Categories: TV SHOWS

Black Mirror, “Bandersnatch”: Στο Φινάλε Αυτό Που Έχει Πάντα Σημασία, Είναι Μια Καλή Ιστορία…

Μετά από 4 σεζόν, 2 χριστουγεννιάτικα σπέσιαλ και μια υψηλού προφίλ μετακόμιση από το «ταπεινό» βρετανικό Channel 4 στην παγκόσμια «οικοσυσκευή» του Netflix, το Black Mirror έχει καθιερωθεί εκτός από μια εκ των πλέον σημαντικών σειρών της δεκαετίας που οι τηλεοπτικές προτιμήσεις έγιναν το απόλυτο icebreaker για κάθε κοινωνική περίσταση, και ως κάτι για το οποίο μας αρέσει να μιλάμε. Σε υπερθετικό βαθμό. Να γράφουμε, να αναλύουμε, να φιλοσοφούμε, να διαβάζουμε σχετικά. Είναι μέρος της απόλαυσής του, είναι βασικό στοιχείο της μάρκετινγκ στρατηγικής μέσα από την οποία εξελίχθηκε από niche τηλεοπτικό προϊόν για τα «ορφανά του Φίλιπ Κ. Ντικ» σε mainstream must watch, ειδικά από την στιγμή (3ος κύκλος) που εντάχθηκε στη μηχανή του Netflix κι επιβλήθηκε αυτόματα στο τρέχον μπουκέτο της ποπ κουλτούρας.

Κάπου εκεί, νομίζω, ότι άρχισε αναπόφευκτα, εκτός από το να μεγαλώνει το κοινό που αφορά (;), να ορθώνεται κι ένα τείχος δυσπιστίας. Οι πιουρίστες φανατικοί της επιστημονικής φαντασίας να το απορρίπτουν ως αναμάσημα των προφητών του είδους, οι τουρίστες του Netflix που τους έσκασε στα προτεινόμενα «επειδή παρακολουθήσατε το Strangest Things» να αδιαφορούν για την ανακήρυξη του Τσάρλι Μπρούκερ σε «δημιουργό που έχει συλλάβει καλύτερα από κάθε άλλον το zeitgeist της εποχής» και κάποιοι στη μέση να θέλουν απλά να δουν κάτι ξεκούραστο στη θεόρατη πλάσμα οθόνη τους χωρίς σώνει και καλά να βαδίσουν στη «λεπτή γραμμή που τα όρια αληθινής ζωής και τεχνολογίας παύουν να είναι ορατά». Οι δύσπιστοι δεν είναι η πλειοψηφία, το Black Mirror είναι αναμφισβήτητα πια ένα πανίσχυρο brand, αλλά δίνει την αίσθηση ότι σταδιακά εξελίσσεται σε ένα τηλεοπτικό προϊόν που οι πάσης φύσεως κριτικοί αγαπούν περισσότερο από το κοινό. Σε ένα τηλεοπτικό event που το κοινό ίσως περισσότερο «παρευρίσκεται», παρά απολαμβάνει.

Με το πρόσφατο «διαδραστικό» επεισόδιο/ τηλεταινία/ βίντεο γκέιμ “Bandersnatch” αυτή η κουβέντα έφτασε στο αποκορύφωμα. Της υπερανάλυσης, αλλά και του στραβώματος. Με δεδομένο ότι ο Μπρούκερ είχε προαναγγείλει εδώ και καιρό ότι ετοίμαζε κάτι που εμείς ως τηλεθεατές θα είχαμε ενεργή συμμετοχή, μάλλον ήταν έτοιμα τα thinkpieces στα μεγάλα μέσα του εξωτερικού θέτοντας το ερώτημα για το αν βρισκόμαστε μπροστά στη «ριζοσπαστικοποίηση της τηλεοπτικής εμπειρίας» κι άλλα τέτοια βαρύγδουπα (…βέβαια εδω δε μας φτάνουν δυο ζωές να δούμε όλο το περιεχόμενο που έχουμε πια πρόσβαση, πού να βρούμε χρόνο και για εναλλακτικές αφηγήσεις;). Κι από την άλλη, η χρήση της λέξης “event” δεν είναι τυχαία, αυτή χρησιμοποίησαν και οι παραγωγοί της σειράς. Επιβεβαιώθηκε από το παγκόσμιο hype, αλλά μάλλον όχι από την επίγευση. Το “Bandersnatch” μοιάζει να έπεσε θύμα των υπερβολικών προσδοκιών που το συνόδευσαν και μια σοβαροφάνειας που τελικά ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πρέσβευε. Γιατί…

Πόσοι «έπαιξαν» στ’αλήθεια με το “Bandersnatch”;

Όχι με την έννοια της εξερεύνησης των διαφορετικών αφηγηματικών μονοπατιών, αυτό οι πιο ψυχαναγκαστικοί θα το κάναμε έτσι κι αλλιώς επιστρέφοντας κι αλλάζοντας τις επιλογές μας (…για να απογοητευθούμε σε μερικές περιπτώσεις που απλά η ιστορία δεν προχωρούσε π.χ. η πλοκή πάπαλα όταν ο πρωταγωνιστής πηδά ο ίδιος από το μπαλκόνι του high rise). Πόσοι πραγματικά βλέποντας το “Bandersnatch” αισθανθήκαμε ότι «διαλέξαμε οι ίδιοι την περιπέτειά μας», αυτό άλλωστε δεν ήταν το fun νήμα που έβαλε στην ίδια κουβέντα τα “Choose Your Own Adventure” παιχνίδια των 80s με τις δικές μας αναφορές από τα παραμύθια του Ευγένιου Τριβιζά και το flashback στο Εσύ Αποφασίζεις με τον Γιάννη Βούρο;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Προσωπικά, το διασκέδασα στα λιγότερο κρίσιμα διλήμματα π.χ. διαλέγοντας Eurythmics στο γουόκμαν του Στέφαν ή ακολουθώντας τη διαδρομή που κανιβάλιζε την ιστορία παρωδώντας το ίδιο το Neftlix. Αλλά, μένοντας στην, ας πούμε, κύρια αφηγηματική οδό, η μόνη εκδοχή στην οποία αισθάνθηκα ότι έχει κάποιο νόημα η συμμετοχή μου είναι η στιγμή που μπαίνει το “Oh Superman” κι έχω βοηθήσει τον ήρωα να επέμβει συγκινητικά στο παρελθόν του. Συμπιεσμένη ακόμα κι αυτή, επιβεβαιώνοντας ότι πέρα από ακαδημαϊκές προσεγγίσεις πάνω στο format, αυτό που καταδικάζει τις καλές προθέσεις πειραματισμού του “Bandersnatch” δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη μέτρια ιστορία του. Ωραία τα easter eggs, η 80s σκηνογραφία, το κλασικό μοτίβο του δημιουργού που γίνεται αιχμάλωτος του δημιουργήματος, αλλά αν δεν υπήρχε η (συζητήσιμη) «διαδραστικότητα» η γενική αίσθηση είναι ότι θα το ξεχνούσαμε ως ένα απο τα πλέον αδιάφορα επεισόδια της σειράς.

Το μυστικό του Black Mirror δεν είναι ότι μιλάει για το Μέλλον μέσα από σοφιστικέ εφαρμογές των τεχνολογικών δυνατοτήτων. Είναι ότι μιλάει για εμάς τους ίδιους, εκσυγχρονίζοντας μια σειρά από αρχετυπικά ηθικά διλήμματα (συνήθως όσο πιο ξεκάθαρα είναι στην καρδιά των επεισοδίων, τόσο καλύτερα). Είναι πάντως κάπως σατανικό ότι με το “Bandersnatch” ο Τσάρλι Μπρούκερ και η ομάδα του του περισσότερο μας τσάντισαν παρά μας χαλάρωσαν δίνοντάς μας για λίγο το τιμόνι. Βγάζοντάς μας (για ένα διάστημα από 40 λεπτά μέχρι 5 ώρες) από το comfort zone μιας εποχής που παράγει όλο και πιο σεταρισμένα περιβάλλοντα/οικοσυστήματα για να μη «χρειάζεται να κάνουμε και πολλά» – αν έχεις Facebook, Spotify και Netflix εν πολλοίς (νομίζεις ότι) καθάρισες τόσο «ενημερωτικά» όσο και «ψυχαγωγικά». Δεν ισχυρίζομαι ότι είχαν αυτήν την πρόθεση, θα ήταν η πιο meta κριτική που έχουν κάνει από το 2011.

Εμείς, βέβαια, αυτό που θέλαμε απλά ήταν μια καλή ιστορία. Χωρίς την «ευθύνη» να τη διαμορφώσουμε. Ποιος ασχολείται άλλωστε με τα Frosties του Στέφαν;

Παναγιώτης Μένεγος

Share
Published by
Παναγιώτης Μένεγος