«Εκείνη η μεταβατική ηλικία, όπου δεν είσαι πια παιδί αλλά δεν έχεις ακόμη τα εργαλεία του ενήλικα, με συγκινεί.» Με αυτή τη σκέψη στο μυαλό, ο Γιώργος Γεωργόπουλος έφτιαξε την «Πάττυ». Μια ταινία αληθινή, συγκινητική, που δίνει με εξαιρετικό τρόπο τον ανήσυχο ψυχισμό μιας έφηβης που όχι απλώς μπαίνει στον κόσμο των ενηλίκων, αλλά έχει να αντιμετωπίσει προκλήσεις και να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις. Η Δάφνη –ή Πάττυ, όπως είναι το παρατσούκλι της- βρίσκεται ξαφνικά από την Ικαρία στην Αθήνα, από το ήσυχο οριοθετημένο περιβάλλον ενός νησιού στην πολύβουη γεμάτη προτάσεις, πειρασμούς και ποικιλία ζωής, πρωτεύουσα. Ταλαντούχα αθλήτρια του τζούντο έρχεται για να προπονηθεί με στόχο τους προκριματικούς για τους Ολυμπιακούς αγώνες και βρίσκεται μπροστά σε τεράστιες αλλαγές στη ζωή της. Από τον ασφαλή θαλασσινό μικρόκοσμό της στην μεγάλη, γεμάτη δυσκολίες, εμπόδια, ανασφάλεια, ίντριγκες, απολαύσεις και πειρασμούς κοινωνία. Από την απλή προπονητική ζωή στον πρωταθλητισμό και τον ανταγωνισμό. Από την ξεγνοιασιά και τη χαλάρωση στην εκμάθηση των ορίων και της πειθαρχίας που θα φέρουν την ανάταση και την ουσιαστική ελευθερία. Από το “παιχνίδι” στην έντονη αφύπνιση της σεξουαλικότητας. Από την εφηβεία στην ενηλικίωση δηλαδή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όλα συμβαίνουν ραγδαία και η παιδική αθωότητα θα χαθεί για πάντα σε μια τσίχλα κολλημένη στα μαλλιά του αντιπάλου.
Φιλίππα Κουτούπα, Μορτ Κλωναράκης σε σκηνή της ταινίας ©Yannis_Drakoulidis
Συγκινητικό, ρεαλιστικό, σημερινό, γεμάτο ένταση και αλήθεια, το «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους, είναι, όπως λέει ο σκηνοθέτης, «μια απόπειρα επανεξέτασης των “αθλητικών ταινιών» (Sports Films), ένα είδος ταινιών με το οποίο μεγάλωσα. Η ιστορία της Πάττυ είναι μια ιστορία γύρω από την σχέση μεταξύ ενός Sensei (Δάσκαλος Τζούντο) και ενός Τζουντάκα (μαθητή τζούντο) – μια ιστορία αρχετυπική». Και παράλληλα είναι και μια ιστορία coming of age, μια ιστορία για όσα κρύβονται στα «αποδυτήρια», για τις δολοπλοκίες που μπορούν να σε τυλίξουν στις αλυσίδες τους, για την κακοποίηση που μπορεί να σε τραυματίσει για όλη σου τη ζωή αλλά και για τις σωματικές επαφές ενός αθλήματος που εύκολα μπορεί να παρερμηνευθούν, για τις σχέσεις και τις φιλίες που δεν σπάνε ποτέ όταν είναι αληθινές.
Η θαυμάσια φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη δίνει ζωή στις εντυπωσιακές εικόνες του λιμανιού, των γερανών, των φορτίων του Περάματος, δημιουργώντας ατμόσφαιρα που σε παίρνει μαζί της λες κι είσαι εκεί, δίπλα στη Δάφνη με το φωτεινό χαμόγελο την ώρα που τρέχει να προλάβει το όνειρό της, σκουπίζοντας τα δάκρια (αποκάλυψη στον ρόλο ο Μορτ Κλωναράκης). Η ατίθαση Δάφνη αντιμετωπίζει με τον δικό της τρόπο τα προβλήματά της, ακούει εκείνους που πραγματικά την αγαπούν, αλλά παίρνει τις τελικές αποφάσεις μόνη της. Η νίκη δεν είναι πάντα η λύση, αλλά το να κάνεις το σωστό φέρνει τη λύτρωση.
