Dr Strange: Η πιο trippy ταινία της Marvel είναι και μια απ’ τις πιο συμβατικές της

Doctor Strange (3/5)

Περιπέτεια φαντασίας σε σκηνοθεσία Scott Derrickson και σενάριο του ιδίου και των John Spaiths και C Robert Cargill, με τους Benedict Cumberbatch, Tilda Swinton, Chiwetel Ejiofor και Mads Mikkelsen, διάρκειας 115 λεπτών, παραγωγής 2016 σε διανομή Feelgood Entertainment

Ιδιοφυής νευροχειρουργός ξεκινά ταξίδι στην Ανατολή για να βρει γιατρικό για το ατύχημα που αφήνει τα χέρια του άχρηστα, αντ’ αυτού όμως βρίσκει σέχτα που του αποκαλύπτει τις πολλαπλές διαστάσεις της πραγματικότητας, και του ανοίγει το δρόμο για να γίνει υπερήρωας. Απ’ αυτούς με την κάπα.

Δεκατέσσερις είναι, σε περίπτωση που είχες χάσει το μέτρημα: δεκατέσσερις ταινίες έχει ξεφουρνίσει η Marvel, μετρώντας κι αυτήν την φετινή, από τότε που μετέτρεψε το υπερηρωικό σύμπαν της βιβλιοθήκης της σε κινηματογραφικό χρυσωρυχείο, με Thor, Hulk, Captain America, Ant Man, Guardians of the Galaxy και συλλογικούς Avengers να έχουν κατακλύσει τις κινηματογραφικές οθόνες της τελευταίας δεκαετίας, στην πλειοψηφία τους από δυο και τρεις φορές ο καθένας. Αρχής γενομένης, φυσικά, απ’ τον Iron Man: την ταινία που, εκτός του ότι πήρε τον Robert Downey Jr από τη στοίβα με τα αζήτητα και τον μετέτρεψε σε έναν απ’ τους πιο κερδοφόρους ηθοποιούς της γενιάς του, αποτέλεσε και το μεγάλο στοίχημα, που έδωσε στη Marvel το μπούσουλα με τον μαγνητικό βορά στραμμένο στην επιτυχία. Είναι ενδιαφέρον λοιπόν ότι με το Dr Strange, η Marvel μοιάζει να ολοκληρώνει πλήρη κύκλο, και να επιστρέφει άλλη μια φορά στα βασικά: φτυσμένος απ’ τη μοίρα ελπιδοφόρος εργένης, ψάχνει στα μύχια της ψυχής του τις εσώτερες δυνάμεις του, κι όπως κοιτάζει προς τα μέσα του βλέπει το σύμπαν σ’ όλο το φωτεινό του μεγαλείο, κομπλέ με τις δυνάμεις του κακού που θέλουν να το φάνε. Και μέσα από εκπαίδευση, από δοκιμές και λάθη, λίγο από σχέδιο λίγο από τύχη, γίνεται ο ίδιος φάρος του φωτός, που το σκοτάδι θα ξορκίσει. Κάπως λίγο σαν τον Iron Man δηλαδή, ή κάθε συμβατικό origin story υπερήρωα βασικά.

Το λες ωστόσο λογικό να επιστρέφουν στη συμβατική απλότητα, μια που εκτός από καινούριο ήρωα, ο Scott Derickson κι οι σεναριογράφοι του αναλαμβάνουν να μάς συστήσουν και έναν κόσμο ολόκληρο, ή έστω εκδοχές καινούριες ενός κόσμου σχετικά γνωστού. Επιδεικνύοντας την ξεκάθαρα πιο τολμηρή και ριψοκίνδυνη εικονογράφηση που έχει περάσει ποτέ απ’ το συλλογικό υποσυνείδητο της Marvel σκέψη να επιχειρήσει, το Dr Strange είναι ένα όνομα και πράγμα αλλόκοτο, θαυμάσιο δημιούργημα, με εικαστικές αναφορές σε σουρεάλ μαέστρους του υποσυνείδητου ψυχισμού και του ψυχοτρόπου υπερβατισμού, κι οι εικόνες που συνθέτουν τα εφέ της εταιρείας, καταφέρνουνε κατά καιρούς να υπερβούν τη φόρμα τους, και να μετατραπούν σε ψηφιακά εικαστικά μεγαλουργήματα από μόνες τους. Όχι πάντα σίγουρα, και δυστυχώς όχι για πολύ, γιατί πρέπει να υπηρετήσουνε και μια πλοκή, κι είναι αυτό το ατυχές πάντρεμα της τόλμης με τη φορμουλαϊκότητα, που καταδικάζει την πιο trippy ταινία στην ιστορία της εταιρείας, να είναι και μια απ’ τις πιο συμβατικές της.

