Η «Πανούκλα στο Μπέργκαμο» του Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν είναι το επίκαιρο βιβλίο των ημερών μας

Εάν υπάρχει μια μορφή τέχνης που αντικατοπτρίζει ανάγλυφα την εποχή της, ενίοτε με έναν τρόπο καθηλωτικό, ενδεχομένως ανατριχιαστικά οικείο, κάποτε διαχρονικό, αυτή δεν είναι άλλη από τη λογοτεχνία.

Κατά περιόδους, οι ποικίλες επιδημίες που εισέβαλαν στην καθημερινή ζωή σαν την όξινη βροχή, πληγώνοντας ανεπανόρθωτα, καταστρέφοντας, δημιουργώντας ένα ιστορικό κενό, στιγματίζοντας βάναυσα την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, έμελλε να αφήσουν και στην συγγραφική τέχνη ανεξίτηλα τα σημάδια τους. Αλλά η Ιστορία επαναλαμβάνεται και δυστυχώς δεν είναι μία φάρσα. Αντιθέτως, μπορεί κανείς να διαγνώσει συμπεριφορές που μοιάζουν αναπόδραστες μπροστά στην αδυναμία να διαχειριστεί κανείς την διαφαινόμενη καταστροφή, την αμείλικτη πιθανότητα ενός επικείμενου θανάτου! Ήδη η ρεαλιστική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη που έπληξε την Αθήνα στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και σκότωσε χιλιάδες πολίτες -μεταξύ των οποίων, τον Περικλή- έχει κάποιες τρομακτικές λεπτομέρειες που κάτι μας θυμίζουν. Οι γιατροί της εποχής αγνοούσαν τη «φύση της ασθένειας». Ήταν πρωτόγνωρη για αυτούς με συνέπεια να μην μπορούν να προφυλαχθούν και να προσβάλλονται και οι ίδιοι. Η εξωτική προέλευση του λοιμού λέει ο Θουκυδίδης ότι μάλλον ξεκίνησε από την Αιθιοπία, επεκτάθηκε στη Λιβύη και την Αίγυπτο και στο μεγαλύτερο τμήμα της Περσικής αυτοκρατορίας.

Στην Αθήνα εμφανίστηκε ξαφνικά. Έτσι γίνεται, συνήθως. Το κατά πόσο η τέχνη αντιγράφει τη ζωή ή η ζωή την τέχνη, παραμένει -στο πέρασμα του χρόνου- ένα σαγηνευτικό ερώτημα προς διευκρίνιση. Αλλά εδώ η ζωή προηγήθηκε με μία ευφάνταστη, νοσηρή βαναυσότητα -άνευ προηγουμένου- που θα επηρέαζε στο εξής βαθύτατα την τέχνη: Η πανούκλα, ή αλλιώς ο «Μαύρος Θάνατος» που ξεκίνησε το 1347 στην Ευρώπη και θα εξαφάνιζε το ένα τρίτο του πληθυσμού της, υπήρξε μία πανδημία αδιανόητης σφοδρότητας που θα εκλαμβανόταν ως το απόλυτο μεταφυσικό κακό. Οι ιδιαιτερότητες αυτής της επιθετικής, αλλοπρόσαλλης νόσου, θα χαράσσονταν στο συλλογικό υποσυνείδητο των ανθρώπων για αιώνες, υπενθυμίζοντας την ασημαντότητα μπροστά στο επέκεινα. Όπως θα το έθετε μερικούς αιώνες αργότερα ο Λάιμπνιτς: «Τίποτα δεν είναι πιο αληθινό από το τίποτα».

