Οι Φύλακες του Γαλαξία είναι το πιο διασκεδαστικό μπλοκμπάστερ της χρονιάς

Φύλακες του Γαλαξία (Guardians of The Galaxy) *****

ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, 2014, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: James Gunn

Πρωταγωνιστούν: Chris Pratt, Bradley Cooper, Zoe Saldana

Διάρκεια: 121’

Πολλά ήταν τα πράγματα που δεν ήξερε ο Peter Quill όταν μικρός είδε τη μητέρα του να πεθαίνει την ημέρα των γενεθλίων του. Ότι αμέσως μετά θα τον απήγαγαν εξωγήινοι. Ότι 26 χρόνια μετά θα γινόταν ένας ρέμπελος του γαλαξία, εκτελώντας διάφορες παράνομες «δουλίτσες» για να επιβιώνει. Ότι θα έβρισκε έναν πολύ σημαντικό θησαυρό που θα έκρυβε μια δύναμη καταστροφική. Και, το σημαντικότερο απ’ όλα, ότι θα βρισκόταν ως μέλος μιας ετερόκλητης ομάδας με την οποία θα προσπαθούσε να αποτρέψει τον σατανικό Ronan από τα επεκτατικά του σχέδια. Από τις καλύτερες  ταινίες βασισμένες σε κόμικ που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, ισόποσα μοιρασμένη ανάμεσα στο ανάλαφρο και το σεβασμό του θεατή.

Φέτος ήταν μια καλή χρονιά για τις ταινίες με πρωταγωνιστές βασισμένους στην ένατη τέχνη. Ο Captain America συνέχισε δυναμικά στα επίπεδα που μας συνήθισε στην πρώτη του ταινία και οι Xmen αναγεννήθηκαν και παρέδωσαν ένα ισχυρό τέλος στην ιστορία τους (ο Spiderman από την άλλη συνέχισε την κατρακύλα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Με την είσοδο του Σεπτέμβρη, ένα άγνωστο κόμικ της γαλέρας της Marvel έρχεται να προστεθεί στη φετινή «υπερηρωική» παραγωγή, με μεγάλο ρίσκο αλλά αναγνωρίσιμους ηθοποιούς.

Πρέπει να δοθούν εύσημα στη Marvel για τη γενναία της κίνηση να εμπιστευτεί ένα σχεδόν άσημο κόμικ και έναν όχι απόλυτα συμβατικό σκηνοθέτη με ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για τη δημιουργία μιας ταινίας, κάτι που άλλοι πιθανόν να μη διανοούνταν. Όμως οι Φύλακες του Γαλαξία ήταν προδιαγεγραμμένο να κάνουν τη διαφορά. Οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες, η απλή υπόθεση που δεν το παίζει ξύπνια μα ούτε νομίζει πως το κοινό αποτελείται αποκλειστικά από νήπια, το έντονο χιούμορ και η πολύχρωμη σκηνοθεσία το μετατρέπουν από αλλοτινό cult franchise σε instant classic που σίγουρα θα θυμόμαστε.

Έχουμε καιρό να δούμε μια «συμμορία» που τα μέλη της αν και διαφορετικά δένουν τόσο καλά μεταξύ τους. Τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες-τέσσερις διαφορετικές ιστορίες που «παντρεύονται» συγκρούσεις, με εντάσεις, με χιούμορ και, εν τέλει με συγκίνηση. Όχι μια βαθιά και υπαρξιακή, μα μια (καλώς εννοούμενη) αφελή, δοκιμασμένη συγκίνηση που θυμίζει τα μεγάλα blockbuster και τους λόγους που ακόμα και σήμερα τα βρίσκουμε σε year end λίστες. Και επιπλέον, το μεγάλο πριμ του σεναρίου, το διαρκές ξύπνιο και καθόλου σαχλό χιούμορ του που μοιάζει να μη σταματάει ούτε στιγμή.

Ευχάριστη είναι και η αισθητική της ταινίας. Αντί να προσπαθήσει να το παίξει σκοτεινή και «ενήλικη», αφήνει τα χρώματα να την πλημμυρίσουν, ντύνει τη δράση με εκρηκτικές χορογραφίες και απίστευτα εφέ, με πιασάρικο soundtrack και με καμία διάθεση παράταιρων πειραματισμών. Αν ξέρεις να χτίζεις κάτι απλά και λειτουργικά, δε χρειάζεται να το πήξεις στη φανφάρα, μπράβο στον James Gunn που το καταλαβαίνει.

Δε νομίζω να υπάρχει κάποιος που να μην την ευχαριστηθεί για την τιμιότητα και το δυναμισμό της. Απευθύνεται σε άπαντες τους εραστές του καλόψυχου και καλοζυγισμένου εμπορικού κινηματογράφου που ακόμα μπορούν να συναρπάζονται από το διάστημα και τα πιστόλια λέιζερ. Και σε όλους όσους θέλουν να ανακαλύψουν περί τίνος ο λόγος, τελικά. 

