Φοίβος Δεληβοριάς: «Τα τραγούδια έρχονται και πληρώνουν το λογαριασμό της μοναξιάς μου»

Ο Φοίβος Δεληβοριάς δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι αναμφίβολα ένας από τους πλέον σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες του σήμερα. Αυτή την περίοδο συνυπογράφει, με τον Δημήτρη Καραντζά, μια πολυπρόσωπη επιθεώρηση που θα συζητηθεί και επανέρχεται με την πολυαναμενόμενη «Ταράτσα» του. Εδώ μας μιλάει – εφ’ όλης της ύλης – για την Τέχνη που ασκεί…

Έχετε πει ότι «τα ωραιότερα τραγούδια γράφτηκαν από ανθρώπους χαμένους στη φτώχεια, στην τρέλα και στη μονομανία τους. Η Τέχνη δεν είναι ένας χώρος προνομιούχων». Τι σας έκανε να επιλέξετε το τραγούδι ως μέσον έκφρασης; Πώς ξεκίνησε η δική σας δημιουργική περιπέτεια;

Ήμουν πάρα πολύ ντροπαλός. Και απολύτως αντικοινωνικός. Τα’κανα θάλασσα στις παρέες, έλεγα πάντα τα λάθος πράγματα. Επίσης εκείνα που μου άρεσαν στα 12 δεν άρεσαν σε κανέναν τότε. Τραγουδοποιοί Αμερικάνοι και Γάλλοι του ’50 και του ’60, ταινίες δημιουργών. Τις ώρες της μοναξιάς τις αποζητούσα, εν αντιθέσει με τα άλλα παιδιά. Τα κορίτσια τα εξιδανίκευα, πράγμα που μάλλον τα απωθούσε. Δεν ξέρω αν εντάσσονται αυτά σε ένα είδος φτώχειας ή τρέλας. Μονομανής ήμουν πάντα σίγουρα. Και όταν τίποτα δεν μου πήγαινε καλά, ένα τραγούδι με επισκεπτόταν σα μικρό φως από τις χαραμάδες. Ακόμα αυτό μου συμβαίνει. Τα τραγούδια έρχονται και πληρώνουν το λογαριασμό της μοναξιάς μου.

Υπάρχει κάποια ιστορία, κάποια ανάμνηση, ακόμα και ανεκδοτολογικού τύπου, που θα θέλατε να μας πείτε από το ξεκίνημά σας; Πότε αισθανθήκατε συνθέτης; Ότι αυτό δηλαδή που κάνετε, το κάνετε επαγγελματικά;

Είχα φτιάξει στα 15 μου ένα συγκρότημα, τους «Άνευ Χαρτοφυλακίου». Σχεδόν κανείς μας δεν ήξερε μουσική, εκτός από τον μετέπειτα σπουδαίο ντράμερ Νίκο Ρέτσο. Κάναμε έξι μήνες πρόβες για μια συναυλία που κατάφερα να κλείσω στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας στην οποία ήρθαν τα ξαδέρφια μου και καμιά 50αριά άτομα από το σχολείο. Σε αυτούς τους έξι μήνες κατάφερα να χρωστάω σε στούντιο, ηχολήπτες, μηχανήματα και μουσικούς μια μικρή περιουσία – από την δική μου την ανύπαρκτη. Όταν έμεινα απολύτως άφραγκος, κατάλαβα ότι ήμουν πλέον επαγγελματίας.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης είχε τολμήσει να μας… αποκαλύψει τα μυστικά της τέχνης του -πάντα με εκείνο το υπέροχο χιούμορ του- μέσα από το τραγούδι «Προς νέο συνθέτη»: «Πρώτα βρίσκουμε τα λόγια με μεγάλη προσοχή / μια που κι άλλοι γράφουν χρόνια κι ίσως τα ’χουνε πει / και σιγά σιγά αρχίζεις να τους βάζεις μουσική / που όλο κάτι να θυμίζει και να μην ξέρουμε τι». Εσείς πώς γράφετε ένα τραγούδι; Υπάρχει, ας πούμε, μια γενική ιδέα και ξεκινάτε να γράφετε αυτοσχεδιάζοντας ή κάποιο λεπτομερές σχέδιο εξαρχής; Πρώτα γράφετε τα λόγια ή τη μουσική; 