Και, όμως. Είναι στη φύση μας να αναζητούμε μικρά ή μεγαλύτερα νοήματα, ακόμη και όταν οι χαραμάδες της αισιοδοξίας μοιάζουν να στενεύουν επικίνδυνα. Ο Τόμας Μαν σε ένα από τα πλέον εμβληματικά μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, τον «Θάνατο στη Βενετία» (1921) με ήρωα τον μεσήλικα Γουστάβο φον Aσσενμπαχ, αντιλαμβάνεται μια επιδημία χολέρας ως την ιδανική συνθήκη για να αποδώσει -με αδρές γραμμές- μία απαράμιλλη ελεγεία της παρακμής, όπου κυριαρχεί η αποσύνθεση και η κατάρρευση, με την απόλυτη φθορά να είναι διαρκώς παρούσα. Ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να ταξιδέψει, παρακινούμενος από μια ανάγκη για προσωπική ολοκλήρωση και θα βρεθεί στη Βενετία. Εκεί, όμως, του συμβαίνει κάτι απρόσμενο. Κάποια από τις ημέρες της παραμονής του στο ξενοδοχείο, αντικρίζει ένα όμορφο νεαρό αγόρι που θα του αναστατώσει την καθημερινότητα. Το αγόρι, αποτελεί τον πόθο του πενηντάχρονου Ασσενμπαχ ο οποίος δυσκολεύεται να διαχειριστεί την πρωτοφανή για εκείνον έντονη ερωτική του διάθεση – η οποία ξεπερνάει κατά πολύ τη λογική του. Σταδιακά, παρακολουθούμε να συντελείται -μπροστά στα μάτια μας- ο προσωπικός του ξεπεσμός, με σκηνικό τη Βενετία, η οποία εδώ παρουσιάζεται ως μία πόλη σε παρακμή, αισθησιακή και θανάσιμη, προκαλώντας μία λεπτή διαπεραστική θλίψη. Οι εποχές ήταν και τότε δυσοίωνες. Ο Μαν, σε όλα τα έργα του, μπροστά στην προοπτική της κατάρρευσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, προσπάθησε να επαναβεβαιώσει τις αξίες της τέχνης και της ζωής – με έναν θαυμαστό και συχνά συγκινητικό τρόπο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Πάντως, οι συμπεριφορές σε περιόδους εγκλεισμού, ασθένειας, απειλής, δεν αποτελούν μόνο μία εξαιρετική πρώτη ύλη για τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες: αναδύουν στην επιφάνεια μερικά από τα χειρότερα χαρακτηριστικά του ανθρωπίνου είδους – όλα εκείνα που ο πολιτισμός πάσχιζε σε βάθος χρόνου να εξευγενίσει. Ο Βοκκάκιος (1313-1375) στο «Δεκαήμερο» περιέγραφε σπαρακτικά -σχεδόν προειδοποιητικά- τις αφόρητες επιπτώσεις της πανούκλας, αυτής της φρικτής ασθένειας στη Φλωρεντία της εποχής εκείνης: «Η συμφορά είχε τόσο πολύ κατατρομάξει άντρες και γυναίκες, που ο αδερφός παρατούσε τον αδερφό, ο θείος τον ανιψιό, η αδερφή τον αδερφό, συχνά, μάλιστα, η γυναίκα τον άντρα της. Ορίστε ακόμα κάτι φοβερό και σχεδόν απίστευτο: Οι πατέρες και οι μητέρες, σαν να μην ήταν πια δικά τους τα ίδια τους τα παιδιά, απέφευγαν να πηγαίνουν να τα δουν και να τα βοηθήσουν». Και, βέβαια, ο Αλμπέρ Καμύ, όταν μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγραφε την αριστουργηματική «Πανούκλα» (1947), δεν θα δημιουργούσε απλώς μία αλληγορία με θέμα την εμπειρία της κατοχής της Γαλλίας από τα ναζιστικά στρατεύματα, η οποία παρομοιάζεται με την επιδημία της πανούκλας. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το βαθύτατα υπαρξιακό πρόβλημα κοινωνικοποιώντας το, αναδεικνύοντας την εκδοχή ενός αθεϊστικού ανθρωπισμού που μπορεί να οδηγήσει στην απόγνωση – ιδίως όταν η πιθανότητα διεξόδου κάθε άλλο παρά είναι ορατή.

Όσο για το κομψοτέχνημα «Πανούκλα στο Μπέργκαμο» του Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν, είναι το έργο που ενέπνευσε τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν για μερικές από τις ανεπανάληπτες εωσφορικές σκηνές της «Έβδομης σφραγίδας». Το Μπέργκαμο είχε -με τη σειρά του- δεχτεί κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα το θανατηφόρο πλήγμα της πανούκλας που οδήγησε στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους. Όπως φαίνεται και πάλι, με την πρώτη ευκαιρία οι άνθρωποι βυθίζονται στον πανικό και σπέρνουν μεταξύ τους το διχασμό και την μοχθηρία, χωρίζονται σε μέτωπα και επιδεικνύουν μία έπαρση και έναν προσβλητικό εγωκεντρισμό.

Με αφορμή, λοιπόν, μια μαύρη σελίδα της ιστορίας του ανθρώπου, ο συγγραφέας υπεισέρχεται στις σκοτεινές πτυχές αυτής της ακραίας -ενδεχομένως, ύστατης- κοινωνικής κρίσης. Και θέτει στον αναγνώστη ερωτήματα ενώπιον ενός παρελθόντος που επανέρχεται βασανιστικά – ξανά και ξανά. Είμαστε ικανοί -όταν τα πράγματα παίρνουν μια τέτοια δυσάρεστη τροπή- να ξεφύγουμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο της ασχήμιας; Ή, απλώς, αποτελούμε τα έρμαια ενός εμμονικού καταστροφικού παρελθόντος που το ζούμε για ακόμη μία φορά μόνοι, εσωστρεφείς, ανίκανοι, απελπισμένοι, φοβικοί και αναξιοπρεπείς απέναντι στους άλλους και στον εαυτό μας;

Σε κάθε περίπτωση, σε τέτοιες δυσοίωνες εποχές σαν τη δική μας, το στοίχημα είναι ένα: η Ιστορία πρέπει να πάψει -επιτέλους- να επαναλαμβάνεται. Ο πολιτισμός πρέπει να νικήσει. Και η λογοτεχνία, είναι βέβαιο: θα βρει άλλες διεξόδους…

Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν
«Πανούκλα στο Μπέργκαμο»
Μετάφραση: Ήρκος Αποστολίδης
Εκδόσεις: Ροές
Σελίδες: 112