The Lunchbox ***1/2**

Ινδία, Γερμανία, Γαλλία, ΗΠΑ, 2013, Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Ritesh Batra

Πρωταγωνιστούν: Irrfan Khan, Nimrat Kaur, Nawazuddin Siddiqui

Διάρκεια: 104’

Στην πολυπληθή πόλη της Μουμπάι, δύο μοναχικοί άνθρωποι θα ενωθούν με τρόπο αφάνταστο: με ένα κουτί φαγητού. Η Ila μαγειρεύει το γεύμα του αχάριστου άντρα της μα αυτό παραδίδεται στον χήρο Saajan, ο οποίος κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί. Οι δύο άγνωστοι θα αρχίσουν να ανταλλάζουν γράμματα και να εκμυστηρεύονται τις μύχιες σκέψεις τους μέσω του ίδιου σκευάσματος σε καθημερινή βάση. Παρά τα όποια σεναριακά σκαμπανεβάσματα, το πρωτόλειο του Ritesh Batra εντυπωσιάζει με τη σκηνοθεσία του και αφήνει μεγάλες υποσχέσεις για την πορεία του.

Το θέμα της ψυχρής, ανώνυμης μεγαλούπολης με τα εκατομμύρια κατοίκων και την ελάχιστη επαφή, που αιφνίδια μέσα της γεννιέται η τρυφερότητα πιάνει και περνά στο σελιλόιντ ο Batra στην πρώτη του ταινία, The Lunchbox. Ενδιαφέρεται, όπως πολλοί άλλοι πριν απ’ αυτόν για την γέννα της ανυπομονησίας, τις δεύτερες ευκαιρίες, την κατακρήμνιση των εμποδίων και απλώνει μια φιλάνθρωπη χείρα ελπίδας στο κοινό του.

Τέτοιος είναι, όμως, ο ενθουσιασμός του με το παρόν ζήτημα που αφήνεται (για να μην πούμε παραφήνεται) στο όλο ρομαντικό κλίμα της ιδέας του που ξεχνά να δώσει την ίδια βάση στο σενάριο με αυτή που δίνει στη σκηνοθεσία. Η καθόλου πρωτότυπη μα απόλυτα ευχάριστη ιδέα του αρχικά συνεπαίρνει. Μπορούμε να αισθανθούμε ένα ξάφνιασμα, τον ενθουσιασμό και την πνευματική εξιδανίκευση που χτίζουν ο ένας για τον άλλον. Και όλα αυτά σε ένα νατουραλιστικό φόντο, με μεγάλη προσοχή στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, με προσεκτική καταγραφή των εικόνων, των οσμών, των ήχων που συναπαρτίζουν τους δρόμους της ινδικής μεγαλούπολης. Έτσι, από ένα απλό παιχνίδι του μετεικάσματος, μετατρέπεται σε ένα σύνολο που αφορά σε όλες τις αισθήσεις, αλλά και στα συναισθήματα. Γεμάτο  ευφυή σκηνοθετικά ευρήματα, τα οποία ενισχύουν την εντύπωση των παράλληλων βίων των πρωταγωνιστών. Δε θα ήταν μεγάλο ατόπημα να πούμε πως η ματιά του Batra έχει κάτι από την οξυδέρκεια του Kechiche, χωρίς ωστόσο (προς το παρόν) να τον φτάνει.

Όσο προχωράει, όμως, η ταινία, ο νατουραλισμός σιγά-σιγά αντικαθίσταται από μια μελοδραματική τάση. Οι φυσικοί ήχοι αρχίζουν να μειώνονται, χάριν ενός όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένου soundtrack, οι παραβολές στην καθημερινότητα των ηρώων μπολιάζονται με στομφώδεις μεγαλοστομίες ρομαντισμού και, τελικά, οι άνθρωποι καταλήγουν να μη φαίνονται τόσο χειροπιαστοί όσο γεννήματα μιας ρομαντικής πένας που στην πορεία ξέχασε το αληθοφανές χάριν του φανταστικού. Ο ρυθμός κάποια στιγμή (δεδομένης και της δομής της ταινίας) χάνει τη σταθερότητά του και αρχίζει να τραβάει κάποια σημεία περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Όμορφη, π.χ., η δευτερεύουσα πλοκή του δεσίματος του Saajan με τον νεαρό προστατευόμενό του, μα θα μπορούσε να είναι λιτότερη και περισσότερο ουσιώδης.

Αν σας άρεσε το Μαίρη και Μαξ, εδώ θα βρείτε κάτι αντίστοιχο. Προφανώς όχι ίδιου διαμετρήματος, μα το ότι θα σας προξενήσει παρόμοια συναισθήματα είναι δεδομένο. Δείχνουμε επιείκεια για όσα «λάθη» μειώνουν το ποιοτικό βάρος, καθώς –μην ξεχνιόμαστε- πρόκειται περί ντεμπούτου και ανανεώνουμε ορεξάτοι το ραντεβού μας με τον σκηνοθέτη στην επόμενη ταινία του. Σιδεροκέφαλος. 

Στην επόμενη σελίδα: Ο Νο1 Καταζητούμενος, Παίζοντας με τη Φωτιά, Step Up 

Page: 1 2

Φοίβος Κρομμύδας

Share
Published by
Φοίβος Κρομμύδας