Με κατακλύζει ένα περίεργο, απερίγραπτο συναίσθημα, πιο παθιασμένο κι απ’τη μελαγχολία, σα να νοσταλγώ όλους τους προηγούμενους αιώνες και να προφητεύω όλους τους επόμενους. Πονάω ολόκληρος. Παίρνω την κιθάρα και παίζω. Σύντομα ένα μοτίβο επιστρέφει και το ηχογραφώ. Μες στις επόμενες ώρες το μοτίβο αυτό γίνεται ένας μικρός κόσμος, μια μικρή ταινία – από στίχους, μουσική και φωνή. Η μουσική όμως σχεδόν πάντα προηγείται. Αυτή μόνο εκφράζει τον περίεργο, χαρούμενο αυτό πόνο, πριν προσπαθήσω να τον εξηγήσω με λόγια.

Τι σας αγχώνει περισσότερο στη διαδικασία της δημιουργίας; Αλλά και ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία, τελικά, για έναν δημιουργό;

Με αγχώνει το επόμενο πρωί. Πολλές φορές είμαι πανευτυχής την ώρα που γράφω, είμαι σίγουρος ότι η ομορφιά θέλει να με παντρευτεί και το επόμενο πρωί ακούω στο μαγνητοφωνάκι μου μια φρικαλεότητα. Άλλες φορές, τις πιο σπάνιες, το τραγούδι μου αρέσει τόσο που είμαι σίγουρος ότι δεν το έγραψα εγώ. Αυτό είναι το αστείο: τα άσχημα που κάνεις σου θυμίζουν τον εαυτό σου. Τα ωραία, κάτι αόρατο -έξω από σένα- που δεν γίνεται να το επαναλάβεις. Η δυσκολία λοιπόν είναι πως δεν μπορείς ποτέ να μπεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές. Τίποτα απ’τα «κερδισμένα» δεν είναι ακριβώς δικό σου.

Πώς αντιλαμβάνεστε την έμπνευση; Τι ιδιαίτερο έχει εκείνη η ιδιαίτερη στιγμή που αποφασίζετε ότι μπορείτε να ξεκινήσετε ένα νέο τραγούδι; 

Σας το είπα πριν, κάπως. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που δεν σας είπα και που με βοηθάει. Πάντα την ώρα που γράφω, απευθύνομαι σε κάποιον που αγαπάω πολύ, με την ελπίδα ότι θα το ακούσει και θα το νιώσει.

Τι είναι αυτό που κάνει τα τραγούδια ενός δημιουργού που μιλάει για τον εαυτό του, τα οποία δηλαδή είναι βιωματικά στον πυρήνα τους, να αφορούν σε μεγάλο βαθμό και τους άλλους; 

Ακριβώς το ότι μιλάει για τον εαυτό του. Αν περιέγραφε γενικότητες, ιδεολογήματα, αν ανέπτυσσε επιχειρήματα θα ήταν δικηγόρος και όχι δημιουργός. Το ότι φαντάζεσαι το συγκεκριμένο δωμάτιό του και ακούς τα πολύ δικά του λάθη, είναι ο μοναδικός τρόπος να ταυτιστείς. Δεν έχω καμιά σχέση με την Αγία Πετρούπολη του Ντοστογιέφσκι ή με το Λίβερπουλ του Λένον ή με την προαστιακή Αμερική του Λιντς. Αν αυτά τα μέρη δεν μου περιγράφονταν εξαντλητικά από κείνους, όμως, δεν θα αγαπούσα ποτέ την Καλλιθέα μου.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος για τους καλλιτέχνες;

