pexels/ alexakrain
Αυτό το καλοκαίρι έκανα το εξής πείραμα: πήρα όσα βιβλία δεν κατάφερα να τελειώσω την περασμένη χρονιά και είπα πως θα τα διαβάσω μέχρι τέλους (δικού τους). Σύμφωνα με την επιστήμη της αστρολογίας, η εποχή του ανάδρομου Ερμή είναι η πλέον κατάλληλη για να επιχειρήσεις επιστροφή σε πρώην, συνεπώς είχα και τα άστρα στο πλάι μου για να γυρίσω στα βιβλία που άφησα πίσω μου.
Αγόγγυστα λοιπόν, διάβασα τα βιβλία που περίμεναν υπομονετικά στο κομοδίνο μου, με χαμένα μολύβια και αποδείξεις για σελιδοδείκτες, κάπου στις πολύ αρχές τους. Την όποια διακοπή την «έριχνα» μέχρι πρότινος στη διάσπαση προσοχής, στα social media και το concept «ζωή» που συμβαίνει όσο ζω, περιέργως.
Τι ανακάλυψα, λοιπόν, τον τελευταίο μήνα που ολοκλήρωσα αυτήν την αποστολή; Πως όλα εκείνα τα βιβλία (6 στο σύνολο) είχαν τον λόγο τους που έμειναν αδιάβαστα στη μέση. Άλλα δεν ήταν για τη φάση ζωής που είμαι τώρα (ο «Ξένος» του Καμύ, τι κρίμα να μην είμαι 21 και να παθαίνω υπαρξιακό με αυτό), άλλα ζητούν μια διαφορετική μεταχείριση πέραν αυτής της μετα-εργασιακής (αντίο Κράσναχορκαϊ, τα λέμε στη σύνταξη) και άλλα είναι απλώς κακά (αμ δεν θα πω, δεν θα σηκώσω από αυτό το κείμενο το λάβαρο της κριτικής κακού βιβλίου. Επίσης, δεν πρόκειται να χαντακώσω Έλληνα συγγραφέα).
Συνεπώς, τα λεγόμενα βιβλία DNF (Did Not Finish), ακόμα και με τις πρώτες 10 σελίδες τους έχουν κάτι να μας πουν· όχι όμως για εκείνα αλλά για εμάς: Αγοράσαμε το βιβλίο που βλέπαμε παντού στις βιβλιο-ομάδες στο facebook για να διαβάσουμε τα πρώτα κεφάλαια και να το παρατήσουμε· βλέπεις, δεν είναι κάθε marketing plan τόσο πετυχημένο, όσα pr boxes και αν θυσιάστηκαν κατά την εκτέλεσή του. Το άρθρο με τον τίτλο «Τα 5 βιβλία που πρέπει να διαβάσεις πριν γίνεις 30» είναι στην πραγματικότητα «τα 2 βιβλία που πρέπει οπωσδήποτε να έχω στη λίστα μου για να μην με πουν ακαλλιέργητο, τα 2 που απευθύνονται στον άνθρωπο της δικής μου νιότης, και που δεν έχουν σχέση με τον 20άρη του 2026 που διαβάζει τη λίστα τώρα, και το 1 αγαπημένο μου βιβλίο ever, που δεν υπάρχει ελπίδα να το προσλάβει κάποιος όπως εγώ, να του αλλάξει τη ζωή όπως έκανε σε μένα, να λιώσει τις σελίδες του από το πηγαινέλα του και τη μυτερή μύτη του μολυβιού που όλο υπογραμμίζει, σε κάθε ανάγνωση». Η πρόταση της φίλης σου για εκείνο το βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις είναι τελικά περισσότερο προβολή των δικών της «θέλω» παρά ικανοποίηση των δικών σου προτιμήσεων. Το βιβλίο που ήταν στο κομοδίνο σου τα τελευταία 2 χρόνια και το είχες αγοράσει αυθόρμητα σε μια εξόρμηση στο βιβλιοπωλείο μετά από φορτωμένη μέρα στη δουλειά πλέον δεν σου λέει τίποτα (τζάμπα τα 18 ευρώ; Ήταν και νέα έκδοση).
Τίποτα δεν είναι τζάμπα, τίποτα δεν πάει χαμένο, ούτε καν οι σελίδες που δεν διαβάσαμε. Όσο μεγαλώνουμε αποκτούμε φίλτρα, επιθυμίες και, το καλύτερο, κάποια απότομα εσωτερικά «stop» όταν συνειδητοποιούμε πως είμαστε λίγες στιγμές προτού ο χρόνος μας θεωρηθεί εντελώς χαμένος. Είναι κακό να πειραματιζόμαστε λιγότερο; Όχι. Είναι χειρότερο να δίνουμε χώρο και χρόνο σε κάτι που έχουμε το ένστικτο και την υποψία πως δεν θα μας ικανοποιήσει όπως αναμέναμε πρωτύτερα. Είναι χειρότερο να μην δίνουμε τον ήδη περιορισμένο χρόνο μας σε κάτι άλλο, επειδή μας κρατούν οι ενοχές της εγκατάλειψης ενός βιβλίου στη μέση. Ας περιμένουν οι σελίδες, όσες και όσο αδιάβαστες και αν είναι. Μαθαίνουμε κάτι και από αυτές. Γιατί να ντρεπόμαστε;
ΥΓ: Έχετε κι εσείς μνήμες από εφημερίδες με προκάτ ερωτήσεις προς «ανθρώπους του πολιτισμού» με τη μία ερώτηση να είναι πάντα «ποιο είναι το βιβλίο που δεν έχετε διαβάσει;» και η απάντηση να είναι συνήθως «Ο Α’ τόμος του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Προυστ, πήγα να τον διαβάσω και δεν τον ολοκλήρωσα ποτέ»;