«Υπό επαρκείς γενικούς όρους, η ουσία της καλής κοινωνίας μπορεί με ευκολία να διατυπωθεί. Είναι αυτή η κοινωνία στην οποία κάθε μέλος, άσχετα από φύλο, φυλή ή εθνική καταγωγή, έχει τη δυνατότητα να απολαμβάνει μια ζωή που αξίζει τον κόπο να τη βιώνει…»

John Kenneth Galbraith – Η Καλή Κοινωνία (εκδ. Λιβάνη)

Ο Γκάλμπρειθ γράφοντας το 1995 ορίζει και στη συνέχεια αναλύει τα εν δυνάμει  χαρακτηριστικά μιας  καλής κοινωνίας, που είναι όμως εφικτή, όχι τέλεια. Είναι εφικτή στο ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξης, οικονομικής και κοινωνικής, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του 21 αιώνα στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες: ΗΠΑ, Καναδάς, Ευρώπη και Ιαπωνία.

Η εξέλιξη των παραπάνω κοινωνιών, απο αγροτικές σε καπιταλιστικές εκβιομηχανισμένες συνοδεύεται όχι μόνο από μια άνευ προηγουμένου αύξηση του παραγόμενου προϊόντος, μεταβολές στην ταξική δομή των ίδιων των κοινωνιών (δημιουργία της εργατικής τάξης) αλλά και δομικές μεταβολές, όπως  ανισότητα,  ανεργία (άγνωστη στην αγροτική οικονομία), μετανάστευση εντός ή εκτός συνόρων και περιοδικές κρίσεις της οικονομίας, όπου επιφέρουν συγκρούσεις και αντιφάσεις. Το γεγονός αυτό αύξησε τον οικονομικό ρόλο του κράτους.

«Συγκεκριμένα, η καλή κοινωνία πρέπει να έχει σημαντική και σταθερή οικονομική ανάπτυξη, σημαντική και σταθερή αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης από έτος σε έτος.   Έτσι θα μπορούν να καλύπτονται οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ανθρώπων που πάντα επιδιώκουν μεγαλύτερη οικονομική ευμάρεια.

Η οικονομική στασιμότητα και στέρηση έχουν δυσμενείς και εκτεταμένες κοινωνικές συνέπειες. Στην καλή κοινωνία κανένας δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς εισόδημα, λιμοκτονώντας, χωρίς στέγη, χωρίς ιατρική φροντίδα…Η οικονομία, που και καλή είναι και εξασφαλίζει την αφθονία, καθώς και ένα καλό καθεστώς αυτά δεν μπορούν να τα επιτρέπουν…. η καλή κοινωνία δεν επιδιώκει την ισότητα στην οικονομική αμοιβή. Αυτό ούτε πραγματοποιήσιμο είναι ούτε κοινωνικά επιθυμητός στόχος. Υπάρχουν αυτοί για τους οποίους ο πλουτισμός και η επίδειξη  της οικονομικής τους ευμάρειας αποτελούν τον απώτερο σκοπό και την πιο βαθιά ικανοποίηση, για άλλους όμως όχι.»

Ο ρόλος λοιπόν του σύγχρονου κράτους είναι απο τη μία να φροντίζει ώστε να διατηρείται  μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη απαραίτητη για μία σταθερή αύξηση του βιοτικού επιπέδου, κι από την άλλη να προσφέρει ένα κοινωνικό δίχτυ προστασίας για αυτούς που το χρειάζονται. Αλλά πρέπει να έχει και ένα ρόλο αναδιανομής του εισοδήματος.

Παραδοσιακά σκεφτόμαστε τη δημοκρατία ως ένα βασικό δικαίωμα του ανθρώπου. Είναι επίσης η φυσική συνέπεια της παιδείας και της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν υπάρχει κάποιο άλλο πρακτικό σχήμα διοίκησης ανθρώπων, οι οποίοι, λόγω των μορφωτικών τους επιτευγμάτων, αναμένουν να ακούγονται και δεν μπορούν να κρατούνται σε σιωπηρή υποτέλεια. Έτσι, η παιδεία κάνει δυνατή τη δημοκρατία και, μαζί με την οικονομική ανάπτυξη, την κάνει αναγκαία, ίσως ακόμα και αναπόφευκτη.