«Δεν είσαι κοριτσάκι πια. Πεντακόσια γραμμάρια η διαφορά από την παλιά Δάφνη στην καινούργια», της λέει ο προπονητής Γιούρι –ο αγαπημένος, πάντα εξαιρετικός Βαγγέλης Μουρίκης του δίνει σάρκα και οστά με μια στωικότητα που συναρπάζει- πριν την τελική αναμέτρηση με την αντίπαλό της, τόσο στη ζωή όσο και στον αγώνα.
Ο σκηνοθέτης στην τρίτη ταινία του, μετά τα θαυμάσια και πολύ διαφορετικά «Tungsten» και «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για κάτι Πολύ Σοβαρό», αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης που συνδυάζει τη σωματική ένταση του αθλητισμού με τη συναισθηματική ένταση της εφηβείας, μέσα από άτομα που ακόμη μια φορά αντιμετωπίζουν οριακές καταστάσεις, αλλά ξέρουν είτε από ένστικτο είτε από πείρα πως στο τέλος η μεγαλύτερη μάχη δεν δίνεται στο τατάμι, αλλά μέσα μας.
Ο σκηνοθέτης στα γυρίσματα της ταινίας -στο τατάμι του τζούντο.
Τι σου έδωσε την αφορμή και την ιδέα να κάνεις την «Πάττυ»? Υπήρξε κάποιο γεγονός συγκεκριμένο που σε οδήγησε να κάνεις μία ταινία πάνω στην ενηλικίωση, με φόντο τον αθλητισμό;
Η «Πάττυ», νομίζω, γεννήθηκε από την επιθυμία να αφηγηθώ μια διαδρομή ενηλικίωσης που δεν είναι γραμμική, που περνά από σύγκρουση και αμφιβολία, αλλά διατηρεί την τρυφερότητα της πρώτης ματιάς απέναντι στον κόσμο. Εκείνη η μεταβατική ηλικία, όπου δεν είσαι πια παιδί αλλά δεν έχεις ακόμη τα εργαλεία του ενήλικα, με συγκινεί.
Ο αθλητισμός προέκυψε γιατί είναι ένας χώρος όπου όλα αυτά γίνονται ορατά και σωματικά. Η ενηλικίωση δεν είναι μόνο ιδέα· είναι σώμα που δοκιμάζεται, που πέφτει, που σηκώνεται, που εκτίθεται. Σε ένα αγωνιστικό περιβάλλον οι σχέσεις εξουσίας, η εμπιστοσύνη, η φιλοδοξία και η απογοήτευση αποκτούν πολύ καθαρά περιγράμματα.
Κάνεις μία ταινία που μιλάει για την ενηλικίωση, τον πρωταθλητισμό, θίγει το θέμα του Μ2… Πώς θα την χαρακτήριζες με 2-3 λέξεις, αν ήθελες να τη προσδιορίσεις;
Νομίζω πως είναι μία ταινία για εκείνη την στιγμή που πρέπει να αποφασίσουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε. Φαντάζομαι πως όλοι έχουμε περάσει από μία τέτοια φάση.
«Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ»: Είναι αλήθεια τόσο πολύ κοριτσίστικο όνομα? Γιατί έδωσες στη Δάφνη (Πάττυ) το συγκεκριμένο υποκοριστικό?