Ότι η ζωή τους είναι το ίδιο συναρπαστική με την τέχνη τους. Στην πραγματικότητα οι καλλιτέχνες πλήττουν γρήγορα με τα πάντα -και ταυτόχρονα θαυμάζουν τα πάντα περισσότερο από τον εαυτό τους, τα εγκολπώνονται, τα μιμούνται. Πολλοί καταντούν νάρκισσοι, ακριβώς γιατί δεν μπορούν να αγαπήσουν τον αληθινό εαυτό τους. Ζητούν συνεχώς επιβεβαίωση, σαν παιδάκια. Δεν ανήκω στο τελευταίο είδος. Πλήττω όμως, γρήγορα, ακόμη και μπροστά στο ωραιότερο τοπίο, ακόμα και στην πιο ιδανική σχέση. Ανυπομονώ να γυρίσω στη δουλειά, παρέα με τους συνεργάτες μου, να φτιάξουμε μιαν ιδανική προέκταση του κόσμου.

Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που πήρατε ποτέ ως δημιουργός;

Ο Χατζιδάκις μου είχε πει «με όσα κι αν μπλέξεις -και μπλέξε σχεδόν με όλα- να έχεις πάντα χρόνο για να γράφεις. Εκεί είναι το κλειδί. Το επόμενο πράγμα που θα γράψεις σε σώζει από την επιτυχία κι απ’την αποτυχία, τα δυο χειρότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν σε έναν καλλιτέχνη».

Ποιοι συνθέτες σας έχουν επηρεάσει περισσότερο και με ποιον τρόπο; Ποιες είναι οι σημαντικότερες επιρροές σας στους στίχους και στη μουσική; 

Όλοι οι μείζονες τραγουδοποιοί (Ντίλαν, Κοέν, Μπρασένς, Μπρελ, Ντάλα, Ντε Αντρέ, Σαββόπουλος), οι Μπιτλς, οι λαϊκοί του 60-70 (από τον Ζαμπέτα και τον Άκη Πάνου ως τον Νικολόπουλο και τον Σούκα), ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης και η γενιά του ’80 (Κηλαηδόνης, Πλάτωνος, Κριεζή, Ξυδάκης, Ρασούλης, Κραουνάκης, Νικολακοπούλου, Αδελφοί Κατσιμίχα, Γερμανός, Βασίλης Νικολαΐδης ), η ελληνική γενιά που πρωτοέσκυψε μέσα της και ξαναβρήκε το καθολικό αίτημα. Δεν πάω πιο μετά γιατί τους επόμενους τους θαυμάζω ως συνταξιδιώτες -πολλούς από αυτούς ανείπωτα.

Τι πιστεύετε για το ελληνικό τραγούδι μέσα στην πάροδο του χρόνου; Ποιο είναι το μυστικό της αξίας του;

Το ότι επιμένει στην αρχαία του γλώσσα και στον αρχαίο του μουσικό κώδικα. Ότι κοιτάει πάντα προς τα πίσω όπως όλοι οι παλιοί λαοί (μεσογειακοί, ανατολίτες κλπ) και ότι δεν εντυπωσιάζεται εύκολα από τις καινοτομίες, αντίθετα τις ενσωματώνει στον δικό του χαβά. Κατά τα άλλα ένα καλό ελληνικό τραγούδι έχει την ίδια σημασία για μένα με ένα ξένο. Οι αρμοί του, αποκαλύπτουν την ψυχή μου.

Σήμερα τι έχει να κομίσει; Επίσης, ποια μοιάζει να είναι η επόμενη μέρα για το ελληνικό τραγούδι;

Την επόμενη μέρα την γνωρίζει ο ΛΕΞ. Και πολλοί άλλοι φυσικά, δεν χάνω ευκαιρία, όταν κάνω ας πούμε μια εκπομπή ή δίνω μια συνέντευξη, να τους μοιράζομαι. Σήμερα όμως σας αναφέρω τον ΛΕΞ. Γιατί τον άκουγα το πρωί – και θέλω να τον ακούσω και αύριο. Άρα ξέρει την επόμενη μέρα.

