είναι το μέσα. Γι’ αυτό λέω ότι αυτή η πόλη καθρευτίζει το μέσα μας. Είναι μάλλον δύο δοχεία, που το ένα παίρνει απ΄το άλλο. Το θέατρο για μένα είναι φυγή απ’ την πραγματικότητα και ταυτόχρονα και καθρεύτης της και επιστροφή σε αυτήν. Όσο με ταξιδεύει, τόσο με γειώνει. Είναι ένα ενδιαφέρον δίπολο. Επίσης, όσον αφορά την κρίση, μπορώ να πω ότι υπήρξα τυχερή, ακόμα μπορώ να ζήσω απ’ αυτό που κάνω. Αύριο βέβαια δεν ξέρεις τι γίνεται. Σίγουρα όμως σε καλλιτεχνικό επίπεδο, υπάρχει μια μείωση, ανάλογη με αυτή που επικρατεί σε όλους τους τομείς. Η τέχνη πάντως οφείλει μόνο να λυτρώνει, ειδικά σε αυτές τις εποχές». 

Η παράσταση θα διαρκέσει έως τις 25 Νοεμβρίου. «Με την Έλενα Πέγκα έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν άλλες δύο φορές, σε δικά της κείμενα αλλά και άλλων. Με τη σκηνοθέτιδα Έλλη Παπακωνσταντίνου δεν είχα την τύχη να δουλέψω μέχρι στιγμής και το ήθελα, οπότε είναι μια ευτυχής συγκυρία που υποστηρίζω απόλυτα. Επίσης, κάτι ενδιαφέρον είναι ότι το έργο πραγματεύεται και ένα θέμα σε σχέση με το μπαρόκ και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά είναι το μόνο μπαρόκ θέατρο στην Αθήνα». Μία ευχάριστη λεπτομέρεια για το τέλος.

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Κείμενο: Έλενα Πέγκα

Σκηνοθεσία: Έλλη Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Παναγιώτης Βελιανίτης
Σκηνογραφία: Valentino Marengo
Κοστούμια: Τέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Διεύθυνση Παραγωγής: Γεωργία Δεμέστιχα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωσταντίνος Κεσσίδης

Τους ρόλους ερμηνεύουν: Θεοδώρα Τζήμου,Νικόλας Χανακούλας, Λένα Δροσάκη – Ελίνα Ρίζου, Βασίλης Μαργέτης, Περικλής Γιώργος Φωκιανός,  Αλέξανδρος Παπαϊωάννου

Ιωάννα Παναγοπούλου

Η Ιωάννα Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του '93. Σήμερα ολοκληρώνει τις σπουδές τις στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.

Share
Published by
Ιωάννα Παναγοπούλου