Στα πιο χειροπιαστά τους λοιπόν, ή στα πιο λειτουργικά προς το σενάριο αν θες, οι συνθέσεις των ψηφιακών μαέστρων μοιάζουν σαν τα σκίτσα του Escher να πέρασαν απ’ τους υπερυπολογιστές της Pixar (έχοντας κάνει στάση να δουν καναδυό φορές το Inception στην πορεία), αναδεικνύοντας όμως εν τέλει ως πιο εντυπωσιακό απ’ τα εφέ, την άνεση και πλαστικότητα με την οποία η Tilda Swinton, σε πλήρες Master Splinter – mode, σερφάρει ανάμεσα στις πνευματιστικές αρλούμπες που της ζητά να ξεστομίσει το σενάριο, αποσπώντας με την αφοπλιστική ηρεμία του προσώπου της και μόνο, την προσοχή απ’ την αφελή τους σάχλα. Κρίμα που ο ρόλος της ως η Αρχαία δασκάλα του Dr Strange είναι τόσο περιορισμένος (κρίμα που είναι πιο περιορισμένος απ’ του Dr Strange βασικά), αλλά ο πρωταγωνιστής είναι ο Cumberbatch βεβαίως, κι όταν δεν έχει απέναντι την Tilda να τον παίζει μονότερμα, το καθιστά σαφέστερο κι απ’ το σαφές, με την (αιώνια) σαιξπηρική πατημασιά του, κι αυτό το butch bravado στον αέρα του, να δίνει άγκυρα στο παραμύθι με τα μαγικά του.

Σε μια άλλη μία καρμική σύμπτωση πάντως, που συνδέει Dr Strange και Iron Man, ανατριχίλες deja vu προκαλεί το πόσο μοιάζουν οι δυο λευκοί, προνομιούχοι, πλήρως εγωκεντρικοί, παθολογικά ναρκισιστικοί, αλλά κι αλλόκοσμα χαρισματικοί χαρακτήρες, ερμηνευμένοι κι οι δυο από δυο ηθοποιούς οι οποίοι μετατράπηκαν σε διαγαλλαξιακούς αστέρες ενσαρκώνοντας δυο εντελώς διακριτές κι εντελώς αξέχαστες εκδοχές του ίδιου ακριβώς μυθιστορηματικού ήρωα: του Sherlock Holmes. Καρμικών συμπτώσεων εξαιρουμένων πάντως, ο Benedict Cumberbatch έχει να δουλέψει με πολύ μικρότερα περιθώρια αυτοσαρκασμού απ’ τον Downey σ’ αυτό το στα όρια της σοβαροφάνειας σενάριο όπου τον εγκλωβίζουν Derrickson & ΣΙΑ, κι αυτό είναι μάλλον το βαρύτερο των προβλημάτων της ταινίας. Γιατί είναι αυτό που την κρατά απ’ το να απογειωθεί, και να φτάσει τη χαβαλεδιάρκικη ανεμελιά που πάντοτε ξελάσπωνε τις ταινίες της Marvel, όταν βούρκωνε η πλοκή σε δραματουργικά σχήματα μικρότερου εκτόπισματος απ’ αυτό που νομίζαν πως έχουν.


L’ Attesa / Η Μεγάλη Αναμονή (3,5/5)

Ψυχολογικό δράμα υποψήφιο για Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, σε σκηνοθεσία του Piero Messina και σενάριο του ιδίου και των Giacomo Bendotti, Ilaria Macchia, Andrea Paolo Massara (από θεατρικό του Luigi Pirandello), με τις Juliette Binoche και Lou de Laage, διάρκειας 110 λεπτών, παραγωγής 2015 σε διανομή Strada Films

Γυναίκα χάνει το γιο της και ψάχνει παυσίλυπο στην φιλενάδα του που φτάνει την επομένη της κηδείας ανίδεη στο αρχοντικό τους. Προκειμένου να διατηρήσει τη χημεία, της κρατά κρυφό τον θάνατο λέγοντας πως ο γιος της όπου να ‘ναι έρχεται, κι έτσι αρχίζει η μεγάλη αναμονή.

