Categories: ΣΙΝΕΜΑ

Τσινετσιτά, ο Παράδεισος

Όταν ρώτησαν τον Φεντερίκο Φελίνι σε ποια πόλη θα ήθελε να ζει, εκείνος απάντησε στην Τσινετσιτά. Η κινηματογραφική του σκέψη, πάντως, ζούσε πάντα εκεί, στα θρυλικά κινηματογραφικά στούντιο της Ρώμης. Δεν είναι ότι το ο ιταλός auteur γύρισε εκεί μερικές από τις εμβληματικότερες ταινίες του, αλλά ήταν και το μέρος εκείνο που κατέφευγε όποτε ήθελε να εμπνευστεί για να δημιουργήσει την -κάθε φορά- επόμενη. 

Η Ρώμη είναι μια πόλη που σου υπενθυμίζει συνεχώς την ιστορία της, σε όποιο σημείο της κι αν πατήσεις το πόδι σου. Έτσι και τα κινηματογραφικά στούντιο της Τσινετσιτά, δεν σταματούν να σου υπογραμμίζουν την κινηματογραφική ιστορία που έχει γραφτεί μέσα από δεκαετίες γυρισμάτων σε αυτά. Ανεβαίνοντας τη σκάλα του μετρό και βγαίνοντας σε έναν μεγάλο αυτοκινητόδρομο της Ρώμης, η μπροστινή όψη της Τσινετσιτά μοιάζει με όαση, σαν να είναι η μοναδική πρωταγωνίστρια ενός τοπίου, χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα κατά τ’ άλλα. 

Είσαι στην Τσινετσιτά, αυτή είναι η στιγμή που το συνειδητοποιείς πραγματικά. Περνώντας την πόρτα της, πρώτος θα σε «χαιρετήσει» ο Φελίνι. Δι’ αντιπροσώπου. Σε έναν μεγάλο κήπο από γρασίδι, στην μέση σε «κοιτάει» το αυθεντικό τεράστιο κεφάλι που ξεπροβάλει μέσα από το νερό στην σκηνή του καρναβαλιού στο Il Casanova. Νιώθεις κάπως σαν να βρίσκεσαι σε μια μικρή κινηματογραφική Ντίσνεϊλαντ, σε ένα πάρκο αφιερωμένο στο σινεμά. Ο τρόπος που θες να νιώσεις και πάλι παιδί είναι ταξιδεύοντας στους μεταβατικούς αυτούς (μη) τόπους των ταινιών, αυτούς που κάνουν την έβδομη τέχνη τόσο ελκυστική.

Σινεμά, το πιο ισχυρό όπλο

Αυτό το τεράστιο κεφάλι από το Il Casanova του Φελίνι καλωσορίζει τους επισκέπτες στην Τσινετσιτά. (Φωτογραφία: Venusia, Erma Pctures)

Όπως κι άλλές εθνικές κινηματογράφές σχολές γεννήθηκαν ή ισχυροποιήθηκαν για να εξυπηρετήσουν εθνικ(ιστικ)ά πολιτικά συμφέροντα, έτσι και η Τσινετσιτά υπήρξε αρχικά μέσο φασιστικής προπαγάνδας. Ο Μπενίτο Μουσολίνι χρηματοδότησε και δημιούργησε τα στούντιο που άνοιξαν τις πόρτες τους την 21η Απριλίου του 1937. O λόγος ήταν απλός: «Το σινεμά είναι το πιο ισχυρό όπλο», όπως είχε πει ο ηγέτης του ιταλικού φασιστικού κόμματος και μετέπειτα δικτάτορας. 

Βέβαια, με το άνοιγμα της Τσινετσιτά, πέρα από τους προπαγανδιστικούς σκοπούς που εξυπηρετήθηκαν, αναζωογονήθηκε και η κινηματογραφική παραγωγή που βρισκόταν για κάποια χρόνια in limbo. Όλα αυτά, μέχρι το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε και τα στούντιο βομβαρδίστηκαν. Ο ιταλικός νεορεαλισμός, η λεγόμενη και χρυσή εποχή του ιταλικού κινηματογράφου, γεννήθηκε από τα χαλάσματα του πολέμου. Οι ταινίες γυρίστηκαν, με όσα φιλμ είχαν περισσέψει και δεν είχαν καταστραφεί, σε φυσικά τοπία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όμως, η Τσινετσιτά αναστυλώθηκε και πλέον ήταν έτοιμη να γράψει τις δικές της χρυσές σελίδες. Όχι μόνο με ιταλικές παραγωγές. Τα Μπεν Χουρ και Διακοπές στη Ρώμη είναι ενδεικτικά παραδέιγματα ταινιών που γυρίστηκαν εκεί αυτή τη δεκαετία. 

