ΣΙΝΕΜΑ

Για τον Μάικλ Μαν, το Ferrari αποτελεί καθρέφτη της αληθινής ζωής

Για ένα σκηνοθέτη σαν το θρυλικό Μάικλ Μαν, που έχει βρει τη σωστή κινηματογραφική γλώσσα για να εμβαθύνει στην περίπλοκη αντρική φύση με modern classics όπως η Ένταση, το The Insider και Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, μια ταινία σαν το Ferrari αποτελεί φυσική προέκταση της μοναδικής φιλμογραφίας του. Βασισμένο στη βιογραφία “Enzo Ferrari: The Man, The Cars, The Races, The Machine”, το Ferrari παρακολουθεί μόλις λίγους μήνες στη ζωή του Έντσο Φεράρι, που υποδύεται με στιβαρότητα και πάθος ο Άνταμ Ντράιβερ, και συγκεκριμένα το επεισοδιακό, τραγικό καλοκαίρι του 1957, με φόντο την προετοιμασία για τη συμμετοχή στον ιταλικό αγώνα δρόμου Mille Miglia.

Πριν λίγες εβδομάδες, ο σπουδαίος σκηνοθέτης βρέθηκε στο BFI Southbank του Λονδίνου για να μιλήσει για την ταινία, αλλά και ολόκληρη την καριέρα του, λίγο πριν την ειδική προβολή της για πρώτη φορά μετά το κινηματογραφικό Φεστιβάλ της πόλης. 

Ο Μαν, που προσπαθούσε επί 25 χρόνια να πραγματοποιήσει αυτή την ταινία, βρήκε συναρπαστικό το βιβλίο, αλλά και τους παραλληλισμούς του με την κανονική ζωή. “(Το ενδιαφέρον μου για την ταινία) ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από μένα, τον Σίντνεϊ Πόλακ και τον Τρόι Κένεντι Μάρτιν, το σεναριογράφο που έκανε εξαιρετική δουλειά στην περιγραφή του χρυσού στην καρδιά του Φεράρι,” λέει ο Μαν. “Πέρασε από διάφορες ενσαρκώσεις και αναθεωρήσεις, αλλά η κεντρική “ψυχή” του πιστώνεται στον Τρόι. Και δεν οφειλόταν στα αυτοκίνητα ή στον ίδιο τον Έντσο Φεράρι, αλλά στο ότι επρόκειτο για ταραχώδη, μελοδραματικά, οπερατικά γεγονότα που συνέβησαν πραγματικά στους ανθρώπους αυτούς μέσα σε τρεις μήνες το 1957. Ήταν μια θάλασσα από αντιφάσεις. Η απάντηση είναι ότι οι ζωές τους είχαν τη νευρικότητα, την ασυμμετρία, το χάος που έχει γενικά η ζωή. Η τακτοποιημένη επίλυση των προβλημάτων συμβαίνει μόνο στις ταινίες, όχι στην αληθινή ζωή. Εδώ, λοιπόν, κατάφερε να υπάρχει μια ιστορία με αρχή, μέση και ένα τέλος που ολοκληρώνεται με μια παραδοχή του Φεράρι (δεν θα πω ποια είναι), αλλά ταυτόχρονα η ασυμμετρία, η μη επίλυση παραμένει. Βασικά έχει δύο οικογένειες και μόλις έχασε το γιο του, τον Ντίνο, νωρίτερα.”

Μπορεί η ταινία να επικεντρώνεται κυρίως στην ατσάλινη προσωπικότητα του Φεράρι, όμως η φωτιά που καίει στην καρδιά της ανήκει στη σύζυγό του, Λάρα, που υποδύεται μια σαρωτική Πενέλοπε Κρουζ, σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες ερμηνείες της ζωής της. Κλέβει τις λίγες σκηνές στις οποίες εμφανίζεται και προσγειώνει συναισθηματικά μια ταινία που είναι προσαρμοσμένη στους ρυθμούς ενός εμμονικού άντρα. “Αυτός και η Λάρα ήταν μαζί από τη δεκαετία του 1920 και είναι παραδομένη στη θλίψη της αλλά είναι μια ζωηρή, δυνατή, δυναμική γυναίκα,” λέει για την Λάρα ο Μαν. “Είναι φυλακισμένη στο πένθος της και το ίδιο κι εκείνος, αλλά αντ’ αυτού κινείται προς το καινούργιο, το επόμενο, στο παρόν και το μέλλον. Τον ρώτησαν κάποτε ποιο είναι το αγαπημένο του αυτοκίνητο και είπε ‘το επόμενο’.

