Categories: ΘΕΑΤΡΟ

Το “Bubble Jam” είναι ένα διαδικτυακό πείραμα με τον εαυτό μας και μία ιστορία για την ψηφιακή εποχή

Οι «ιθαγενείς» του διαδικτύου, των οποίων η γέννηση συμπίπτει περίπου με την γέννηση των social media, είναι το κοινό αλλά και οι πρωταγωνιστές της αντισυμβατικής παράστασης-εγκατάστασης του Daniel Wetzel, “Bubble Jam” που θα παρουσιάζεται στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση έως τις 21 Απριλίου. Πρόκειται για ένα διαδραστικό πείραμα που, μέσα από ερωτήσεις και προσωπικές αφηγήσεις και ένα διαδικτυακό παιχνίδι που εκτυλίσσεται μέσα σε οθόνες smartphone, διερευνά τα ανώνυμα προσωπεία που κατοικούν στον ψηφιακό κόσμο και αποπειράται να εγείρει ερωτήματα για την ταυτότητα και την επιτέλεσή της στο διαδίκτυο.

Η διαδραστική εγκατάσταση, της οποίας το σενάριο έχει επιμεληθεί ο Daniel Wetzel, ιδρυτικό μέλος της διεθνώς καταξιωμένης ομάδας Rimini Protokoll, μαζί με τους Γιώργο Παναγιωτάκη και Νικόλα Χανακούλα, οδηγεί μια ομάδα σε ένα πείραμα με τον εαυτό της. Όπως συμβαίνει στο θέατρο, το κοινό συγκεντρώνεται στον ίδιο χώρο, αλλά η σκηνή μεταφέρεται στο χαώδες ψηφιακό παρασκήνιο και τα πρόσωπα του έργου βρίσκονται σε ένα απομακρυσμένο chatroom, όπου επικοινωνούν με μηνύματα. Τα σκηνικά είναι κώδικας.

Οι θεατές γίνονται χρήστες. Παρακολουθούν, ενίοτε όμως απαντούν ή παίρνουν οι ίδιοι το λόγο. Ποιος ή τι βρίσκεται στην άλλη άκρη και ποιοι, τελικά, είμαστε όλοι εμείς μέσα στο διαδίκτυο; Το “Bubble Jam” μας καλεί να λειτουργήσουμε ως μέλη ενός cloud που αναζητά τα όριά του, διερευνώντας την επίδραση των αλγορίθμων στην ψηφιακή εμπειρία και την αίσθηση του εαυτού και παίζοντας με την σκιώδη φιγούρα του «περίεργου τύπου με τις πυτζάμες» που ελλοχεύει πίσω από το ανώνυμο avatar. Είναι ταυτόχρονα ένα work in progress, μία θεατρική πλατφόρμα και μία ιστορία της εποχής μας.

Daniel Wetzel

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ο Daniel Wetzel δεν αντιμετωπίζει το διαδίκτυο και τη χρήση του από τα παιδιά με την καταγγελτική διάθεση που συνήθως βλέπουμε στο κυρίαρχο δημόσιο διάλογο, αλλά αναγνωρίζει σε αυτό ένα νέο σχετικά φαινόμενο, η μη ρύθμιση του οποίου το καθιστά δύσκολο να προσδιοριστεί, πόσο μάλλον να γίνει αντικείμενο διαχείρισης. «Υπάρχει κάτι εκεί έξω που είναι πιο ισχυρό. Μας χρειάζεται, θέλει να μάθει για τα συναισθήματά μας, θέλει να μας χειραγωγήσει. Διογκώνεται, δεν ξέρουμε πώς να το χειριστούμε ή τι είναι, αλλά ίσως αυτό να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Εμείς, επειδή το χρησιμοποιούμε, το δεχόμαστε, το «ταΐζουμε» συνέχεια. Λέμε περισσότερα στο Facebook από ό,τι λέμε σε εκείνους που γνωρίζουμε». 

Αυτός ο ισχυρισμός ίσως επιβεβαιώνεται παρατηρώντας τους νεαρούς συμμετέχοντες του “Bubble Jam”, όλοι τους μέλη της γενιάς των λεγόμενων “digital natives”, ικανότατοι στο sharing, αλλά διστακτικοί μπροστά στο IRL μοίρασμα αφηγήσεων στο πλαίσιο της παράστασης ενώπιον των συνομηλίκων τους.