Σαν σε ευθεία αντιπαράθεση με το Complete Unknown (που οι διανομείς δαιμόνια βγάζουν στις αίθουσες την ίδια εβδομάδα), το παρθενικό σκηνοθετικό βήμα του (εκπαιδευμένου υπό τις στιλιστικές εξάρσεις του Paolo Sorrentino) Ιταλού πρωτάρη Piero Messina, παίρνει ένα βαθιά θεατρικό θέμα και του δίνει παλλόμενη κινηματογραφική ζωή: το αυστηρό δράμα δύο χαρακτήρων του (με ελάχιστες παρενθέσεις χαμηλής επίδρασης περιφερειακών χαρακτήρων) σφύζει από κινηματογραφική ζωή, χάρη κυρίως στις συγκρατημένου μεγαλείου σκηνοθετικές συνθέσεις του Messina, ο οποίος δείχνει να κατανοεί πλήρως και βαθιά το θέμα του, ασχέτως αν τα χάνει στο συμμάζεμα του τέλους. Ποντάροντας θριαμβευτικά τη μπάνκα στην μινιμαλιστική ερμηνευτική δεινότητα της Juliette Binoche, ο Messina στήνει ένα αφαιρετικό μπαλέτο ανάμεσα στις δυο ηρωίδες του, εξερευνώντας το πώς «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη», μέσα απ’ την ιστορία μιας γυναίκας που, προκειμένου να κρατήσει λίγη απ’ τη μνήμη του σπλάχνου της ζωντανή, καταφεύγει σ’ έναν ιδιότυπο συναισθηματικό βαμπιρισμό: βρίσκοντας παυσίλυπο στην ανίδεη ερωμένη του γιου της (ερμηνεύει με αξιαγάπητη ζωηρή αφέλεια η Lou de Laage), η ηρωίδα της Binnoche δίνει της απαλές σπρωξιές που χρειάζεται η νεαρή επισκέπτρια ώστε παρασυρθεί σ’ ένα λεπτό γαϊτανάκι παραπλάνησης, που μέσα απ’ τους στροβιλισμούς του θα προκαλέσει στην πενθούσα τη ζαλάδα που χρειάζεται ώστε να χαθεί κι η ίδια στις ψευδαισθήσεις της. Το λεπτό δραματουργικό νήμα που θα μπορούσε να εμπλουτίσει τη λεπτοβελονιά του Messina, με έξτρα ψαχνό για τις τρελές διαδρομές ενός φορτωμένου με τύψεις μυαλού, ξεφεύγει εγκληματικά ανεκμετάλλευτο, ενώ οι θρησκευτικοί παραλληλισμοί (με τις αναφορές σε εσταυρωμένους και παρελάσεις του Πάσχα) προσθέτουν αχρείαστα συμβολιστικά φορτία. Η μεγάλη απογοήτευση όμως παραμονεύει στο φινάλε της Μεγάλης Αναμονής, με τον Messina να καταφεύγει σε υπερβολικές σχηματοποιήσεις και παράτονες μεταφυσικές ευκολίες, που αδυνατίζουν την γλυκόπικρη επίγευση ενός φινάλε τόσο ανοιχτού, όσο κι η μοίρα των ανθρώπων –και δη των τσακισμένων απ’ τη μοίρα τους.


Complete Unknown / Άγνωστοι (2,5/5)

Ψυχολογικό δράμα σε σκηνοθεσία Joshua Marston σε σενάριο του ιδίου και του Julian Sheppard, με τους Rachel Weisz, Michael Shannon, Azita Ghanizada και Michael Chernus, διάρκειας 91 λεπτών, παραγωγής 2016 σε διανομή Spentzos Film

Η τακτοποιημένη ζωή βαριεστημένου υπάλληλου γραφείου που κοντεύει να πάθει ασφυξία από την ασφάλεια της μετριότητας, γίνεται άνω κάτω μέσα σε μια βραδιά, όταν εμφανίζεται απ’ το πουθενά παλιό του αίσθημα που είχε για νεκρό, κι έχει περάσει την τελευταία δεκαετία γυρίζοντας τον κόσμο κι αλλάζοντας ταυτότητες. 