Η εταιρεία είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας γιατί το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αγωνιστική ομάδα. Ξεκίνησε ως οδηγός αγώνων και έχει αυτή την εθιστική νοοτροπία στην έκσταση του αγώνα. Και την ίδια στιγμή, η Λάρα έχει τη μισή εταιρεία και ανακαλύπτει τη δεύτερη οικογένεια και το νόμιμο γιο του, τον Πιέρο, τον οποίο γνωρίζω εδώ και περίπου 25 χρόνια… Είναι, λοιπόν, μια πολύ οπερατική ιστορία.” 

Πέρα από το ανθρώπινο δράμα, η ταινία φορτσάρει και όταν στρέφεται στους συγκλονιστικούς αγώνες ταχύτητας, για τις οποίες σχεδιάστηκαν που τοποθετήθηκαν μέσα στα αυτοκίνητα και να νιώθει ο θεατής ότι είναι μαζί με τους πιλότους. Για τον Μαν, αυτό ήταν σημαντικό, αν και η ταινία δεν περιορίζεται απλώς σε ένα αγωνιστικό θέαμα — πρόκειται να είναι ένα συναρπαστικό πορτρέτο φιλοδοξίας, αποφασιστικότητας και αδιάκοπης αναζήτησης της τελειότητας στο πλαίσιο της ασυνήθιστης ζωής ενός ανθρώπου. “Ένας σκηνοθέτης θα είχε αναρωτηθεί ‘πώς θέλω να βιώσει το κοινό τον αγώνα;’ και εγώ δεν ήθελα την εξωτερική παρατήρηση, ένα μακρύ φακό, όμορφα αυτοκίνητα στις στροφές των δρόμων, ήθελα το ακριβώς αντίθετο,” λέει σχετικά με την προσέγγισή του. “Δηλαδή την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμπειρία του να είμαι στο αυτοκίνητο, να οδηγώ το αυτοκίνητο και να σε βάζω σε αυτή τη θέση, που σημαίνει πολλά πράγματα. Ποτέ δεν παρακολουθείς τι κάνει το πλήθος όταν αγωνίζεσαι ή όταν οδηγείς. Είσαι συγκεντρωμένος μέχρι να συμβεί το επόμενο πράγμα. Αυτή η πλήρης εξάλειψη του κόσμου σε ρίχνει σε ένα είδος διαλογισμού μερικές φορές όταν όλα λειτουργούν κι έτσι δεν παρακολουθείς την ταραχή που συμβαίνει γύρω σου.

Οι Φεράρι εκείνης της περιόδου ήταν οι πιο προηγμένες τεχνολογικά, αλλά η τεχνολογία το 1957 ήταν ότι τα αυτοκίνητα ήταν πολύ ισχυρά, αλλά δεν είχαν χαρακτηριστικά ασφαλείας. Δεν είχαν φρένο, τα ελαστικά ήταν φαρδιά, πράγμα που σήμαινε ότι ή θα ελέγχεις πώς θα είσαι απόλυτα τέλειος ή το αυτοκίνητο θα σου φύγει. Στην ταινία, υπάρχει ένα ατύχημα στο οποίο σκοτώνεται ο Καστελότι, ένας καλός οδηγός που μόλις είχε κάνει ρεκόρ. Έβλεπες τον φίλο σου να σκοτώνεται —το ποσοστό θνησιμότητας ήταν υψηλό— την Κυριακή, λες ‘αυτό είναι, δεν θα οδηγήσω ποτέ ξανά’, αλλά μέχρι την Τετάρτη έχεις επιστρέψει στις στις δοκιμές και την επόμενη Κυριακή είσαι πάλι πίσω από το τιμόνι. Αυτή ήταν, λοιπόν, η φύση του Έντσο. Αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει οδηγός αγώνων στα 19, περίπου το 1918, και αυτό το έκανε στη δεκαετία του 1920 και στη συνέχεια ήταν επικεφαλής της ομάδας αγώνων Alfa Romeo. Ήταν στο αίμα του και έφτιαξε αρκετά επιβατικά αυτοκίνητα για να χρηματοδοτήσει τους αγώνες γιατί αυτό τον ενδιέφερε.

H ταινία Ferrari κυκλοφορεί στις αίθουσες από την The Film Group.
Μάρα Θεοδωροπούλου

Share
Published by
Μάρα Θεοδωροπούλου