Teatro No 5

Το Teatro No 5, το μέρος όπου αντλούσε έμπνευση ο Φεντερίκο Φελίνι. (Φωτογραφία: Erma Pictures)

Στην ξενάγηση στην Τσινετσιτά, καμιά δεκαπενταριά τουρίστες μπήκαμε στο στούντιο no 1, το μικρότερο που βρίσκεται εκεί. Βλέποντάς το, καταλαβαίνεις πως ένα κινηματογραφικό στούντιο είναι απλά ένας λευκός καμβάς με άπειρες δυνατότητες. Τα πάντα εκεί μέσα πρέπει να χτιστούν από το μηδέν με μόνο όχημα τη φαντασία. Είναι ένα μαύρο δωμάτιο (μιας κι αυτό είναι το μόνο χρώμα που δεν αντανακλά το φως, κάτι απείρως σημαντικό για έναν διευθυντή φωτογραφίας), με ένα λευκό πάτωμα που έχει κι ένα κρυφό υπόγειο (για πιθανές σκηνές που χρειάζονται νερό). Οι κάμερες τοποθετούνται ψηλά, σαν σε μικρά μπαλκόνια για να μπορούν να τραβήξουν από οποιαδήποτε οπτική γωνία απαιτείται την εκάστοτε σκηνή.

Λίγα μέτρα παραπέρα, βρίσκεται το στούντιο no 5, ή αλλιώς το Teatro No 5, όπως γράφει η πινακίδα απ’ έξω. To τεράστιο μέγεθός του δεν σε κάνει στιγμή να αμφιβάλλεις πως πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο κινηματογραφικό στούντιο στην Ευρώπη που είναι ακόμη ενεργό. Μάλιστα, αυτόν τον καιρό γυρίζεται εκεί η τηλεοπτική παραγωγή του Italia’s Got Talent (το μεγαλύτερο στούντιο στην Ευρώπη βρίσκεται στα λονδρέζικα Pinewood Studios). Δεν είναι μόνο όμως οι τεχνικές του δυνατότητες ή οι ταινίες που συνειδητοποιείς ότι έχουν γυριστεί εκεί που τονίζουν τη σημασία του, αλλά και το γεγονός πως αποτελούσε την αγαπημένη γωνιά του Φελίνι στην Τσινετσιτά, το σημείο που πήγαινε και οραματιζόταν ταινίες και σκηνές. 

Η πιστή αναπαράσταση του δρόμου Via Veneto μέσα στο Teatro No 5, για τις ανάγκες των γυρισμάτων του Dolce Vita.

Εκεί άλλωστε γύρισε και μία από τις σημαντικότερες ταινίες του, το Dolce Vita, το 1960. Κι έφτιαξε μια πραγματικότητα σχεδόν πιο πιστή και από την πραγματική: ανακατασκεύασε από την αρχή τη Via Veneto, ολόιδια μέχρι και στην τελευταία της λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν το πιο εντυπωσιακό είναι η πιστότητα της ίδιας της κατασκευής ή η πίστη του δημιουργού στην ίδια του την τέχνη. Ή ίσως, τελικά η τομή τους να είναι η ίδια η δύναμη του σινεμά, στο σύνολό της. 

Περπατώντας στον χρόνο

To κινηματογραφικό σετ Ancient Rome που χρησιμοποιήθηκε για την τηλεοπτική σειρά Rome. (Φωτογραφία: Erma Pictures)

Το σετ The Temple of Jerusalem. (Φωτογραφία: Erma Production)

Το σετ Florence in 1400 (ένα μέρος του που επιτρέπεται να φωτογραφηθεί, μιας κι ένα άλλο χρησιμοποιείται τώρα σε τρέχοντα γυρίσματα του Netflix). (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Εκεί που μπορείς να καταλάβεις περισσότερο πως η Τσινετσιτά είναι ακόμα ένας ζωντανός οργανισμός είναι στην περιήγηση στα τρία υπαίθρια κινηματογραφικά σετ που είναι ανοικτά για το κοινό: το Ancient Rome, της τηλεοπτικής παραγωγής Rome (γιατί, όπως είπαμε, η Ρώμη σου υπενθυμίζει πάντα την ιστορία της), το Florence in 1400 για την ταινία Οι Εντιμότατοι Φίλοι Μου… Σαν να Ήταν Μόνο η Αρχή και το The Temple of Jerusalem για την ταινία The Young Messiah. Κάνεις κάποια ώρα να συνηθίσεις πως όλες αυτές οι τεράστιες κατασκευές είναι απλά γυψοσανίδα -μπαίνεις συχνά στον πειρασμό να τις χτυπάς ελαφρά με το δάχτυλό σου για να το χωνέψεις, όποτε πας να ξεχαστείς. 

