Categories: ΜΟΥΣΙΚΗ

Οι Abbie Gale σε βινύλιο. Επιτέλους!

Πριν από λίγες ημέρες η Inner Ear κυκλοφόρησε επιτέλους σε βινύλιο τους τρεις δίσκους των Abbie Gale γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο τα δεκάχρονα ενός εκ των σπουδαιότερων αγγλόφωνων συγκροτημάτων των 00s. Από το καλοκαίρι του 2003 που δημιουργήθηκαν μέχρι το 2010 που κυκλοφόρησε το No Inspiration, οι Πατρινοί μπορούν να υπερηφανεύονται για ολόκληρη τη δισκογραφία τους, η οποία μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα είναι γεμάτη σπουδαία τραγούδια που άλλοι θα χρειάζονταν μια ολόκληρη ζωή για να γράψουν.

Αλλά και γιατί ισοπέδωσαν διαχρονικές μουσικές αξίες όπως “το δύσκολο δεύτερο άλμπουμ” κι άλλες τέτοιες δικαιολογίες που χρησιμοποιούμε για συγκροτήματα που δυσκολεύονται να γράψουν πέντε σοβαρά τραγούδια κάθε τρία χρόνια. Με αφορμή την επανακυκλοφορία τους, και πριν τοποθετήσουμε με καμάρι τα βινύλια τους στο indie pop ράφι της δισκοθήκης μας, τους ξανακούσαμε χωρίς να τους έχουμε ποτέ ξεχάσει.

Το ντεμπούτο τους που κυκλοφόρησε το 2005 απ΄τη Vacant Records (και από την Inner Ear με νέα μίξη, mastering και εξώφυλλο το 2011) θα μπορούσε να είχε κυκλοφορήσει στη θρυλική Sarah. Τα δύο πρώτα τραγούδια του Family Life αποδείχτηκαν αρκετά ενδεικτικά για όσα ωραία θα ακολουθούσαν. Το εναρκτήριο “Letters (Family Life)” φανέρωνε ένα απ’τα δύο δυνατά “καλούπια” τραγουδιών του συγκροτήματος, τα οποία και θα τελειοποιούσαν στον επόμενο δίσκο.

Η απλή μελωδία και ενορχήστρωσή του έφτιαχνε το λιτό πλαίσιο που χρειαζόταν η Evira για να μας συστηθεί ως μια πραγματικά σπουδαία ερμηνεύτρια και o Salvatore (των Raining Pleasure) ως μουσικός με περίσσεια έμπνευση. Έκτοτε συγκρίνουμε την Evira με κάθε σημαντική ποπ ερμηνεύτρια του παρελθόντος και το συγκρότημα με κάθε γκρουπ που μας έριξε με τα μούτρα στις ποπ μελαγχολίες.

Το “Mom” που ακολουθούσε ήταν η άλλη όψη της μπάντας (το δεύτερο “καλούπι” που λέγαμε). Ένα αξέχαστο, σχεδόν αναγκαίο single που καταχωρείται στην ιστορία της μπάντας ως κλείσιμο του ματιού σε όσους βρήκαν το ντεμπούτο τους “υποτονικό”. Η μπάντα μπορούσε ευθύς εξαρχής να κάνει ότι ήθελε μουσικά: είχε γνώσεις, αισθητική και πείρα να παίξει με ρυθμούς και ποπ εκφραστικά μέσα που μόνο οι Raining Pleasure είχαν παρουσιάσει μέχρι τότε στη χώρα. Λίγο μετά υπάρχει το σπάνιας ομορφιάς “The End Song” και κάπως έτσι οι Abbie Gale κυκλοφορούν ένα γεμάτο σιγουριά δίσκο που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι είναι ντεμπούτο οποιασδήποτε μπάντας.

Ο δίσκος που στην ούγια βλέπεις τον κωδικό ΙΝΝ01 δεν είναι μόνο το αριστούργημα τους αλλά και η αφετηρία της δισκογραφικής εταιρείας που καλώς ή κακώς έχει πάρει στις πλάτες της την εγχώρια indie σκηνή των τελευταίων ετών. Εδώ οι Abbie Gale μεγαλώνουν πιο γρήγορα απ’ όσο θα περίμενε και ο πιο φανατικός οπαδός τους, κάνοντας άλματα που θα έπρεπε να τους οδηγήσουν εκτός συνόρων. Δεν τους χωράει πλέον ο τόπος.

