Categories: ΣΙΝΕΜΑ

American Utopia: O David Byrne Μπροστά στην Κάμερα του Spike Lee

“Thank you for leaving your home,” λέει κάποια στιγμή στο κοινό του Hudson Theatre του Μπρόντγουεϊ κατά τη διάρκεια του David Byrne’s American Utopia ο Ντέιβιντ Μπερν. Πέρσι, αυτή η έκφραση τυπικής ευγένειας ενός performer πιθανότατα δεν αποτέλεσε αξιομνημόνευτη στιγμή της βραδιάς για κανέναν παρευρισκόμενο – άλλωστε από τις μέρες των Talking Heads μέχρι το τελευταίο του άλμπουμ American Utopia, ο Μπερν είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με τα σπίτια (κυριολεκτικάμεταφορικά κι εμπρηστικά).

Παρακολουθώντας, όμως, την -μαγνητοσκοπημένη από τον Σπάικ Λι- παράσταση τον Σεπτέμβριο του 2020, το μήνυμα κουβαλάει μια συμβολική, ανατριχιαστική σημασία. Η ταινία του Λι άνοιξε το φετινό 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, ένα από τα ελάχιστα στον πλανήτη που μπορεί να υπερηφανεύεται για την εν μέρει φυσική του διεξαγωγή, αν και σημαντικά φτωχότερο σε τίτλους σε σχέση με άλλες, μη πανδημικές χρονιές. Το David Byrne’s American Utopia προβλήθηκε σε drive-in κινηματογράφους της πόλης (και ψηφιακά για τους δημοσιογράφους), λίγες εβδομάδες πριν την τηλεοπτική του πρεμιέρα στο HBO, και παρακολουθώντας το είναι αδύνατον να μην νοσταλγήσει κανείς την εποχή που έβγαινε από το σπίτι του για να συνωστιστεί (ομάδα SWAT επιδημιολόγων προσγειώνεται στην ταράτσα μας μόνο και μόνο για την αναφορά της λέξης) με άλλους ανθρώπους στο όνομα της ψυχαγωγίας.

 

 

Πνευματικός απόγονος του εμβληματικού μουσικού ντοκιμαντέρ του Τζόναθαν Ντέμι, Stop Making Sense (τότε Talking Heads τώρα σόλο, όμως όχι πλέον oversized το γκρι κουστούμι), το David Byrne’s American Utopia στα χέρια του Σπάικ Λι είναι μια εξίσου εκστατική απαθανάτιση του ξεχωριστού προσωπικού οράματος και της ενθαρρυντικής ιδεολογίας του Μπερν, ο οποίος ξεκινά την εμφάνισή του ολομόναχος στη σκηνή κρατώντας έναν ανθρώπινο εγκέφαλο σαν να κάνει διάλογο μαζί του στο “Here” και σταδιακά καλωσορίζει μια πολυσυλλεκτική μπάντα ενθουσιωδών μουσικών από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, αναφέροντας «οι περισσότεροι από εμάς είμαστε μετανάστες και δεν θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει χωρίς αυτούς» – το μήνυμα αντηχεί το “immigrants – we get the job done” από ένα άλλο θεατρικό του Μπρόντγουεϊ που βρήκε το δρόμο για την οθόνη φέτος, το Hamilton.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η παράσταση του Μπερν έτσι κι αλλιώς έσφυζε από κοινωνικοπολιτικά μηνύματα (από τις προτροπές για ψήφο στις εκλογές μέχρι ντανταϊστικές παραπομπές για το χάος και τη σκληρότητα της σύγχρονης ζωής μέσω του “I Zimbra”), αλλά η εμπλοκή του πάντα ετοιμοπόλεμου Λι προσθέτει μια κρίσιμη, επείγουσα νότα που προσγειώνει το όλο εγχείρημα αυστηρά στο σήμερα. Η σφραγίδα του φανερώνεται σε όλο της το μέγεθος στην κορύφωση του έργου, όπου ο Μπερν και οι μουσικοί του δίνουν νέα ζωή στο τραγούδι διαμαρτυρίας της Τζανέλ Μονέ “Hell You Talmbout”, που σαν ψαλμός επαναλαμβάνει τα ονόματα θυμάτων ρατσιστικής αστυνομικής βίας με την προτροπή “say his name/say her name” με ταυτόχρονη προβολή φωτογραφιών των θυμάτων και των οικογενειών τους. Εδώ συνοδεύονται από τρεις προσθήκες πρόσφατων νεκρών, ανάμεσά τους και ο Τζορτζ Φλόιντ, σε μια στιγμή που το συναίσθημα υπερτερεί της καλλιτεχνικότητας, σαν τις αμφιλεγόμενες τελικές «σημειώσεις» του BlackKlansman.

 

Ο Λι κινηματογραφεί την πανηγυρική ωδή στη συλλογικότητα του Μπερν από κάθε δυνατό σημείο, ύψος και βάθος του θεάτρου, αφήνοντας τον αεικίνητο προφήτη-φιλόσοφο-frontman να σαρώνει ανενόχλητος τη σκηνή με τους στίχους, τις σκέψεις και τις κινήσεις του. Αν, ωστόσο, πιάνετε τον εαυτό σας να έχει περιορισμένη υπομονή για μεταμοντέρνο χορό και οπτικές μεταφορές και θέλει να φωνάξει «τίποτα γνωστό θα παίξει;», οι επιτυχίες είναι παρούσες και αναζωογονημένες, από το “Burning Down The House” και το “This Must Be The Place (Naive Melody)” ως το “Once In A Lifetime” και το “Road To Nowhere” που αντιστρέφει την ίδια του τη μηδενιστική φύση καθώς η παράσταση πλησιάζει στο τέλος της.

Προσκαλώντας τους πάντες μέσα στην ελπιδοφόρα ουτοπία του, ο Ντέιβιντ Μπερν μοιάζει να κατασταλάζει στο θρόνο του πιο αισιόδοξου ανθρώπου της ροκ.

Μάρα Θεοδωροπούλου

Share
Published by
Μάρα Θεοδωροπούλου