Σε αυτό το σημείο της ξενάγησης μαθαίνεις πως σινεμά είναι όσα χωράνε σε ένα κάδρο και πως τίποτα δεν πάει χαμένο σε ένα σετ. Για παράδειγμα, η σημερινή μορφή του δεύτερου από τα προαναφερθέντα σετ είναι μια συρραφή από προσθήκες που ήρθαν με τα χρόνια και βάσει των αναγκών κάθε καινούργιας παραγωγής που μπορούσε να καλυφθεί με μικροαλλαγές στην ήδη υπάρχουσα κατασκευή. Σε μερικά τετραγωνικά μέτρα μπορείς να ταξιδέψεις από την Φλωρεντία μέχρι την Βερόνα και το μπαλκόνι της Ιουλιέτας του Σαίξπηρ σε παραδοσιακά μαροκινά σπίτια, ακόμη κι αν μιλάμε για διαφορετικούς ορόφους του ίδιου «κτιρίου». Σημασία έχει, που εστιάζει κάθε φορά η κάμερα (η φωτογραφική πάντως κάμερα δεν μπορούσε να εστιάσει πλήρως εκεί για να δείτε για τι πράγμα μιλάμε, μιας και το συγκεκριμένο σετ αυτή τη στιγμή χρησιμοποιείται για παραγωγή του Netflix που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα).

Στα παρασκήνια

Cinecitta Shows Off, μια έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία του ιταλικού κινηματογράφου αλλά και την ίδια την έβδομη τέχνη. (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Το δωμάτιο των δημιουργών, εκεί που κάθε ραφάκι κρύβει αντικείμενα-σήματα κατατεθέντα για τον κάθε σκηνοθέτη. (Φωτογραφία: Andrea Kim Mariani)

Ένα σαλούν αφιερωμένο σε -τι άλλο;- τα γουέστερν. (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Ως τουριστικός πόλος έλξης που σέβεται τον εαυτό της, η Τσινετσιτά έχει δύο μόνιμες εκθέσεις (θα μιλήσουμε για την τρίτη, και νέα, έκθεση παρακάτω) αρκετά «ψαρωτικές» ώστε να είναι απείρως ελκυστικές τόσο για τους σκληροπυρηνικούς σινεφίλ όσο και για τους «περαστικούς». Την Cinecitta Shows Off, που αφηγείται την ιστορία του ιταλικού κινηματογράφου αλλά και τον ίδιο τον κινηματογράφο θεματικά και την MIAC (Museo Italiano dell’Audiovisivo e del Cinema), δηλαδή το «Ιταλικό Μουσείο των Κινούμενων Εικόνων», ένα πυκνό, μεταμοντέρνα στημένο μουσείο που αποδεικνύει πως σημασία καμιά φορά δεν έχει ποια ιστορία θα πεις αλλά πώς θα την πεις (= πως δηλαδή μπορείς να απολαύσεις πράγματα που ήδη ξέρεις με τον τρόπο που παρουσιάζονται στα μάτια σου).

Μπαίνοντας στην Cinecitta Shows Off (που παρεμπιπτόντως, βρίσκεται δίπλα σε ένα μικροσκοπικό κηπάκι που λέγεται Totoro Garden, προς τιμήν του σπουδαίου άνιμε δημιουργού, Χαγιάο Μιγιαζάκι), ακολουθείς έναν λαβύρινθο από δωμάτιο σε δωμάτιο κι από κινηματογραφικό σύμπαν σε κινηματογραφικό σύμπαν. Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφερθούν στο «χαρτί» όλα όσα βρίσκεις εκεί ή έστω να επιλέξεις κάτι που ξεχωρίζει περισσότερο. Διαλέγεις τα κοστούμια του Γατόπαρδου του Λουκίνο Βισκόντι; Το μικρό σαλούν αφιερωμένο στα γουέστερν; Το δωμάτιο των δημιουργών, με τα ντουλάπια που ανοίγεις ένα-ένα για να δεις χαρακτηριστικά αντικείμενα για τον κάθε σκηνοθέτη; Το green room στο οποίο μπορείς να πρωταγωνιστείς κι εσύ σε σκηνές;

Ας συμφωνήσουμε πάντως πως αξίζει να κοντοσταθούμε στο τελευταίο δωμάτιο της διαδρομής. Πρόκειται για το εσωτερικό ενός υποβρύχιου και είναι η κατασκευή που χρησιμοποιήθηκε για την ταινία U-571 του Τζόναθαν Μάσταου που γυρίστηκε στο Teatro No 5. Αν κάποιος δεν νιώθει ήδη περπατώντας μέσα στην κατασκευή πως είναι σε ένα υποβρύχιο, μάλλον η υψηλή θερμοκρασία μέσα σε αυτό τον κάνει να νιώσει πως πράγματι, πίσω από όλα αυτά τα κουμπιά και μοχλούς υπάρχουν μηχανές (ακόμη κι αν δεν υπάρχουν). 