Ο ήχος τους γίνεται πιο ηλεκτρικός, ανεβάζουν εντάσεις, μοιράζουν απλόχερα μεγάλα χιτ (“Lovesong”, “Gone”, “Clown”) και στο ενδιάμεσο βρίσκεις τραγούδια όπως το έξοχο “Air” και το “Goodnight” που θα μπορούσε να είναι και συνέχεια του “The End Song”. Και υπάρχει φυσικά και το συγκλονιστικό φινάλε με το “Danko”. Η Evira είναι οριστικά και αμετάκλητα η κορυφαία τραγουδίστρια της γενιάς της, με βαρύτητα αντίστοιχη της Τατιάνας των Common Sense και της Ιωαννίδου των Make Believe.

Αν λοιπόν το Family Life εντυπωσίαζε με τη σιγουριά του, το 2 καταφέρνει κάτι παρόμοιο με την ευκολία που επιδεικνύει η μπάντα σε κάθε μικρή ή μεγάλη αλλαγή που χαρακτηρίζει τον ήχο της. Η συμμετοχή του Vassilikou είναι θριαμβευτική, η διακριτική προσθήκη πνευστών, εγχόρδων και πλήκτρων το ίδιο. Οι Abbie Gale ακούγονται σαν μεγάλο συγκρότημα σε μικρό διάστημα και το 2 περνάει στην ιστορία ως μια πολύ σημαντική στιγμή των εγχώριων πεπραγμένων.

Τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του No Inspiration, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η μπάντα δεν είναι ξαφνικά ντεφορμέ (η παρουσία και μόνο του “Born To Be A Star” το ξεκαθαρίζει αυτό) αλλά ο τρίτος δίσκος τους μοιάζει σε σημεία με μία, πρώτα και κύρια, απόπειρα απομάκρυνσης απ’τον ήχο του προηγούμενου δίσκου.

Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι απαραίτητα κακό, ίσα ίσα που αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκροτήματος. Απλά η μετάβαση απ’το 2 δεν μοιάζει τόσο φυσική, σαν να υπερτονίζεται με αφετηρία το λευκό των εξωφύλλων τους που εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνει μια απρόσωπη και σκοτεινή γυναικεία φιγούρα.

Οι Abbie Gale του No Inspiration είναι ακόμα πιο ηλεκτρικοί και τα τραγούδια τους διακατέχονται από μια live αίσθηση. Οι κιθάρες είναι πιο κοφτερές από ποτέ, οι κορυφώσεις των τραγουδιών το ίδιο, ο ποπ χαρακτήρας τους κρύβεται όλο και περισσότερο και η Evira φανερώνει για πρώτη φορά όλο το εύρος της φωνής της (π.χ. στο “Say”).

Ο τίτλος είναι προφανώς ειρωνικός γιατί ακόμα κι αν τα τραγούδια του δεν κερδίζουν στις αναπόφευκτες συγκρίσεις με όσα έχουν προηγηθεί, δίνουν χώρο για κομμάτια όπως το ομώνυμο ή τα “Seasons” και “Terry Tory A List”. Το “Mind The Gap” όμως πάντα θα μου φαίνεται κατώτερο της μπάντας ή καλύτερα, θα προσπερνιέται γιατί με έχουν πείσει ότι τέτοια τραγούδια τα γράφουν με “το ένα χέρι”. Το No Inspiration αδικείται από όλους εμάς γιατί είχαν ήδη καταφέρει να εδραιωθούν στη συνείδηση μας χάρη στους αξεπέραστους δύο πρώτους δίσκους τους και γιατί θα ήταν αφύσικο και πρωτόγνωρο να έβρισκαν τρόπους να το αλλάξουν αυτό.

Η επανέκδοση τους λοιπόν, δεν ικανοποιεί μόνο τις φετιχιστικές μας ανάγκες. Πάνω απ’ όλα υπενθυμίζει ότι οι Abbie Gale είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση, μια σπάνια περίπτωση μπάντας που είχαμε την τύχη να δούμε, σε πραγματικό χρόνο, να ωριμάζει.

Γιώργος Μιχαλόπουλος

Share
Published by
Γιώργος Μιχαλόπουλος