Πώς είναι μια συνηθισμένη μέρα εργασίας σας; Θέλετε ειδικές συνθήκες για να εργαστείτε; Υπάρχει μία συγκεκριμένη μέθοδος που ακολουθείτε;

Δουλεύω ασταμάτητα σχεδόν. Να, τώρα κάνω πρόβα για την καλοκαιρινή μου «Ταράτσα» -το αναψυκτήριό μου στον χώρο του Άλσους (Σ.Σ. θα εμφανίζεται από τις 10 Ιουνίου). Μετά γράφω τα τελευταία τραγουδια και παραδίδω τα τελευταία κείμενα για την επιθεώρηση που δημιουργήσαμε με τον Δημήτρη Καραντζά. Δεν θα εμφανίζομαι εκεί, είναι όμως ένα παιδί της καρδιάς μου. Ταυτοχρόνως παρακολουθώ την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου της Νεφέλης Φασούλη, που έγραψα εξ ολοκλήρου και θεωρώ από τα πιο όμορφα και μοναδικά πράγματα που έχω φτιάξει. Μιξάρω τον καινούργιο δίσκο μου, που θα κυκλοφορήσει το Νοέμβριο και είναι όλη μου η εσωτερική ζωή των τελευταίων 5 χρόνων. Παρέδωσα τη μουσική για τον «Γάτο που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει» του Σεπούλβεδα, μια συγκινητική παιδική παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Κάνω την παραγωγή σε έναν δίσκο του Χρήστου Νικολόπουλου και σε έναν του Γιώργου Μαργαρίτη, δείχνοντας σε όσους ενδιαφέρονται ένα κρυφό μονοπάτι που με συνδέει με το λαϊκό – και που συνδέει ίσως και άλλους, αλλά δεν το ξέρουν. Ετοιμάζω περιοδεία. Συμμετέχω σε δίσκους φίλων. Και όλα αυτά αδημονώντας να παίξω με την Ιόλη, να σπρώξω τη Βάσω προς το φως, να πω «σ’αγαπώ» σε όσους ακόμα δεν το κατάφερα, να δω τους γονείς και τις αδερφές μου, να έχω ένα μυστικό, να καπνίσω και να τζαμάρω με ένα φίλο, να μείνω μόνος μου και να δω ταινίες. Αφήνω απ’ έξω απ’όλα αυτά τα εναλλακτικά σύμπαντα της πανδημίας και της πάλης για τα πνευματικά δικαιώματα, αλλά και την όποια θέση παίρνω που και που ως πολίτης. Σε όλα τα τελευταία με έριξε αυτό που θεωρείται πραγματικότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι δική μου υπόθεση. 

Έχετε κάποιο όφελος ως καλλιτέχνης σε σχέση με το πώς βλέπετε τα πράγματα στον κόσμο;

Έχω τη δυνατότητα μιας διαφυγής. Έχω συναντήσει στο έργο κάποιων ανθρώπων έναν τρόπο να το σκάσω απ’ το κελί μου. Και ακολουθώ τα βήματά τους.

Πώς βλέπετε τα πράγματα στις μέρες μας; Σας φοβίζει κάτι περισσότερο; Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σε αυτήν τη συγκυρία;

Πιστεύω πως ο κόσμος κουράστηκε να παλεύει για κάτι καινούργιο και καλύτερο – και είτε γυρνάει σε μισαλλόδοξες νεκραναστάσεις του παρελθόντος του, είτε αδημονεί να ξαναγυρίσει σε συνθήκες κυνικής απάθειας. Δεν του βγαίνει τίποτα απ’ αυτά, κανένα πισωγύρισμα δεν πέτυχε ποτέ. Και οδηγείται σε εγκλήματα – οικογενειακά, κοινωνικά, πολιτικά. Όλα αυτά ήταν εν εξελίξει, η πανδημία τα δοκιμάζει και τα ωθεί στα άκρα τους. Να δούμε ποια πλευρά μας θα νικήσει.

