ΣΙΝΕΜΑ

Με ταινίες σαν το Χαμογέλα, το Βάρβαρος και το Χ, το καλύτερο κινηματογραφικό είδος του 2022 ήταν το θρίλερ

Καθώς το Χόλιγουντ προσπαθεί ακόμα να ξαναβρεί την ισορροπία του σε ένα μετα-πανδημικό τοπίο και να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα (ή να την υπαγορεύσει, αν πειράματα σαν το πολυσυζητημένο περσινό release strategy της Warner μαρτυρούν κάτι), το κοινό φαίνεται να έχει κατασταλάξει τουλάχιστον σε μια σχέση συμβίωσης με τις ταινίες τρόμου, οι οποίες όχι μόνο διανύουν την πιο εμπορικά πετυχημένη διετία τους (το 2020 ήταν η καλύτερη χρονιά τους στην Αμερική), αλλά φέτος εξερεύνησαν νέες κατευθύνσεις με αξιομνημόνευτα αποτελέσματα. Για κάθε Top Gun: Maverick, υπάρχουν δέκα θρίλερ που αποφέρουν κέρδη στα ταμεία, που φυσικά δεν αγγίζουν τα επίπεδα ενός μπλοκμπάστερ, αλλά επιστρέφουν το χαμηλό μπάτζετ τους και με το παραπάνω, με το επιπλέον ατού ότι, σε μια χρονιά σαν τη φετινή, διατηρούν ένα εξαιρετικό υψηλό/χαμηλό επίπεδο. Στην Ελλάδα, το πιο απρόσμενο success story της χρονιάς ήταν, φυσικά, το Χαμογέλα, που έφτασε αθόρυβα και χωρίς αναγνωρίσιμα ονόματα στις αίθουσες τον Οκτώβριο και κατέληξε να φλερτάρει με τα 190.000 εισιτήρια, χάρη στη μαγική συνταγή ενός ψαρωτικού τρέιλερ που ξεχώρισε στα multiplex και το ντόρο που δημιουργήθηκε από στόμα σε στόμα για την παραδόξως πολύ αποτελεσματική του ικανότητα να σε τρομοκρατεί όσο κι αν πιστεύεις ότι είσαι πιο ανώτερος από αυτό. Μια μυαλωμένη ταινία μεταμφιεσμένη σε τυπικό θρίλερ, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Πάρκερ Φιν, όπως γράψαμε στο παρελθόν, “επιφυλάσσει από φτηνά αλλά τόσο αποτελεσματικά jump scares μέχρι πηχτό τρόμο, και ξέρει να αυτοτροφοδοτείται έξυπνα και πονηρά καθώς κινείται μέσα στην προφανή σεναριακή αλληγορία του. Η πρωταγωνίστρια Σόσι Μπέικον, κόρη του Κέβιν, θα σας φέρει όχι six αλλά one degree of separation από την καρδιακή προσβολή.” 

