ΣΙΝΕΜΑ

Τα Πάντα Όλα: Είναι στ’ αλήθεια η ταινία της δεκαετίας;

Έχουν γραφτεί χιλιάδες λέξεις (αρκετές από αυτές και από εμάς) για το μέλλον του σινεμά σε ένα μετα-πανδημικό τοπίο, υπαγορευμένες κατά πολύ από τα αντανακλαστικά των στούντιο απέναντι στη νέα πρόκληση, τα οποία όσο άμεσα είναι, άλλο τόσο είναι και ρευστά. (Τελευταία εξέλιξη: ο CEO της εταιρείας Imax χαρακτήρισε ως προσωρινό “πείραμα που ολοκληρώθηκε” το μοντέλο της ταυτόχρονης κυκλοφορίας των μπλοκμπάστερ σε αίθουσες και streaming, επαναφέροντας το πλαίσιο συζήτησης μόνο στα σινεμά.)

Και ενώ τα τελευταία χρόνια όλοι μοιάζουν πεπεισμένοι για τη διπλή συμφορά της επιβίωσης στα ταμεία μόνο των υπερηρωικών υπερθεαμάτων και του θανάτου των πρωτότυπων ιδεών, μια ανεξάρτητη ταινία χωρίς χολιγουντιανούς A-listers, άνευ προϋπάρχουσας προέλευσης και με ασιατική σφραγίδα διανύει πρωτοφανή εμπορική, καλλιτεχνική και cultural πορεία: το Τα Πάντα Όλα (όπως είναι ο ελληνικός τίτλος του Everything Everywhere All At Once – όχι ότι σε άλλες χώρες τα έχουν πάει καλύτερα στη μετάφραση), με την Μισέλ Γέο (Τίγρης και Δράκος) να μεταπηδά σε διαφορετικά σύμπαντα για να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά της, φτάνει το ένα ορόσημο μετά το άλλο από την πρεμιέρα του τον περασμένο Μάρτιο στο φεστιβάλ SXSW.

“Η ταινία με τις καλύτερες κριτικές της δεκαετίας” στο Rotten Tomatoes, νούμερο 1 όλων των εποχών στο Letterboxd, “βαθμολογημένη με πάνω από 9” στο IMDB το προηγούμενο διάστημα (αυτή τη στιγμή η βαθμολογία βρίσκεται στο 8.8), απανωτά τουίτ ενθουσιασμού φαινομενικά από κάθε διάσημο με Twitter (από σκηνοθέτες όπως ο Μπάρι Τζένκινς και η Λίλι Γουατσόφσκι μέχρι την Ριζ Γουίδερσπουν, που βασικά ισοδυναμεί με το βαρόμετρο της mainstream απήχησης). Ακόμα και εκείνοι που δεν είναι στο Twitter, όπως οι Σπάιντερμαν Τόμπι Μαγκουάιρ και Άντριου Γκάρφιλντ, κατέληξαν να γίνονται viral απλώς γιατί… πήγαν να δουν την ταινία. Το εντυπωσιακό είναι ότι η συναίνεση κριτικών και επωνύμων μεταφράζεται και σε εισπράξεις, με το Τα Πάντα Όλα να έχει οδεύει στα 30 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις ΗΠΑ, με την ώθηση του word of mouth και φυσικά του αλάνθαστου μάρκετινγκ της arthouse εταιρείας διανομής Α24 (Lady Bird, Uncut Gems, Moonlight), της οποίας η δέσμευση στο μοντέλο διανομής που βάζει προτεραιότητα στους κινηματογράφους, συνεχίζει να αποδίδει καρπούς και να αυξάνει ολοένα και περισσότερο τη δύναμή της στη βιομηχανία.  