Σε κάθε γενιά υπάρχει μία Πάττυ. Από την Peppermint Patty στα 60s -το αγοροκόριτσο της σειράς κόμικς Peanuts-, το περιοδικό Patty για κορίτσια στα 80s που όμως κρυφοδιάβαζαν και αγόρια, μέχρι την teen αργεντίνικη telenovela των 00’s «Πάττυ: η πιο όμορφη ιστορία» (σ.σ. “Patito Feo”)
Πιστεύεις ότι η Πάττυ ενηλικιώνεται μέσα από μια νίκη ή μέσα από μια απώλεια;
Πιστεύω ότι όλοι ενηλικιωνόμαστε μέσα από τις πιο δύσκολες καταστάσεις. Ή τουλάχιστον συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ενηλικιωθεί. «Θα χάσεις αλλά θα μάθεις», λέει σε μια φάση της ταινίας ο χαρακτήρας του Μουρίκη.
Μορτ Κλωναράκης και Γιώργος Γεωργόπουλος στην πρεμιέρα της ταινίας
Πώς ανακάλυψες τον Μορτ Κλωναράκη και τι ήταν εκείνο που σε έκανε να τον επιλέξεις, ανάμεσα (φαντάζομαι) σε πολλά άλλα παιδιά;
Η διαδικασία ξεκίνησε με open call. Ήρθαν πολλά παιδιά και ο Μορτ έστειλε ένα βίντεο που από την αρχή είχε κάτι αυθόρμητο. Δεν προσπαθούσε να “παίξει” κάτι. Αυτό για μένα είναι πάντα ένα πρώτο, πολύ σημαντικό σημάδι.
Το casting είχε τρία στάδια και ήταν απαιτητικό, γιατί δεν αναζητούσαμε μόνο μια ερμηνεία αλλά και μια φυσική σχέση με το σώμα και τον χώρο. Στο τελευταίο στάδιο βρεθήκαμε στο τατάμι.
Αφού έγινε η επιλογή, δεν μπήκαμε αμέσως στο κείμενο. Πέρασα κάποιες μέρες απλώς συζητώντας μαζί του. Με ενδιέφερε να καταλάβω τον ρυθμό του, τις παύσεις του, τον τρόπο που αντιδρά αυθόρμητα. Όταν ξεκινήσαμε πρόβες, γύριζα συχνά σε εκείνες τις πρώτες συναντήσεις, γιατί ήθελα να προστατεύσω αυτή τη φυσικότητα. Ο χαρακτήρας δεν έπρεπε να έχει τίποτα κατασκευασμένο ή επιδεικτικό. Το ζητούμενο ήταν η αλήθεια και η φρεσκάδα — και αυτό ήταν τελικά που με έκανε να τον επιλέξω.
Τζούντο. Τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το άθλημα και αποφάσισες να το ακολουθήσεις; Σου έδωσε ίσως κάτι που κρατάς μέσα σου για όλη σου τη ζωή;
Το τζούντο προέκυψε αρχικά πολύ οργανικά. Γνώριζα ήδη τον κόσμο του και με ενδιέφερε να κινηθώ σε ένα περιβάλλον που δεν θα ήταν «εξωτερικό» για μένα. Και σεναριακά, όμως, χρειαζόμουν ένα άθλημα όπου η σύγκρουση δεν γίνεται από απόσταση, αλλά σε απόλυτη εγγύτητα. Αυτή η σωματικότητα ήταν βασική για τη δραματουργία.
Ταυτόχρονα, το τζούντο κουβαλάει ένα πολύ συγκεκριμένο ηθικό πλαίσιο. Δεν είναι μια ωμή αντιπαράθεση. Είναι μια διαδικασία που βασίζεται στον σεβασμό και στην πειθαρχία. Υπάρχει ένα τελετουργικό πριν και μετά τη μάχη που σου θυμίζει ότι ο απέναντί σου δεν είναι εχθρός αλλά συνοδοιπόρος στην εξέλιξη.