Όπως εξηγεί ο Γκάλμπρειθ, «σε σχέση με το εισόδημα υπάρχει και το ζήτημα του τι μπορεί να αποκληθεί κοινωνική απαίτηση. Στην καλή κοινωνία ο ρόλος του κράτους είναι , πρέπει να είναι σημαντικός ειδικά για τους λιγότερο τυχερούς, πάντα βέβαια ανάλογα με τη δυνατότητα πληρωμής. Εδώ εμπλέκονται η δικαιοσύνη και η κοινωνική ωφέλεια . Μικρή απώλεια του εισοδήματος δεν είναι τόσο οδυνηρή για τους πλούσιους, όσο για τους λιγότερο εύπορους. Παράλληλα συμβάλει στην αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας. Οι φτωχοί και αυτοί με μεσαίο εισόδημα δαπανούν ανάλογα με αυτά που κερδίζουν, όχι όμως και οι πλούσιοι. Έτσι η κλιμακούμενη φορολογία έχει σταθεροποιητικό ρόλο, βοηθώντας ώστε αυτό που λαμβάνεται ως κέρδος να επιστρέφει στην  αγορά ως ζήτηση για παραγόμενα αγαθά.»

Το κεντρικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι οι περιοδικές κρίσεις, ύφεσης και κάμψης του συστήματος που συνοδεύονται αναπόφευκτα απο μεγαλύτερη ανεργία. Αυτές οι κρίσεις είναι βασικό στοιχείο του συστήματος της αγοράς. Το κυριότερο αίτιο για αυτά τα κυκλικά φαινόμενα στην οικονομία, είναι η υπερβολική κερδοσκοπία στις καλές εποχές, πράγμα που καταλήγει αναπόφευκτα στην κάμψη των επενδύσεων και των καταναλωτικών δαπανών. Αυτή η μείωση στην ανάπτυξη της συνολικής ζήτησης έχει αναπόφευκτες συνέπειες στην παραγωγή και την απασχόληση που με αυτό τον τρόπο περιορίζονται.

Η μόνη λύση είναι η τόνωση της συνολικής ζήτησης, και αυτό μπορεί να γίνει με τρείς τρόπους. Μείωση της φορολογίας. Μείωση των επιτοκίων (νομισματική πολιτική). Αύξηση των δαπανών της κυβέρνησης με σκοπό την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε έργα δημόσιων υποδομών, κίνηση που αυξάνει άμεσα την προσφορά εργασίας.

Ο Γκάλμπρειθ αντιλαμβάνεται τους περιορισμούς που υπάρχουν (αύξηση του έλλειματος, αύξηση του πληθωρισμού) σε μια τέτοιου είδους πολιτική, ωστόσο επιχειρηματολογεί για την αναγκαιότητα της. Αντιτίθεται στην δαιμονολογία σε σχέση με τις δαπάνες του κράτους και  το έλειμμα. Οι δαπάνες για την λειτουργία του κράτους καθώς και οι τόκοι απο τον δανεισμό πρέπει να καλύπτονται από την φορολογία και τα έσοδα και αυτό θέλει ευφυία και σύνεση.

Οι επενδύσεις από το κράτος σε κεφαλαιουχικά αγαθά όπως είναι οι δημόσιες επενδύσεις, ή οι επενδύσεις στην υγεία και την παιδεία αποτελούν παρακαταθήκη και για τις μελλοντικές γενεές και είναι θεμιτό να πληρώσουν και αυτές, οπότε μπορούν να καλύπτονται με δανεισμό. Με τον ίδιο τρόπο εξάλλου λειτουργεί και μια ιδιωτική επιχείρηση, δανείζεται και επενδύει για να μεγιστοποιήσει κάποια στιγμή στο μέλλον τα ωφέλη της.

Ειδικά ο ρόλος της παιδείας δεν είναι μόνο οικονομικός.  Η παιδεία είναι αυτή που δίνει την ελπίδα και τη δυνατότητα της φυγής από τα χαμηλότερα και λιγότερα ευνοημένα κοινωνικά και οικονομικά επίπεδα  της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε αυτά που βρίσκονται υψηλότερα. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας στήριγμα της κοινωνικής ειρήνης και ηρεμίας.

«Η στοιχειώδης αγροτική οικονομία απαιτούσε ελάχιστα πράγματα από το κράτος. Τόσο οι οι κυβερνήσεις, όσο οι κυβερνούμενοι δε χρειάζονταν υψηλά επίπεδα ευφυίας. Με την οικονομική πρόοδο και την συνακόλουθη κοινωνική ευθύνη, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση αυξάνουν τόσο σε περιπλοκότητα, όσο και σε ποικιλία, ίσως όχι αριθμητικά αλλά γεωμετρικά.»

Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ή ένα καλά πληροφορημένο εκλογικό σώμα με πνευματικές δυνατότητες κατάλληλες για την επεξεργασία αυτών των θεμάτων και των σχετικών αποφάσεων ή μεταβίβαση σχεδόν του συνόλου των εξουσιών στο κράτος και στη γραφειοκρατία του. Ή θα πρέπει να υπάρξει  παράδοση στην άγνοια και στο λάθος. Αυτά, με τη σειρά τους, είναι καταστρεπτικά για την κοινωνική και πολιτική δομή.

Η παιδεία είναι αυτή που δίνει την ελπίδα και τη δυνατότητα της φυγής από τα χαμηλότερα και λιγότερα ευνοημένα κοινωνικά και οικονομικά επίπεδα  της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε αυτά που βρίσκονται υψηλότερα. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας στήριγμα της κοινωνικής ειρήνης και ηρεμίας.

«Παραδοσιακά σκεφτόμαστε τη δημοκρατία ως ένα βασικό δικαίωμα του ανθρώπου. Έτσι είναι. Αλλά είναι επίσης η φυσική συνέπεια της παιδείας και της οικονομικής ανάπτυξης. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει κάποιο άλλο πρακτικό σχήμα διοίκησης ανθρώπων, οι οποίοι, λόγω των μορφωτικών τους επιτευγμάτων, αναμένουν να ακούγονται και δεν μπορούν να κρατούνται σε σιωπηρή υποτέλεια. Έτσι, η παιδεία κάνει δυνατή τη δημοκρατία και, μαζί με την οικονομική ανάπτυξη, την κάνει αναγκαία, ίσως ακόμα και αναπόφευκτη.»

Είναι σημαντικό να θέσουμε τις αρχές και τους στόχους μιας συζήτησης μακριά από δογματισμούς και ιδεοληψίες. Αυτό μας υπενθυμίζει ο Γκάλμπρειθ. Προβλήματα και δυσκολίες θα υπάρχουν πάντα, αλλά στις δημοκρατίες τα θέματα θα πρέπει τίθενται στο τραπέζι και να επιλύονται πάνω στις αρχές του τι πρέπει να κάνει η καλή κοινωνία.

Για παράδειγμα η ροή της μετανάστευσης απο φτωχότερες χώρες σε πιο εύπορες δεν είναι δυνατόν να αποτραπεί. Είναι κατανοητό και αποδεκτό, ότι οι προηγμένες χώρες χρειάζονται την σταθερή συμμετοχή των ξένων σε αυτά τα επίπεδα εργασίας, που κατα κοινή ομολογία είναι τα πιο χαμηλά και τα πιο κοπιαστικά. Πρέπει να τους δίνονται επίσης ευκαιρίες οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης και ιδιαίτερα στις επόμενες γενιές. Υπάρχει όμως και μια εγχώρια εργατική δύναμη, που θα πρέπει να προστατευθεί. Άρα με κάποιο τρόπο θα πρέπει να ελέγχεται η εισροή μεταναστών σε μια χώρα. Να το πλαίσιο της συζήτησης λοιπόν.

Ο Γκάλμπρειθ γράφει την Καλή Κοινωνία σε ηλικία 86 χρονών. Στο παρελθόν έχει υπηρετήσει στις περισσότερες κυβερνήσεις Δημοκρατικών τον 20ο αιώνα. Από το 1941 μέχρι το 1945 στην κυβέρνηση Ρούσβελτ, και στη συνέχεια στις κυβερνήσεις Τρούμαν, Κέννεντι (πρέσβης στην Ινδία) και Τζόνσον. Αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο το είδος της οικονομικής σκέψης που άνθισε μετά τον πόλεμο στην Αμερική και στην Ευρώπη, και υποστήριξε πολιτικές που οδήγησαν στην ανοικοδόμηση, την οικονομική ανάπτυξη και την σύσταση του κράτους πρόνοιας (welfare state).  Οι ιδέες του έζησαν, και πρέπει να ζήσουν πολύ περισσότερο από την τρέχουσα επικαιρότητα, οικονομική και πολιτική, και στις δύο όχθες του Αντλαντικού.

Μπάμπης Χατζηδάκης

Share
Published by
Μπάμπης Χατζηδάκης