Ένας καλλιτέχνης εξακολουθεί να ασκεί επίδραση στον κόσμο; Ποια είναι η θέση του στη σύγχρονη εποχή; 

Βλέπω τους ηθοποιούς στην επιθεώρηση που συγγράφω, ή τους φίλους μου τους τραγουδιστές που καλώ στην «Ταράτσα». Τον Αλευρά όταν βγαίνει στη σκηνή. Τον Ντούβα, τον ντράμερ που συνεργαζόμαστε αδερφικά τόσα χρόνια, όταν χτυπάει τα τύμπανα. Ο κόσμος αναστατώνεται για τον άνθρωπο που παράγει ήχο, που μιμείται την ανθρώπινη φωνή και τη συμπεριφορά και τη χαρίζει στις ταλαιπωρημένες ψυχές όταν έρχεται το βράδυ. Δεν θα αλλάξει ποτέ αυτό το πράγμα. Θα είναι μαγικό, ακατανόητο και απαραίτητο. Και θα διαρκεί πάντα περισσότερο από την κάθε πολιτική εξουσία.

Είναι τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και το γιορτάζουμε ως έθνος ποικιλοτρόπως. Εσείς ποια πράξη θεωρείτε επαναστατική σήμερα;

Το να δέχεσαι την ποικιλότητα και την σχετικότητα, ακόμα και σε κάτι τόσο καθησυχαστικό όπως είναι το Έθνος ή ο Γάμος ή οι Αναμνήσεις. Πρέπει να μας ενθουσιάζει το χάος απ’ το οποίο προήρθε ο Μύθος. Πρέπει τον μύθο να τον ξανακάνουμε Χάος – και από κει να ξανανθίσουμε.

Ετοιμάζετε για τον Ιούνιο μία επιθεώρηση με τον Δημήτρη Καραντζά στο Βεάκειο Θέατρο, με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του ’21. Τι έχουμε να περιμένουμε από αυτήν την παράσταση;

Πολύ γέλιο, ελπίζω. Αν κανείς γελάσει στ’ αλήθεια με κάτι, πάει να πει ότι χάνει τον έλεγχο, ότι οι θεωρίες του τον εγκαταλείπουν, ότι ξανακοιτάζει τη ζωή απ’ την αρχή. Θα δείτε πολύ σπουδαίους ηθοποιούς να χάνουν τον έλεγχό τους – και να γίνονται ακόμα πιο σπουδαίοι. Κι έναν πολύ ταλαντούχο νέο σκηνοθέτη να οργανώνει σχολαστικά τον οίστρο του, την καταστροφή δηλαδή της οργάνωσης. Θα ακούσετε και κάποια τραγούδια και κάποια αστεία που τα έγραψα με κέφι, με διάθεση να τα χάσω δηλαδή για πάντα στη μαγεία του εφήμερου. Αυτή είναι η ουσία της επιθεώρησης.

Και από την «Ταράτσα» τι να περιμένουμε φέτος;

Νομίζω ότι είναι η πιο τρελή, η πιο απροσδόκητη απ’ όλες. Η ομάδα είναι στα καλύτερά της, όλοι οι καλεσμένοι ήρθαν αμέσως και με πάθος, μάζεψε πολύ παράλογο η καλλιτεχνική οικογένεια φέτος. Η «Ταράτσα» θα το ξορκίσει όλο με ένα μεγάλο πάρτι. Εκεί άλλωστε θα παίζω κι εγώ, στην επιθεώρηση είμαι πίσω απ’ τις κουρτίνες. Στο «Άλσος» θα σας δω με τα ματάκια μου. Θα πάψω πια να σας φαντάζομαι. Θα σας έχω απέναντί μου και θα κάνω τα πάντα για να ξαναγυρίσω στην παρέα σας, οριστικά.

1821 – Η επιθεώρηση: από τις 4 Ιουνίου στο Βεάκειο Θέατρο.

Η Ταράτσα του Φοίβου Δεληβοριά επανέρχεται από τις 10 Ιουνίου στο θέατρο «Άλσος».
Γιώργος Βαϊλάκης

Share
Published by
Γιώργος Βαϊλάκης