Πριν από όλα αυτά υπήρχε το κράτος, λέει ο Daniel, και χρειάστηκαν αιώνες για να εγκαθιδρυθεί ένα νομικό πλαίσιο που να οριοθετεί τι επιτρέπεται να γνωρίζει και να ζητά από εμάς, τι υποχρεούμαστε να του δώσουμε, τι είναι ιδιωτικό και τι όχι. «Τώρα αντιδρούμε με έναν ακραίο τρόπο σε όλους αυτούς τους νόμους που έχουμε εγκαθιδρύσει, αλλά δεν μοιραζόμαστε τα δεδομένα μας με το κράτος, τα μοιραζόμαστε με κάποιον που μας στέλνει διαφημίσεις. Είναι μία νέα δομή». Πολλά είναι τα νέα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή τη δομή: Είναι δημοκρατική; Μπορεί να γίνει; Ή είναι κάτι που υπονομεύει τη δημοκρατία;

Αν και η εγκατάσταση απευθύνεται κατά βάση σε μαθητές, ο σκοπός της δεν είναι να δώσει απαντήσεις προερχόμενες από μία αυθεντία. «Το θέατρο θέτει ερωτήματα, ιδανικά. Αν ήθελα να στείλω ένα μήνυμα για το πώς να χειριστούμε τα μηνύματα από αγνώστους, θα μπορούσα να ανεβάσω ένα πολύ καλό ποστ και να αγγίξω πολύ περισσότερο κόσμο από ότι με ένα θεατρικό έργο». Ούτε αντιμετωπίζει τα παιδιά ως άβουλα όντα αφήνουν τα social media να τα χειριστούν παρά τα χειρίζονται οι ίδιοι.

Άλλωστε, οι γενιά των «ιθαγενών» του διαδικτύου είναι σίγουρα πολύ πιο εξοικειωμένη με αυτά από τους περισσότερους σχολιαστές και αυτοανακηρυγμένους ειδικούς. «Δεν έχει καθόλου να κάνει με απαγορεύσεις, αλλά είναι περισσότερο ζήτημα επίγνωσης. Παρασυρόμαστε ή ελέγχουμε με ποιον επικοινωνούμε; Γνωρίζουμε πού πάει αυτό (που ανεβάζουμε), γνωρίζουμε γιατί το κάνουμε; Ποιος είναι ο λόγος που κάνουμε like, like, like; Γιατί μοιραζόμαστε πράγματα, τι ζητάμε από αυτό;» 

Είναι τελικά οι χρήστες του διαδικτύου έρμαια χειραγώγησης που ακολουθούν παθητικά τις επιταγές των social media; Η απάντηση είναι περισσότερο περίπλοκη. «Πολλές στιγμές πιστεύεις ότι πρέπει να κάνεις αυτό ή εκείνο, ότι έτσι έχουμε αποφασίσει και έτσι πάει, αλλά μπορείς να πεις όχι». Στην πραγματικότητα, έχουμε πολλές ευκαιρίες να επιλέξουμε. Το θέμα είναι πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μας και αυτή η αντίληψη συγκροτείται διαφορετικά για τον καθένα μας. «Είμαι πάντα σε μία φούσκα. Όταν κάνω like, για παράδειγμα, το μοιράζομαι με συγκεκριμένα άτομα και άλλοι κάνουν like σε τελείως διαφορετικά πράγματα και δεν βλέπουν τι γίνεται πέρα από τη “φούσκα” τους». Είναι στον «πραγματικό» κόσμο όπου οι φούσκες συγκρούονται.

Από εκεί δανείζεται το “Bubble Jam” το όνομά του, το οποίο θα μπορούσε να είναι το όνομα μίας πραγματικής εφαρμογής με παρόμοια χαρακτηριστικά. Ο όρος “filter bubble” επινοήθηκε από τον ακτιβιστή Eli Pariser και περιγράφει μία κατάσταση «διανοητικής απομόνωσης», η οποία αποτελεί απόρροια των εξατομικευμένων αναζητήσεων (βλέπε Google και Facebook) και των αλγορίθμων που λειτουργούν με βάση τις πληροφορίες που εκούσια παρέχουν οι χρήστες. Πρόσφατα, επανήλθε με την φαινομενικά απροσδόκητη εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, στην οποία έπαιξαν μεγάλο ρόλο κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook και το Twitter. Οι άνθρωποι τοποθετούνται σε διαφορετικές ταυτοτικές «φούσκες».