Με συγκινεί ιδιαίτερα η ιδέα ότι δεν μπορείς να βελτιωθείς χωρίς τον άλλον. Ότι η δύναμή σου εξαρτάται από τη δύναμη που έχεις απέναντι. Αυτή η αίσθηση αμοιβαιότητας —ότι ακόμα και η ήττα είναι μέρος μιας κοινής διαδρομής— είναι κάτι που διαπερνά και την ταινία. Γι’ αυτό το τζούντο δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο ή ως «σκηνικό» δράσης. Είναι ένας τρόπος να μιλήσουμε για τη σύγκρουση, την εμπιστοσύνη και την ενηλικίωση.
Έχω προσπαθήσει να κρατήσω μέσα μου όλη αυτή τη φιλοσοφία της αμοιβαίας ωφέλειας που μου έχει χαρίσει αυτό το άθλημα. Επίσης με έμαθε να διαχειρίζομαι τις ήττες, πράγμα πολύ χρήσιμο όταν κάνεις σινεμά.
©Yannis_Drakoulidis
Μορτ Κλωναράκης, Μελίνα Κοτσέλου σε σκηνή της ταινίας ©Yannis_Drakoulidis
Η σχέση δασκάλου–μαθητή πρωταγωνιστεί στην ταινία. Ήταν για σένα καθοριστικό να την αναδείξεις -καθώς από ότι διάβασα το έχεις βιώσει με τον δικό σου δάσκαλο στο τζούντο…
Ήταν πολύ σημαντικό να την αναδείξω γιατί είναι μία πολύ ιδιαίτερη σχέση. Μπορεί να αποβεί αμοιβαία επωφελής και καθοριστική, μπορεί όμως να αναπτυχθούν μέσα της και εξουσιαστικοί τρόποι αντίληψης. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για έναν δάσκαλο, άνδρα, μεγαλύτερης ηλικίας και μια έφηβη μαθήτρια, στη σημερινή ιδίως εποχή.
Εγώ είχα την τύχη να έχω έναν σπουδαίο δάσκαλο στο judo που με έχει διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό.
«Στον πρωταθλητισμό σκεφτόμαστε μόνο τη νίκη» λέει ο Γιούρι-Βαγγέλης Μουρίκης στην ταινία. Συμφωνείς με αυτό (όντας αθλητής και ο ίδιος);
Αν μιλάμε για μια σκέψη που γίνεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή που κάποιος μπαίνει στον αγώνα, ναι, συμφωνώ. Έτσι το λέει άλλωστε και ο χαρακτήρας του Μουρίκη. Αλλά αν το πούμε ως στάση ζωής, σίγουρα είμαι στην απέναντι πλευρά. Δεν είναι τα πάντα η νίκη.
Υπάρχει λόγος που η σχολή του τζούντο είναι στο Πέραμα, ένα λαϊκό μέρος εκτός Αθηνών;
Επέλεξα το Πέραμα, μια εργατική συνοικία στις παρυφές της πόλης, γιατί ήθελα η επιθυμία των αθλητών για διάκριση να έχει και μία ταξική διάσταση. Να είναι η ευκαιρία τους να ξεφύγουν από μία κατάσταση. Ο Γιούρι θα μπορούσε να έχει στήσει το dojo του οπουδήποτε, ιδίως μετά από το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Επέλεξε να μείνει εκεί για να έχουν αυτό το έξτρα κίνητρο οι αθλητές του.
Γιατί επέλεξες την Ικαρία ως τόπο καταγωγής της μικρής?
Η Ικαρία εκτός από τόπος καταγωγής μου, είναι και ένας τόπος ορίων. Είναι ένα νησί που σε μεγαλώνει με έναν ορίζοντα ανοιχτό, αλλά και με μια αίσθηση απομόνωσης. Αυτή η αντίφαση με ενδιέφερε πολύ δραματουργικά.