MIAC, ένα μουσείο αφιερωμένο στις κινούμενες εικόνες… (Φωτογραφία: Erma Pictures)

…που θέλει περισσότερο να παίξει με τις αισθήσεις σου… (Φωτογραφία: Andrea Martella)

…μέσα από εικόνες και ήχους. (Φωτογραφία: Erma Pictures)

Εξίσου δύσκολο να περιγραφεί είναι και το MIAC, μιας και είναι κατασκευασμένο για να παίζει περισσότερο με τις αισθήσεις σου. Την μία μπαίνεις σε ένα δωμάτιο όπου οι πινακίδες των πιο γνωστών σινεμά του κόσμου αναβοσβήνουν εναλλάξ. Την άλλη ένα σκοτεινό δωμάτιο σου δείχνει στις οθόνες τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τον Μάρλον Μπράντο όσο ηχητικές εγκαταστάσεις φέρνουν εκκωφαντικούς ήχους στα αυτιά σου από διάφορες κατευθύνσεις.

Στο τέλος μπαίνεις σε ένα δωμάτιο όπου όλοι οι τοίχοι αποτελούνται από εναλλασσόμενα φωτορυθμικά εφέ που θα ζήλευε και το καλύτερο κλαμπ του κόσμου. Καθόλου τυχαίο που αυτό το δωμάτιο ονομάζεται «Το Μέλλον». 

Τα Όνειρα του Φελίνι

Ο Φελίνι, δύο καλοντυμένοι κύριοι και η αγαπημένη του Fiat 125. (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Σας λέει κάτι ο κύριος στα δεξιά; (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Αναπαράσταση του κινηματογράφου Fulgor, εκεί που ο Φελίνι ως παιδί ερωτεύτηκε για πρώτη φορά (και για πάντα) το σινεμά. (Φωτογραφία: Studio Ferretti)

Φέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την γέννηση του Φεντερίκο Φελίνι, που, όπως θα έχετε καταλάβει ως τώρα, αποτελεί (δικαίως) ένα σήμα-κατατεθέν του μικρού αυτού ρομάνικου Χόλιγουντ. Έτσι την 1η Φεβρουαρίου στην Τσινετσιτά εγκαινιάστηκε μια νέα έκθεση για τον σπουδαίο δημιουργό, η Felliniana, που φέρει την υπογραφή του Ντάντε Φερέτι (έχει βρεθεί πίσω από την παραγωγή μερικών δεκάδων πασίγνωστων ταινιών, ενώ έχει και τρία Όσκαρ στη συλλογή του). 

O πυρήνας της δημιουργίας του Φελίνι ήταν τα όνειρα. Το αριστούργημά του, 81⁄2, αποτελεί αρκετή (αλλά όχι και την μόνη) απόδειξη για αυτό. Αυτά είναι που δίνουν και την έμπνευση στην έκθεση. Ίσως δεν γίνεται αμέσως αντιληπτό. Στο πρώτο από τα τρία δωμάτια ο Φελίνι χαιρετά δύο καλοντυμένους κυρίους που κάθονται στο αγαπημένο του Fiat 125. Στο δίπλα δωμάτιο (το Bordello) περιμένει το alter ego του, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, σε ένα μπαρ που αποτελεί μια συμπτυγμένη αναπαράσταση της ταινίας Η Πόλη των Γυναικών. Στο τρίτο δωμάτιο επιστρέφουμε εκεί που ξεκίνησαν όλα: το σινεμά Fulgor, εκεί που στην παιδική του ηλικία o Φελίνι ερωτεύτηκε για πρώτη φορά τον κινηματογράφο. Τα υπόλοιπα, όπως λέει ο σοφός λαός, είναι ιστορία. Και πολλά όνειρα του Φελίνι που, ευτυχώς για όλους μας, έγιναν πραγματικότητα. 

Η Τσινετσιτά δεν είναι ένας χώρος στον οποίο ο χρόνος σταματά, αντιθετα πολλαπλασιάζεται προς άπειρα πιθανά κινηματογραφικά σύμπαντα. Μετά από αρκετές ώρες σε αυτή, είναι πάλι ο Φελίνι αυτός που θα αποδώσει τα συμπεράσματα καλύτερα: «Ο μόνος πραγματικός ρεαλιστής είναι ο ονειροπόλος». 

Πλεον, μετά τη βόλτα στο μέρος που μεγαλούργησε, καταλαβαίνω λίγο καλύτερα τι εννοούσε. 

Τσινετσιτά… (Φωτογραφία: Erma Pictures)

…η αιώνια κινηματογραφική πόλη. (Φωτογραφία: Andrea Martella)

Περισσότερα για την Τσινετσιτά εδώ.
Ελένη Τζαννάτου

Share
Published by
Ελένη Τζαννάτου