How does it feel to be without a home, like a complete unknown, like a rolling stone? Διάσημες απορίες γνωστού νομπελίστα, οι στίχοι του Bob Dylan αποτελούν την κρυμμένη έμπνευση όχι μόνο του κρυπτικού τίτλου της ταινίας, αλλά κι ολόκληρου του υπαρξιακού ερωτήματος που παραφυλάει πίσω απ’ αυτό το περιορισμένης σκηνοθετικής διεισδυτικότητας, αλλά πλούσιου σεναριογραφικού δυναμικού ψυχολογικό δράμα. Μοστράροντας υποσχέσεις για αποκάλυψη όλης της γνώσης του κόσμου, από μια ηρωίδα που τον έχει γυρίσει απ’ άκρης σ’ άκρη κι ύστερα πάλι πίσω, ο Joshua Marston ανταλλάσσει τον κοινωνικό ρεαλισμό του πολυβραβευμένου του Maria Full of Grace (Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου και υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Γυναικείου το 2005), με μια πιο γυαλιστερή, μπουρζουά παλέτα, που προσπαθεί να χρωματίσει τους κρίκους της αστικής αλυσίδας του μικροαστικού ονείρου για απόδραση. Τις ψεύτικες ελπίδες που συντηρούν πειθήνια τα λευκά κολάρα της Αμερικής, τις σκιαγραφεί περίφημα και διακριτικά ο σκηνοθέτης, η αληθινή του ηρωίδα όμως, μια ζωντανή ενσάρκωση του αντικομφορμιστικού ιδεώδους μιας ζωής εκτός του χάρτη, παραμένει τόσο μυστήρια κι ανεξερεύνητη, όσο την πρώτη φορά που μάς συστήνεται. Με μόνο καύσιμο ουσιαστικά τις σεισμογραφικής ακρίβειας ερμηνείες της Rachel Weisz πρωτίστως, που ενεργοποιεί την άβυσσο ευαισθησίας και εύθραυστης ποιότητας που κρύβει πίσω απ’ τις δυο θάλασσες που έχει για μάτια, και συμπληρωματικά αυτού του ηφαίστειου καταπιεσμένων συναισθημάτων που συγκρατεί μέσ’ στα σφιγμένα του μινίγκια ο Michael Shanon, το (στα όρια της φλυαρίας σε σημεία του) φιλμ του Marston είναι πιο αποτελεσματικό στο να παραθέσει τα ζητήματά του παρά να τα αναλύσει. Κι όπως παλεύει σα μέσα από θολό καθρέφτη να φωτίσει το θέμα του (τον ψυχισμό του ανθρώπου που μαθαίνει τον κόσμο χωρίς να γίνει ποτέ κομμάτι του), έτσι παλεύει να δραπετεύσει κι απ’ τα θεατρικά δεσμά του. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του σκηνοθέτη όμως, να προσδώσει κινηματογραφικότητα στα κλειστοφοβικά δεσμά που πνίγουνε τον άντρα ήρωά του, η περιορισμένη δράση τόσο στο δραματουργικό, όσο και στο ψυχολογικό κυρίως επίπεδο, μετατρέπει μια αρχικά ιδιαίτερα ζουμερή ιδέα, σ’ ένα εν τέλει απογοητευτικά στεγνό φλερτ.


 

Επίσης στις αίθουσες:

Toni Erdmann

Αποξενωμένος πατέρας που προσπαθεί να επανενωθεί με την κόρη του καταφεύγει σε καφριλίκια που δεν θα έκανε ούτε με τον γιο του, όμως κι εκείνη, παρά τη διευθυντική θέση και τα ασορτί ταγεράκια της, αποδεικνύεται κόρη του πατέρα της. Δραματική κομεντί υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα και βραβευμένη από την επιτροπή της FIPRESCI στο Φεστιβάλ Κανών, σε σκηνοθεσία και σενάριο της Maren Ade, με τους Peter Simonischek και Sandra Hüller, διάρκειας 162 λεπτών, παραγωγής 2016 σε διανομή της Seven Films

Olga / Όλγα

Η αληθινή ιστορία της συζύγου του Γερμανοτραφή ηγέτη του βραζιλιανικού κομουνιστικού κινήματος Luis Carlos Prestes, η οποία συνελήφθη από το δικτατορικό καθεστώς του Getulio Vargas και εξορίστικε στη ναζιστική Γερμανία προς εκτέλεση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Βιογραφικό δράμα βραβευμένο με Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αβάνας, διάρκειας 141 λεπτών, παραγωγής 2014, σε διανομή New Star

Ιωσήφ Πρωϊμάκης

Share
Published by
Ιωσήφ Πρωϊμάκης