Ένα παιδί που μεγαλώνει σε έναν τέτοιο τόπο κουβαλάει συχνά δύο αντικρουόμενα συναισθήματα: βαθιά ρίζα και ταυτόχρονα έντονη επιθυμία διαφυγής. Η Δάφνη ανήκει εκεί, αλλά ξέρει πως αν θέλει να δοκιμάσει τα όριά της πρέπει να φύγει.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη διάσταση. Ο μύθος του Ίκαρου αιωρείται πάνω από το νησί —η επιθυμία να πετάξεις, το ρίσκο, η πτώση. Ο Γιούρι, έχοντας βιώσει τη δική του «πτώση» ως προπονητής, αναγνωρίζει σε εκείνη κάτι γνώριμο. Δεν είναι τυχαίο που ονομάζει τον σύλλογό του «Ίκαρο». Είναι σαν να προσπαθεί να ξαναγράψει έναν μύθο που τον έχει πληγώσει.
Γιούλα Μπούνταλη, Βαγγέλης Μουρίκης, Μορτ Κλωναράκης στην ταινία “Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ”
Συνεργάζεσαι και πάλι με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Τι είναι εκείνο που σε κάνει να τον επιλέγεις ως συνεργάτη σε όλες τις ταινίες σου, πέρα από το ταλέντο του; (Ο δρόμος σου βέβαια δείχνει ότι μένεις αρκετά πιστός σε κάποιους συνεργάτες -αν και τώρα, λόγω θέματος, δεν μπορούσε να γίνει ακριβώς έτσι). Η φιλία παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή σου;
Ο Βαγγέλης με έχει στηρίξει σε κάθε βήμα μου στο σινεμά μέχρι σήμερα. Και φυσικά πέρα από συνεργάτης είναι και φίλος. Θεωρούσα δεδομένο πως θα μπορέσει να ενσαρκώσει τον Γιούρι με αυτήν τη στωικότητα που απαιτούσε αυτός ο χαρακτήρας. Ένας χαρακτήρας βαθιά τραυματισμένος. Με τιμά που δέχτηκε τον ρόλο. Και φυσικά είναι πάντα τεράστια χαρά να δουλεύω με φίλους. Το σινεμά είναι συλλογικό. Εκτός από τις ταινίες φτιάχνουμε και αληθινές, ανθρώπινες σχέσεις.
Τι ήταν εκείνο που απόλαυσες πάνω από όλα σε αυτήν την ταινία και τι εκείνο που σε δυσκόλεψε; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή που θα σε συγκινεί πάντα και δεν θα βαρεθείς ποτέ να βλέπεις;
Αυτό που απόλαυσα περισσότερο ήταν πως για πρώτη φορά πήγαινα στο γύρισμα και είχα να σκεφτώ μόνον το πώς θα στήσω τη σκηνή. Δε είχα να σκεφτώ παραγωγικά προβλήματα και πώς να τα ξεπεράσω. Όχι ότι δεν είχαμε. Αλλά δεν χρειάστηκε να ασχοληθώ εγώ. Με λίγα λόγια απόλαυσα το γεγονός πως ήταν μία ταινία με παραγωγή, όχι όπως οι προηγούμενες στις οποίες ο βασικός παραγωγός ήμουν εγώ. Βασικότερη δυσκολία ήταν η απειρία όλων μας σε σχέση με το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, αυτό της αθλητικής ταινίας. Είχε πολύ δουλειά αυτό το κομμάτι. Όσο για το ποια θα μπορούσε να είναι η αγαπημένη μου σκηνή, είναι λίγο νωρίς για να το πω. Θέλω κάποια απόσταση από την ταινία για να μπορέσω να πω κάτι τέτοιο.
Ο Γιάννης Οικονομίδης σε χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία
Μετά από μία ταινία («Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για κάτι Πολύ Σοβαρό») μελλοντολογική θα λέγαμε, σουρεαλιστική, γεμάτη μαύρο χιούμορ και φαντασία, κάνεις μία ταινία άκρως ρεαλιστική, καθημερινή, βγαλμένη μέσα από την ζωή. Σε γοητεύουν το ίδιο και οι δύο κινηματογραφικές γλώσσες;
Με γοητεύουν διαφορετικές ιστορίες θα έλεγα. Γράφω πολύ διαφορετικές ιστορίες γιατί και εγώ είμαι πολύ διαφορετικός σε κάθε φάση που τις γράφω. Άλλωστε περνάνε χρόνια από τη μία ταινία στην άλλη. Και σε κάθε ιστορία προσπαθώ να βρω τον τρόπο που της αρμόζει για την πω.