Βιβλία στη Βιτρίνα


Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Σελίδες: 464
Ο Κιφ Κέλμαν, ένας νεαρός, άφραγκος συγγραφέας, πιστεύει ότι επιτέλους του χαμογελά η τύχη, όταν ο διαβόητος απατεώνας Ζίγκφριντ Χάιντι, κοινώς «Τζίγκι», του προσφέρει 10.000 δολάρια για να του γράψει, ως αόρατος συγγραφέας, την αυτοβιογραφία του. Ο Τζίγκι σε έξι βδομάδες πρόκειται να δικαστεί για τραπεζικές απάτες 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Το βιβλίο πρέπει να είναι έτοιμο μέχρι τότε. Η δουλειά δείχνει εύκολη, αλλά ο Τζίγκι αποδεικνύεται πολύ δύσκολος στη συνεργασία. Υπεκφεύγει, αντιφάσκει και αποσπάται εύκολα από τις «δουλειές» του που συνεχίζονται κανονικά – και ο Κιφ φοβάται πως περιλαμβάνουν μέχρι και εντολές για εκτελέσεις, οι οποίες δίνονται από το γραφείο όπου δουλεύουν μαζί. Το χειρότερο, ο Κιφ αρχίζει να νιώθει μια παράξενη, υπνωτιστική έλξη για τον κόσμο του Τζίγκι. Και σύντομα δεν ξέρει πια αν εκείνος γράφει την αυτοβιογραφία του Τζίγκι ή ο Τζίγκι ξαναγράφει τη ζωή του από την αρχή – το ποιος είναι, το μέλλον του, την ίδια την πραγματικότητα. Άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε ανατριχιαστικό, το μυθιστόρημα του Φλάναγκαν αποτελεί μια διεισδυτική ματιά σε μια εποχή όπου το γεγονός δεν ξεχωρίζει από την επινόηση, και η αλήθεια, όπως άλλωστε και η μνήμη, δεν είναι παρά μια έννοια σχετική.


Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 75

Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της. Και τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Όμως εκείνη βρήκε παράδρομους. Σπούδασε, δούλεψε, έκανε δύο υπέροχα παιδιά. Όλα μόνη της. Ο Θεόφιλος παρίστανε τον πατέρα και τον σύζυγο, ενώ είχε φιλενάδες. Άραγε έφταιγε το τρομερό μυστικό του που δεν τον άφηνε να δεθεί; Η Τασούλα προχωρούσε πάντα με κουράγιο, αντιμετωπίζοντας πεισματικά τις δυσχέρειες. Μια γυναίκα που μπορούσε να έχει μια καλύτερη ζωή, διάλεξε να ζει αφιερωμένη στα παιδιά της και στη δουλειά της όχι γιατί έτσι έπρεπε αλλά επειδή έτσι ήθελε. Πού τη βρήκε τόση δύναμη; Ο Μάκης Τσίτας μας χαρίζει τον μονόλογο μιας γυναίκας απ’ την επαρχία που παρά τους φραγμούς που βάζει μόνη της, καταφέρνει όχι απλώς να επιβιώσει αλλά να φτιάξει μια πραγματική ζωή. Μια ιστορία δοσμένη με συμπόνια, μια ιστορία που έχουν ζήσει και ζουν αμέτρητες γυναίκες.

Έλενα Μαρούτσου
«Θηριόμορφοι»
Φωτογράφιση: Laura Makabresku
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες: 224
Σε ένα ξενοδοχείο της Κρακοβίας ένας ώριμος άντρας, συντετριμμένος από τον πρόσφατο χαμό της γυναίκας του, συναντά μια αινιγματική κοπέλα. Παρότι εντελώς άγνωστοι και διαφορετικοί μεταξύ τους, εκείνος Έλληνας κι εκείνη Ιταλίδα, εκείνος καθηγητής λογοτεχνίας κι εκείνη ηθοποιός, αισθάνονται πως τους συνδέει κάτι απροσδιόριστο. Η τυχαία συνάντησή τους προκαλεί το ξετύλιγμα ιστοριών που οδηγούν τον αναγνώστη πίσω στον χρόνο, σε ένα αρχοντικό της Χίου και ακόμα πιο πίσω, σε ένα καθολικό μοναστήρι στη Συρακούσα. Πρόκειται για ιστορίες έρωτα και απώλειας, φιλίας και ενηλικίωσης, ενοχής και εκδίκησης που, εκκινώντας από τις στάχτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και φτάνοντας ώς το σήμερα, εμπλέκουν τους δύο πρωταγωνιστές με τον πιο αναπάντεχο τρόπο. Ένα μυθιστόρημα για τον ερωτισμό της εφηβείας και την έλξη προς το όμοιο, για τη σεξουαλική αποχαλίνωση και την έκσταση της υποταγής, για τον κίνδυνο της γλώσσας και το καταφύγιο της σιωπής, για τις μικρές αγριότητες των καθημερινών ιστοριών με φόντο τις μεγάλες θηριωδίες της Ιστορίας.

Γιώργος Βαϊλάκης

Share
Published by
Γιώργος Βαϊλάκης