Και αν το Χαμογέλα έχει προσκομίσει αποδείξεις, ο Βάρβαρος ετοιμάζεται να εξαργυρώσει το εξωφρενικό hype του και επί ελληνικού (streaming) εδάφους, καθώς καταφτάνει στις 21 Δεκεμβρίου στο Disney+, συνοδευόμενος από την επικίνδυνη αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητη ταμπέλα της “πιο τρομακτικής ταινίας της χρονιάς”. Τα τελευταία χρόνια, το κοινό έχει μάθει να προστατεύεται από τέτοιους εύκολους χαρακτηρισμούς που τελικά αποδεικνύονται παραπλανητικές υπερβολές (η στροφή έγινε μάλλον με το Hereditary, που αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή για τα φεστιβαλικά hot takes), αλλά αν κάτι χαρακτηρίζει την πρόσφατη σοδειά ταινιών τόμου σαν αυτή είναι μια απομάκρυνση από την elevated εκδοχή τους και μια επιστροφή στις “λαϊκές” ρίζες τους: κοινώς, οι σκηνοθέτες δεν είναι υπεράνω ενός αγνού, ανούσιου, απολύτως λειτουργικού jump scare. Ο Βάρβαρος του Ζακ Κρέγκερ ξεκινά με μια νεαρή κοπέλα (Τζορτζίνα Κάμπελ, που δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσοι άγνωστοι τής έχουν βάλει τις φωνές για τις αποφάσεις της σε αυτή την ταινία) που φτάνει σε ένα AirBnB ένα βροχερό βράδυ και συνειδητοποιεί πως ένας άντρας μένει ήδη εκεί εξαιτίας ενός μπερδέματος με τις κρατήσεις. Εκείνος επιμένει να τη φιλοξενήσει για ένα βράδυ, εκείνη αμφιταλαντεύεται και ακολουθεί ένα άψογα διφορούμενο παιχνίδι εντυπώσεων και ενστίκτου, που καθόλου δεν προϊδεάζει για τη συνέχεια. (Σημαντική λεπτομέρεια: ο άντρας είναι ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ, ο Πένιγουαϊζ των ταινιών Το Αυτό, οπότε αυτό μετράει αμέσως εναντίον του, όμως εδώ φαίνεται ομορφούλης και φυσιολογικός, εντείνοντας το δίλημμα και κάνοντας το πρώτο μέρος της ταινίας αγχωτικό και σέξι ταυτόχρονα, όπως οφείλει άλλωστε κάθε γοητευτικός άγνωστος που μένει στη δική σου κράτηση.) 

Barbarian

Απαγορεύεται να αποκαλύψουμε περισσότερα για τον Βάρβαρο, όμως κανείς δεν πρόκειται να τον παρακολουθήσει χαλαρά, ειδικά καθώς ξυπνά μνήμες από κλασικές, καλύτερες ταινίες σαν το The Descent. Το γεγονός ότι η ταινία τελικά δεν καταλήγει να ανατρέπει τα κλισέ του είδους ή να προτείνει κάτι ριζοσπαστικό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρει πώς να πατάει τα σωστά κουμπιά. Είναι κρίμα που το ελληνικό κοινό δεν θα έχει την ευκαιρία να την παρακολουθήσει σε μια κινηματογραφική αίθουσα, όμως η προσθήκη του στο Disney+ κάνει τη συνδρομητική υπηρεσία κάτι σαν άτυπο hub για ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις τρόμου της φετινής χρονιάς, αφού εκεί έκανε πρεμιέρα πριν λίγους μήνες το Prey, το πρίκουελ του Predator που ξαναέγραψε τους κανόνες του franchise διατηρώντας μόνο τα καλύτερα στοιχεία του πυρήνα του. Μια -τι άλλο;- νεαρή κοπέλα (Άμπερ Μιντθάντερ) προσπαθεί να σώσει τη φυλή της από μια αόρατη εξωγήινη απειλή που θέλει να την κατασπαράξει, όμως η ταινία εμβαθύνει στους λόγους που η ηρωίδα κυνηγός βρίσκεται σε αυτή την αποστολή και ενηλικιώνεται με αυτό τον τρόπο σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Και το No Exit, άλλο ένα ταπεινό αλλά σφιχτοδεμένο θρίλερ, παίρνει μια ομάδα από αγνώστους και τους εγκαταλείπει σε ένα σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών εν μέσω χιονοθύελλας ενώ ανάμεσά τους βρίσκονται ύποπτα, ας πούμε, στοιχεία. Παγωμένη παράνοια, βία και αναξιόπιστοι ήρωες δίνουν ώθηση στο No Exit, κι ας μην είναι καν η καλύτερη ταινία αυτής της παραγράφου.