Η ταινία πήρε 5 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πήγε στο Ταλίν Black Nights και στο Cottbus Film Festival και αγαπήθηκε. Τι προσδοκάς τώρα που βρίσκεται στις αίθουσες; Πιστεύεις θα την αγαπήσει ιδιαίτερα το εφηβικό και νεανικό κοινό, θα νιώσει ότι μιλάει την γλώσσα του και ίσως γίνει αφορμή να ξεκολλήσει λίγο από το κινητό του;
Ελπίζω να την αγαπήσει το νεανικό κοινό. Μιλάμε βέβαια για μία γενιά για την οποία δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις σε σχέση με την κινηματογραφική αίθουσα. Πιστεύω όμως πως μπορεί σαν ταινία να “μιλήσει” σε κάθε γενιά.
Θεωρείς ότι στις μέρες μας ο κινηματογράφος (στην αίθουσα) χάνεται;
Θεωρώ ότι είναι σε μία δύσκολη καμπή. Έχει περάσει όμως και άλλες τέτοιες. Όταν ξεκίνησε η τηλεόραση, όταν ξεκίνησαν τα video club κλπ. Πάντα βρίσκει μία απάντηση ο κινηματογράφος. Αλλά νομίζω πως δεν μπορούμε να τα περιμένουμε όλα μόνο από τις ταινίες μόνο. Γιατί σινεμά είναι οι ταινίες, η διανομή, οι αίθουσες. Από όλους χρειάζονται κινήσεις.
Πώς βλέπεις τα πράγματα σήμερα στο ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο;
Βλέπω το ελληνικό σινεμά να διεκδικεί και μάλιστα με μία ομοψυχία. Και αυτό είναι μόνο θετικό…
«Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου
Στους κινηματογράφους
Συντελεστές
Πρωταγωνιστούν: Μορτ Κλωναράκης, Βαγγέλης Μουρίκης, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη, Μελίνα Κοτσέλου, Τάσος Νούσιας, Μαρία Καλλιμάνη, Αντώνης Κοτζιάς
Σενάριο / Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χριστίνα Μουμούρη GSC | Βοηθός Σκηνοθέτη: Μίλτος Ντζούνης | Σκηνογράφος: Έλενα Βαρδαβά | Ενδυματολόγος: Βασιλεία Ροζάνα | Μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μυτά | Μοντάζ: Γιώργος Γεωργόπουλος | Μουσική: Σταύρος Μητρόπουλος / Μαριλένα Ορφανού | Ηχοληψία: Νίκος Έξαρχος | Casting Director: Σταύρος Ράπτης | Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης | Σχεδιασμός Ήχου: Άρης Λουζιώτης| Color grading: Γρηγόρης Αρβανίτης | VFX: Yafka
Παραγωγοί: Στέφανος Κουτσαρδάκης / Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος / Φένια Κοσοβίτσα | Executive Producers: Βαγγέλης Μουρίκης / Αντώνης Κοτζιάς / Γιώργος Γεωργόπουλος / Κώστας Βαρυμπομπιώτης / Ανδρέας Ζουπάνος Κριτικός | Μια παραγωγή των CHAOTIC GOOD PRODUCTIONS / FALIRO HOUSE PRODUCTIONS / BLONDE AUDIO VISUAL PRODUCTIONS | Σε συμπαραγωγή με τους EKKOMEΔ / ΕΡΤ Α.Ε
World Sales: TVCO International Distributions / Minerva Pictures | Διανομή: Tanweer Alliances S.A.
cover photo ©Yannis_Drakoulidis