Είναι πιθανό ο απροετοίμαστος θεατής να πλησιάσει με καχυποψία το Τα Πάντα Όλα μετά από όλο αυτό το φεστιβάλ Υπερθετικού Βαθμού. Άλλωστε το κοινό, συνηθισμένο πια στην ταυτόχρονη πρόσβαση στα πάντα (και στις απόψεις για αυτά), ενεργοποιεί σήμερα πιο εύκολα τον κυνισμό του. Όμως ένας μονόκερος σαν το Τα Πάντα Όλα έχει στο οπλοστάσιό του αμέτρητα ευρήματα και τα χρησιμοποιεί πανέξυπνα και ανεξάντλητα. Η ταινία παρακολουθεί τι συμβαίνει όταν η Έβελιν (Γέο), μητέρα μιας απογοητευμένης έφηβης (Στέφανι Σου, η Μέι από το The Marvelous Mrs. Maisel) και ιδιοκτήτρια ενός καθαριστηρίου μαζί με τον άντρα της (Κε Χούι Κουάν, παιδί-σταρ των 80s και είδωλο στους ρόλους του στο δεύτερο Ιντιάνα Τζόουνς και τα Goonies που εδώ κάνει μεγαλειώδη επιστροφή στη μεγάλη οθόνη έχοντας δουλέψει πριν ως βοηθός του Γουόνγκ Καρ Γουάι στο 2046), μαθαίνει ότι είναι η τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας απέναντι σε μια απειλή για όλο το πολυσύμπαν: την εναλλακτική εκδοχή της κόρης της, που έχει αφομοιώσει όλη τη γνώση της ανθρωπότητας και έχει αποφασίσει ότι το νόημα της ζωής είναι ένα μεγάλο τίποτα. Από εκεί, ξεκινά μια εξωφρενική περιπέτεια/κωμωδία πολεμικών τεχνών που δοκιμάζει τους κανόνες του χωροχρόνου, αναζητά φιλοσοφικές απαντήσεις στα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα, καταφεύγει σε παιδιάστικο, ακόμα και χυδαίο χιούμορ, χρησιμοποιεί με παρανοϊκό τρόπο την Τζέιμι Λι Κέρτις, αποτίει φόρο τιμής σε μια τεράστια γκάμα κινηματογραφικών προκατόχων από την Ερωτική Επιθυμία και το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος μέχρι το Matrix και τον Ρατατούη, ταυτίζει το κοσμογονικό με το ασήμαντο και, ανάμεσα σε όλα αυτά, καταφέρνει να προσγειωθεί θεαματικά ως μια οικουμενική, αλλά και τόσο μικρή, ιστορία για την οικογένεια και τη μετανάστευση.

Οι σκηνοθέτες της ταινίας, Ντάνιελ Κουάν και Ντάνιελ Σάινερτ (το δίδυμο Daniels που έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το Swiss Army Man και ευθύνεται για μερικά από τα πιο πολυσυζητημένα βίντεο κλιπ των τελευταίων ετών, όπως το “Turn Down For What” των DJ Snake & Lil Jon) κάνουν κάτι αντίστοιχο με το να φτιάξουν σαΐτες από πτυχία Φυσικής, να τα καταπιούν και να τα ξαναβγάλουν ως άψογα οριγκάμι: στο εξωφρενικό τους ταξίδι, πετούν τα πάντα στον τοίχο και παραδόξως κολλάνε όλα, ενώ οι πιο ήρεμες και στοχαστικές στιγμές της ταινίας προκαλούν τη μεγαλύτερη συναισθηματική αντίδραση (“just be a rock”). Οι faux φιλοσοφικές προεκτάσεις της ταινίας και το χορογραφημένο ξύλο θα μπορούσαν να αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα του καθενός που προσπαθεί να βρει τη γωνίτσα του μέσα στο χάος και να κρατηθεί από τις ελάχιστες σχέσεις που αξίζουν στη ζωή του. Γιατί σε ένα κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι έχουν λουκάνικα αντί για δάχτυλα χεριών, τι μπορούν να κάνουν; Θα παίζουν πιάνο με τα πόδια τους.   

Μάρα Θεοδωροπούλου

Share
Published by
Μάρα Θεοδωροπούλου