Είμαι συγγραφέας και έχω έντεκα στέκια.

                                                      ∴

Το πρώτο μου στέκι είναι το Φίλιον. Εκεί πίνω καφέ, πηγαίνω συνήθως τα πρωινά. Συχνάζουν λογοτέχνες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι,. Και λίγες γυναίκες. Αυτές όμως που συχνάζουν εκεί έχουν μιαν αύρα διανόησης, μια κουλτούρα που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Παρακολουθούν ποιος χαιρετάει ποιόν, ποιος είναι δημοφιλής και ποιος όχι. Σπανίως σου μιλάνε και αν το κάνουν είναι για να ζητήσουν φωτιά για ένα τσιγάρο. Κομπλάρουν που τους δίνω την φωτιά μου ανάβοντας με τον αναπτήρα μου το τσιγάρο τους. Προτιμούν να το ανάβουν μόνες. Θέλουν τον αναπτήρα μου όχι την φωτιά μου. Μπορώ να καπνίζω άνετα εκεί, είναι σε ανοιχτό χώρο. Τα γκαρσόνια είναι σπίρτα και θυμούνται το όνομά μου. Με χαιρετάνε με προσφώνηση «Καλώς τον Γεράσιμο». Εκεί βρίσκω φίλους και εχθρούς. Οι εχθροί μου με χαιρετάνε επίσης. Χωρίς προσφώνηση, μια βιαστική κίνηση του κεφαλιού σαν να πάσχουν από αυχενικό. Οι εχθροί μου είναι η δύναμή μου και οι φίλοι τα στηρίγματά μου και όχι το αντίθετο.

Το δεύτερο μου στέκι είναι το Furin Kazan. Εκεί τρώω sushi. Μου θυμίζει ταβέρνα αλλά είναι Ιαπωνικό. Εκεί δεν καπνίζω, τρώω και στη μέση του δείπνου βγαίνω για τσιγάρο απ’έξω στα ψηλά καθίσματα. Οι μορφές των σχιστομάτηδων σερβιτόρων μου θυμίζουν διαφήμιση ταυλανδέζικης αερογραμμής και με τριπάρουν. Μιλάνε και ελληνικά ενώ οι μάγειροι είναι φιλικότατοι και με χαιρετάνε με εξεζητημένο χαμόγελο. Ποτέ δεν πηγαίνω μόνος μου, συνήθως κάνω το τραπέζι σε κάποια υποψήφια γκόμενα. Εκεί βρίσκω και παλιούς γνώριμους οι οποίοι έχουν μεγάλη κοιλιά και νεαρή σύζυγο. Οι περισσότεροι δεν έχουν πια μαλλιά. Μου αρέσει να κάθομαι στους καναπέδες για να έχω εποπτεία στο ποιος μπαίνει στο μαγαζί. Επίσης μπορώ να ξαπλώνω την αρίδα μου και να σχολιάζω τους θαμώνες. Το tataki είναι το αγαπημένο μου πιάτο. Δεν το μοιράζομαι ποτέ. Και ξενερώνω με όποια συνοδό μου δεν ξέρει να χρησιμοποιεί chop sticks. Ζήτω τα chop sticks. Κάτω τα πιρούνια.

Το τρίτο στέκι μου είναι το Οινομαγειρείο. Είναι για όταν έχω αφραγκιές, δηλαδή μισό μήνα το μήνα. Εκεί δεν έχει γυναικείο κοινό. Τρώω πάντα πατάτες τηγανιτές, συκωτάκι, λαχανοντολμάδες και κεφτεδάκια. Οι ιδιοκτήτες αντιστέκονται σθεναρά στην αντιπαροχή, τους κάνω γούστο. Έχει και αυλή όπου καπνίζω ελεύθερα. Το μαγαζί αυτό μου θυμίζει τη μέρα της μαρμότας. Κάθε φορά που πηγαίνω έχω την ίδια αίσθηση. Όλοι τρώνε τα ίδια πράγματα, οι θαμώνες είναι σχεδόν πάντα οι ίδιοι, μου φαίνεται και οι συζητήσεις για το ποδόσφαιρο είναι πάντα ίδιες. Απολαμβάνω κάτι το σταθερό, μια σταθερή αξία κάτι σαν μακροχρόνια σχέση χωρίς την έξαψη. Αλλά παρόλα αυτά αξία.