Το 2022 επιφύλαξε και την επιστροφή του Scream, του πιο επιδραστικού θρίλερ της σύγχρονης εποχής, που δίχασε κοινό και κριτικούς (εμάς μας άρεσε – συγκεκριμένα, είχαμε γράψει τον Ιανουάριο που κυκλοφόρησε ότι “θαυματουργά καταφέρνει να σταθεί επάξια στους ώμους του πρώτου ως μια διασκεδαστική, αν και αμφίβολα πρωτοπόρα, προσθήκη στο franchise – ίσως την καλύτερη από το 1997.”) Τελικά επισκιάστηκε από έναν από τους διαδόχους του, το Χ του Τι Γουέστ, που βρήκαμε ότι “προσφέρει ό,τι μπορεί να ζητάει κάποιος από ένα slasher, από σαδιστικές (αλλά όχι ανεγκέφαλες!) αιματοχυσίες και πρωτότυπα κίνητρα μέχρι στρατηγικά τοποθετημένο χιούμορ και γεμάτες αγάπη κινηματογραφικές αναφορές σε παλιούς masters. Η ιστορία μιας παρέας φίλών, εραστών και συνεργατών που ενοικιάζει μια φαινομενικά ήσυχη αγροικία με σκοπό να γυρίσει ένα πορνό ενώ οι ηλικιωμένοι ιδιοκτήτες έχουν άλλα σχέδια αποτελεί γνήσιο πνευματικό και στυλιστικό παιδί των 70s (είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε τη σύγκριση με το Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι), όμως ο Γουέστ δημιουργεί κάτι φρέσκο, όπως έκανε και στο The House Of The Devil ή στο αξέχαστο κεφάλαιό του στο V/H/S.” Το Χ είχε την ατυχία να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Αύγουστο, αλλά το πρίκουελ του, με τίτλο Pearl, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, ασυνήθιστο “βήμα” για μια ταινία τρόμου. Στο Pearl πρωταγωνιστεί η Μία Γκοθ σε μια από τις πιο εξωφρενικές, αφοσιωμένες ερμηνείες της χρονιάς (καμία Κέιτ Μπλάνσετ) και ο κατήφορός της προς την παράνοια και τη δολοφονική μανία αποτελεί ένα από τα πιο ψυχαγωγικά θεάματα της χρονιάς. Ελπίζουμε η ταινία να βρει διανομή εδώ, όπως και το επερχόμενο τρίτο μέρος της ιστορίας, το πολλά υποσχόμενο από τον τίτλο και μόνο MAXXXINE.

X

Και ενώ η πολύ πετυχημένη πρωτοβουλία Γιορτή του Σινεμά έδωσε ώθηση σε τίτλους όπως το Φως του Διαβόλου για μια καλόγρια-εξορκιστή και το Orphan: First Kill, σίκουελ της καλτ επιτυχίας με την αγαπημένη μας μανιακή μικρομέγαλη του τίτλου, δεν είναι εντελώς καλά τα νέα για ένα συγκεκριμένο είδος τρόμου: αυτό με auteur υπογραφή. Το Ούτε Καν του Τζόρνταν Πιλ και το Bones and All του Λούκα Γκουαντανίνο, δύο από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, έπαιξαν κι έχασαν στα ελληνικά ταμεία, παρά τη μοναδική τους αισθητική και τα εκπληκτικά πρωταγωνιστικά ζεύγη τους (Ντάνιελ Καλούγια και Κίκι Πάλμερ ως αδέρφια της σόουμπιζ στο πρώτο, Τιμοτέ Σαλαμέ και Τέιλορ Ράσελ ως fine young cannibals στο δεύτερο). Στις 16 Δεκεμβρίου κάνει πρεμιέρα στο Amazon Prime το Nanny, ο μεγάλος νικητής του φετινού φεστιβάλ του Σάντανς που μπλέκει τη μητρότητα με αφρικανικές δοξασίες, ενώ το απολαυστικό indie hit Bodies Bodies Bodies με το πιο κουλ φετινό καστ (από την Αμάντλα Στένμπεργκ ως τον Πιτ Ντέιβιντσον) συνδυάζει εφηβικό δράμα με παλιομοδίτικο σασπένς, κι ας μοιάζει σε κάποιες στιγμές σαν thread του Twitter που ζωντάνεψε.

Μάρα Θεοδωροπούλου

Share
Published by
Μάρα Θεοδωροπούλου