«Τα επιτελεία των Ρεπουμπλικανών έστελναν στους Μεξικανούς ψηφοφόρους μηνύματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που θα έστελναν στους συντηρητικούς ψηφοφόρους των μεσοδυτικών πολιτειών, στους οποίους θα μιλούσαν για το τείχος που πρέπει να χτιστεί και τους εγκληματίες Μεξικανούς που πρέπει να απελαθούν. Αλλά ταυτόχρονα χρειάζονταν και τις ψήφους των τελευταίων. Άρα δημιούργούν διαφορετικές ομάδες στις οποίες μεταδίδουν αντικρουόμενα μηνύματα. Τις χειραγωγούν με το να αποκρύπτουν, τους δίνουν το κομμάτι της πίτας που χρειάζονται»

Το “jam”, από την άλλη, προέρχεται από τη μουσική και η ιδέα είναι ότι μπορείς να «τζαμάρεις» από φούσκα σε φούσκα, να τις σπάσεις και να αυτοσχεδιάσεις. Οι φούσκες δηλαδή παύουν να αποτελούν διακριτούς χώρους, αλλά έρχονται σε αλληλεπίδραση. Στη διάρκεια της συζήτησής μας, ο Daniel εισάγει την ιδέα να τοποθετηθούν άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους στην ίδια φούσκα.

Μπορεί το διαδίκτυο να έχει τη δυνατότητα να μεγιστοποιεί τις επικοινωνιακές μας δυνατότητες, καταρρίπτοντας το φράγμα της απόστασης, ωστόσο για τον Daniel τα όρια της ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένης επικοινωνίας είναι ξεκάθαρα. «Είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται σε υπερβολικό βαθμό. Μας κρατά σε μία δική μας συναισθηματική φούσκα και αυτό μπορεί να έχει περίεργα αποτελέσματα. Δηλαδή να σκεφτόμαστε πράγματα για τον άλλον, τα οποία διαλύονται με τη δια ζώσης επικοινωνία». Η πραγματική επικοινωνία χτίζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω στις αδυναμίες μας και σε όσα ίσως δεν είναι συμβατά μεταξύ μας. «Η φιλία έχει να κάνει με την αποδοχή και τον σεβασμό όλων εκείνων που δεν θα βρεις σε ένα προφίλ. Η φιλία στο διαδίκτυο είναι ψεύτικη, με την έννοια ότι όλοι επιλέγουν ακριβώς πώς θέλουν τους αντιληφθούν οι άλλοι. Επικοινωνείς με ένα avatar».

Φυσικά, η επιτέλεση ενός ρόλου ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο συμβαίνει κατά κόρον και στην πραγματική ζωή, όπως θα μας υπενθύμιζε ο κοινωνιολόγος Έρβινγκ Γκόφμαν. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Daniel: «Οι άνθρωποι έχουν εκπαιδευτεί εδώ και χιλιάδες χρόνια στην ανάγνωση κωδίκων συμπεριφοράς. Μπορείς να διαβάσεις ένα μήνυμα, αλλά όχι να διαβάσεις τα μάτια του άλλου. Αυτή είναι μία τελείως διαφορετική διαδικασία. (Το διαδίκτυο) είναι ένας νέος δημόσιος χώρος, πρέπει να αρχίσουμε να μαθαίνουμε πώς να τον διαβάσουμε. Ίσως σε είκοσι χρόνια να γελάμε με την αφέλειά μας».

Bubble Jam. Στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Λεωφ. Συγγρού 107). Μέχρι τις 21/04. Σύλληψη και σκηνοθεσία: Daniel Wetzel, συγγραφή: Daniel Wetzel, Γιώργος Παναγιωτάκης, Νικόλας Χανακούλας. Διάρκεια: 1 ώρα και 10 λεπτά. Για εφήβους 12+ μόνοι ή με τους γονείς/κηδεμόνες τους.
Ελένη Μαραγκού

Share
Published by
Ελένη Μαραγκού