Το τέταρτό μου στέκι είναι το Ποσειδώνιο. Λατρεύω την Χριστίνα Κολέτσα και είμαι θαυμαστής του κορμιού της. Η φωνή της με αφήνει παγερά αδιάφορο. H παρέα μου είναι διαφορετική κάθε φορά, κάθε φορά και διαφορετική σύνθεση. Ο μόνος σταθερός είναι ο δημοσιογράφος, ένας φίλος μου που ξέρει καλά τον μαιτρ και μας δίνει καλό τραπέζι. Στην είσοδο γράφει απαγορεύεται το κάπνισμα αλλά κανείς δεν δίνει σημασία. Καπνίζω αρειμανίως. Η σάλα κλιματίζεται πολύ καλά. Οι γυναίκες εκεί κάνουν παιχνίδι. Αλλά δεν πιάνουν μία μπροστά στην Κολέτσα. Χριστινάκι για πάντα.

Το πέμπτο μου στέκι είναι η Πολιτεία. Εκεί απαγορεύεται το κάπνισμα. Πάω για να δω τους φίλους μου και τους εχθρούς μου. Κάθε τόσο πέφτω σε κάποιον γνωστό. Αγοράζω ένα βιβλίο κάθε φορά και μετά το ντανιάζω στο γραφείο μου. Είμαι συλλέκτης βιβλίων με το ίδιο πάθος που άλλοι άνθρωποι συλλέγουν βινύλια, σι ντι ή κουτιά από σπίρτα. Τα βιβλία είναι τα παιχνίδια μου, τα μυρίζω πριν τα διαβάσω. Τα ελληνικά έχουν σχεδόν όλα αφιέρωση από τους συγγραφείς. Μεγάλη πληγή για τους συγγραφείς οι αφιερώσεις. Μια συγγραφέας μια φορά μου έγραψε «φιλί»και την υπογραφή της. Της ζήτησα να μου το φιλήσει κιόλας. Έχω το πορφυρό περίγραμμα των χειλιών της. Τόσο ερεθιστικά μεγάλα, παχιά και με καμπύλες. Καμιά φορά την ονειρεύομαι. Δεν μου κάθεται.

Το έκτο μου στέκι είναι το Rock’n’roll. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου εντούτοις δεν είναι. Νιώθω πια πολύ μεγάλος, νοσταλγός μια εποχής, άσωτος γιος μιας αστικής συνείδησης του ΄80. Επιμένω να κάθομαι στα σκαλιά όταν πηγαίνω και να πίνω έναν Τζόνη σκέτο το οποίο περιχύνω άθελά μου στα παπουτσάκια όποιου ανθρώπου με σκουντήσει για να περάσει. Τις Κυριακές που πηγαίνω, ο Dj βάζει και μπόλικα ελληνικά και οι νεαρές γυναίκες λικνίζονται φιλάρεσκα στους ήχους τους. Τα ζευγάρια δεν εναγκαλίζονται, οι περιπτύξεις που θυμάμαι στην εποχή μου έχουν πλέον εκλείψει. Κάποιοι τρώνε μόνοι τους στο πατάρι, καπνίζουν και θαυμάζουν το show. Μπορεί να περιμένουν παρέα παρόλο που μπορεί κανείς να γνωρίσει και νέο κόσμο εκεί. Αρκεί να κεράσει ένα ποτό. Πόσο μάλλον ένα δείπνο. Τώρα που το θυμάμαι είχα πλακωθεί μ’έναν πορτιέρη εκεί παλαιότερα. Για την Φιλιώ. Μου είχε απαγορέψει την είσοδο για χρόνια.

To έβδομο στέκι μου είναι το Foodsteps. Είναι στη Νεάπολη κοντά στα Εξάρχεια, δίπλα στο σπίτι μου. To’ χουν δυο αδέρφια, ο Δημήτρης και ο Σπύρος. Δηλαδή DimSpir. Δηλαδή Dum Spiro Spero. Ο Δημήτρης είναι ντροπαλός κι όλο του κάνω πλάκα πως έκοψα το κάπνισμα. Ο Σπύρος είναι πιο μάγκας και όλο μου κάνει πλάκα εκείνος. Μια μού λέει ο ένας ότι η κανέλλα στον καπουτσίνο έχει ευεργετική επίδραση στην γεύση και στην υγεία, μια μού λέει ο άλλος ότι πρέπει να τον πίνουμε χωρίς το αφρόγαλα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά τους κάνω το χατίρι και ζητάω «Espresso freddo με δυο ζαχαρίνες παρακαλώ». Σίγουρα πράγματα. Καπνίζω χαζεύοντας στα όρθια τα περιστέρια, τους αστυνόμους του Τμήματος της Καλλιδρομίου, τους θαμώνες του προποτζίδικου δίπλα, ρουφάω ευτυχία και τραβάω γι’ αλλού.

Το όγδοο στέκι μου είναι το Alcatraz. Η καλύτερη χορεύτρια είναι Βουλγάρα και μ’ έχει τρελάνει στην τράκα. Προσπαθεί να το κόψει. Την λένε Ειρήνη και έχει έρθει στην Ελλάδα να μαζέψει λεφτά για να αγοράσει ένα σπίτι στην Βουλγαρία. Βγάζει τα εσώρουχά της σιγά-σιγά και χορεύει πάνω στο γόνατό μου, μόλις που μου το αγγίζει. Στη Βουλγαρία έχει ένα αγόρι, η ίδια είναι είκοσι χρονών. Απαγορεύεται να την ακουμπάω, νιώθω σα να βρίσκομαι σε μουσείο. Επιπροσθέτως, έχει το πιο μεγάλο στήθος που έχω δει σε γυναίκα. Καθώς το κλείνει μέσα στους αγκώνες της, σκέφτομαι θάνατο από πνιγμό. Έχει και ένα χρυσό δόντι.

Το ένατο στέκι μου είναι το Vinilio. Εκεί χορεύω. Ή κάνω ότι χορεύω. Πάντως κουνιέμαι, ρυθμικά θα έλεγε κανείς. Επίσης, καπνίζω. Οι σερβιτόρες είναι χάρμα οφθαλμών και μάλιστα αν τις ακουμπήσεις δήθεν κατά λάθος δεν θίγονται. Έχω μείνει σέκος με μια συγκεκριμένη. Κάνει δήθεν συνέχεια λάθος στο λογαριασμό, προσθέτει διαρκώς πέντε ευρώ. Κι εγώ επίτηδες ποτέ δεν της αφήνω πουρ μπουάρ. Αντ’αυτού δίνω ένα ολόκληρο ευρώ στον ζητιάνο απέξω. Τις μέρες που’ μαι κονομημένος.

Το δέκατο στέκι μου είναι το Galaxy bar του Hilton. Αυτό είναι το αγαπημένο μου στέκι. Η θέα του είναι ανυπέρβλητη. Περπατάω και νομίζω ότι πετάω. Υποθέτω ότι είναι το γυαλί στο πάτωμα. Οι σερβιτόροι ξέρουν να κάνουν κοπλιμέντα στις γυναίκες που συνοδεύεις. Οι πιο πολλές γυναίκες που συχνάζουν εκεί, είναι πελάτισσες του ξενοδοχείου. Αλλοδαπές. Αυτό έχει τα καλά του. Μπορώ να πιω όσον Τζόνη θέλω και να κοιμηθώ το βράδι σε δωμάτιο του ξενοδοχείου. Απαγορεύεται το κάπνισμα.

Το εντέκατο στέκι μου είναι το Μommy’s. Eκθέσεις φωτογραφιών και ποτάκι στο μπαρ. Τζόνη πάντα. Σκέτο. Εκεί γνώρισα τη Φωτεινή, είναι φωτογράφος. Όταν κάνουμε έρωτα, τραβάει φωτογραφίες και μετά τις εμφανίζει ασπρόμαυρες. Η πιο ωραία φωτογραφία της είναι μία με ταλκ γύρω από τις ρώγες μου. Είναι σαν γραμμές κόκας. Μου είπε πως θα την εκθέσει, θα εκθέσει τις ρώγες μου δηλαδή. Την άλλη βδομάδα θα ξυρίσω όλο το σώμα μου. Καπνίζοντας.

Αυτά είναι τα έντεκα στέκια μου.

                                                         ∴

(Το διήγημα αυτό βασίστηκε στο διήγημα του Φραντς Κάφκα «Οι έντεκα γιοί»)

Η Λουκία Δέρβη είναι συγγραφέας. Εχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων «Κακός χαρακτήρας» (2004) και «Αλλού, στο πουθενά» (2015), τη νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό» (2009) και το μυθιστόρημα «Group Therapy» (2013), όλα από τις Εκδόσεις Μελάνι. Στην Popaganda έχει δημοσιεύσει άλλο ένα διήγημα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ
POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA