40 Χρόνια Iron Maiden

Όνομα-τοτέμ για το παγκόσμιο metal στερέωμα, ένα από τα πιο ισχυρά μουσικά brand names παγκοσμίως και αποθεωμένο σε βαθμό θρησκευτικής λατρείας, το σχήμα των Iron Maiden φέτος κλείνει 40 χρόνια από τότε που συνελήφθη σαν ιδέα από το μυαλό του Steve Harris. Παρά τις όσες αλλαγές μελών, τις δυσκολίες που πέρασαν ως συγκρότημα μέχρι την αναγνώρισή τους (μα και ύστερα) και τους κατώτερους δίσκους της καριέρας τους, κατάφεραν να χαράξουν το όνομά τους στις καρδιές αυτών που λάτρεψαν το πατροπαράδοτο heavy metal και να αναγνωριστούν ακόμα και από αυτούς που ουδεμία σχέση έχουν με το ιδίωμα, καθώς επίσης και να προσφέρουν δύο χούφτες με μερικά από τα γνωστότερα κομμάτια του metal ήχου, όπως και μια από τις εικονικότερες μασκότ συγκροτημάτων που γνώρισε ο πλανήτης: τον Eddie.

Χριστούγεννα του 1975: ο Harris, άρτι αποχωρήσας από το σχήμα των Smile, δημιουργεί την πρώτη μορφή των Maiden, η οποία δε θα παραμείνει ως έχει για πολύ καιρό. Μάλλον, για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, τα μέλη μέχρι να φτάσουμε στο επίσημο demo της μπάντας, το Soundhouse Tapes, θα αλλάξουν αρκετές φορές και ακόμα περισσότερες μέχρι, τελικά να αποκτήσει το εικονικότερο line-up που γνώρισε ποτέ η μπάντα το 1983 με το τέταρτο album της, το Piece of Mind. Μα μέχρι τότε, ακόμα και πριν καταπιαστούν με την ηχογράφηση και ούσα μια μπάντα που γνωρίζει συνεχείς ανακατατάξεις, αλλαγές μελών και επαναφορές κάποιων εξ’ αυτών, οι Maiden θα αποκτήσουν έναν φανατικό πυρήνα οπαδών που τους ακολουθεί σε όλες τις εμφανίσεις τους στις pubs της Αγγλίας. Και, δεδομένης της επιτυχίας του πανκ (σύμφωνα, πάντα, και με τα λεγόμενα των ίδιων των Maiden) ήταν, όσο να ‘ναι, δύσκολο να δισκογραφήσεις αν είχες μακριά μαλλιά και όχι κοντά και μωβ στα τέλη του ’70.

Το (ομώνυμο) ντεμπούτο της μπάντας κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1980. Τον Steve Harris πλαισιώνει ένα ακόμα μέλος από το ιστορικό line-up, ο Dave Murray, ενώ στα καθήκοντα της δεύτερης κιθάρας βρίσκεται ο Dennis Stratton, στο σκαμπό των ντραμς κάθεται ο Clive Burr (ο οποίος θα παραμείνει μέχρι και τον μυθικό τρίτο δίσκο τους, το Number of The Beast) και στα φωνητικά ο πάνκης και καβγατζής Paul Di’Anno. Με τις πρώτες νότες του «Prowler», όλοι μπορούσαν να καταλάβουν πως κάτι διαφορετικό συμβαίνει στη σκληρή μουσική, σε αυτόν τον δίσκο που πάντρεψε τη metal μουσική με τα πανκ φωνητικά. Ορισμένα από τα γνωστότερα κομμάτια του σχήματος τα οποία εξακολουθούν να παίζονται στις συναυλίες τους και να σηκώνουν σάλο απ’ το κοινό βρίσκονται εδώ, το «Running Free», το «Phantom of The Opera» και, φυσικά, το ομώνυμο τους κομμάτι-δήλωση εδάφους. Στο δεύτερο δίσκο του σχήματος, το Killers του 1981, ένα ακόμα μέλος προστίθεται, αντικαθιστώντας τον Stratton στην κιθάρα, ο σταθερός μέχρι και σήμερα (εξαιρουμένης της φυγής του από το 1990 μέχρι το 1999) Adrian Smith. Στο ρόλο του παραγωγού, οι Maiden ξεκινούν τη συνεργασία τους με τον Martin Birch, τον παραγωγό που έμελλε να τους προσφέρει τη χείρα βοηθείας στα ιστορικά τους album. Ο ήχος της μπάντας δε διαφέρει σημαντικά από το ντεμπούτο της, κάτι το οποίο θα αλλάξει με τη φυγή του Di’Anno λόγω της αντικοινωνικής συμπεριφοράς του και των προβλημάτων που δημιουργούσε στο συγκρότημα με τα μπλεξίματά του με το νόμο. Και αυτό δεν είναι και εύκολα προσπελάσιμο όταν είσαι στην πρώτη σου παγκόσμια περιοδεία, έτσι;

Ο Di’Anno φεύγει, ποιος θα τον αντικαταστήσει τώρα που τα πάντα δείχνουν κρίσιμα για την πορεία του συγκροτήματος; Τους περιμένει είτε η πλήρης αναγνώριση είτε η απότομη πτώση. Οι σωστές επιλογές, όμως, παραμένουν σωστές επιλογές και στα πανκ άρβυλα του προηγούμενου τραγουδιστή έρχεται να σταθεί με τις αρβυλές της αεροπορίας μια σωστή πολεμική σειρήνα αεροπορικής επιδρομής: ο υψίφωνος Bruce Dickinson, ένας από τους πέντε σημαντικότερους frontmen στην ιστορία του μέταλ. Και τότε είναι που το μεγάλο μπαμ έγινε και οι Maiden ξεκίνησαν να γράφουν τη μεγάλη τους ιστορία, το 1982 με την κυκλοφορία του παραδεκτού τους αριστουργήματος, του Number of The Beast, το δίσκο που τους έκανε «σατανιστές» στα μάτια των πολλών λόγω του ομώνυμου κομματιού (όπως και κάθε μέταλ μπάντα των  80’s που σέβεται των εαυτό της έπρεπε να θεωρείται τέτοια χωρίς πραγματικά να είναι) και θεούς στα μάτια των εραστών του κιθαριστικού ήχου. Από τον Eddie στο εξώφυλλο μέχρι και τα τραγούδια στο οπισθόφυλλο, η επιτυχία των Maiden βρίσκεται σε αυτόν εδώ το δίσκο. Αυτόν που περιέχει το «Number of The Beast», το «Run To The Hills», το έπος του «Hallowed Be Thy Name», ακόμα και τα λιγότερο «χιτάκια» του αλμπουμ όπως το «Children of The Damned» και το «22 Acacia Avenue» ξεφεύγουν από τον πρώιμο ήχο και βρίσκουν τη βασική φόρμουλα που θα χαρακτηρίζει τα κομμάτια τους εφεξής. Τα μεγάλης διάρκειας, επικής φόρμας κομμάτια, με τα υψίσυχνα φωνητικά του Dickinson σε πρώτο πλάνο, τις χαρακτηριστικές δισολίες των Murray και Smith σε δεύτερο και τις χαρακτηριστικές μπασογραμμές-καλπασμούς του «αρχηγού» Harris, με τον ίδιο να τραγουδάει λέξη-λέξη κάθε κομμάτι στις ζωντανές εμφανίσεις τους.

Το τελευταίο μέλος της κλασικής «οικογένειας» βρήκε το πρόσωπό του στο χαβαλέ του Nicko McBrain, μετά την αποχώρηση του Clive Burr από τη θέση του ντράμμερ. Με τον χαρακτηριστικό του ήχο, έβαλε μια ακόμα πινελιά στο συνολικό ήχο των Maiden και όσοι απορούσαν ποιος θα καλύψει το κενό του Burr, έκλεισαν μια και καλή τα στόματά τους όταν ακούστηκε η εισαγωγή του «Where Eagles Dare», το κομμάτι που ανοίγει τον τέταρτο δίσκο τους, Piece of Mind, το 1983, έναν ακόμα θεμέλιο λίθο της ιστορίας τους. Χαρακτηριστικό είναι το ότι με αυτό το δίσκο, έφτασαν για πρώτη φορά στα αμερικάνικα charts, κατακτώντας το νούμερο 70 στο τοπ-200.

Φυσικά για αυτούς τους δύο δίσκους υπήρξαν και οι ανάλογες  περιοδείες σε Αμερική και Ευρώπη, περιοδείες που γιγάντωσαν περαιτέρω τη φήμη του συγκροτήματος. Αλλά σαν την περιοδεία που ακολούθησε το επόμενο LP τους, το Powerslave, δεν είχε ξαναϋπάρξει για τα δεδομένα του συγκροτήματος. Πέραν του μεγέθους του ίδιου του δίσκου, που τους βρίσκει να μελοποιούν Coleridge στο «Rime of The Ancient Mariner», να περνούν αντιπολεμικά μηνύματα στο «2 Minutes To Midnight» και να ταξιδεύουν στην Αρχαία Αίγυπτο με το ομώνυμο κομμάτι, αξιοθαύμαστο είναι και το μέγεθος της περιοδείας, με τον διηπειρωτικό της χαρακτήρα σε 28 χώρες, με 193 εμφανίσεις και συνολική διάρκεια 13 μήνες. Τεκμήριο της επί σκηνής δύναμής τους τότε, το ζωντανά ηχογραφημένο Live After Death και το αντίστοιχο οπτικοακουστικό υλικό που μέχρι την πρόσφατη επανέκδοσή του ήταν ένα από τα πιο δυσεύρετα αντικείμενα του καταλόγου τους.

Μετά από αυτήν την περίοδο, ακολουθεί το σερί του πειραματισμού. Δύο δίσκοι που τους βρίσκουν να «την ψάχνουν» με τον ήχο των πλήκτρων, να αφηγούνται ιστορίες από το μέλλον και από φανταστικούς κόσμους και να κυκλοφορούν μερικές από τις απόλυτες κορυφές τους. Tα Somewhere In Time και Seventh Son of A Seventh Son είναι δύο ακόμα τεράστιοι δίσκοι για την ιστορία του heavy metal και ψήγματα αυτών αποτελούν τα «Wasted Years», «Stranger In A Strange Land», το άχτι του ελληνικού κοινού «Alexander The Great», το «Infinite Dreams» και το προσωπικό αγαπημένο «The Evil That Men Do», για να ξεχωρίσουμε μερικά.

Μετά από δύο ακόμα δίσκους, τα No Prayer For The Dying –τελευταίος προσωρινά δίσκος με τη συνθετική συμμετοχή του Smith και τον Janick Gers να τον αντικαθιστά- και Fear of The Dark με το ανθεμικό ομώνυμο, ο Dickinson αποχωρεί για να συνεχίσει τη σόλο καριέρα του, με τον Adrian Smith να στέκεται στο πλευρό του μετά από κάποια χρόνια. Στη θέση του έρχεται ο άνθρωπος που έμελλε να φάει κατάμουτρα τη χολή του πλήθους, ο Blaze Bayley, με τον οποίο η μπάντα θα κυκλοφορήσει δύο από τους πιο μέτριους δίσκους της, τα X-Factor και Virtual XI. Το ’99 ο Smith θα γυρίσει στις τάξεις της μπάντας και οι δισολίες θα γίνουν τρισολίες και θα ακολουθήσει και ο Dickinson. Το «reunion» album τους με τίτλο Brave New World θα ξαναφέρει τη χαρά στους οπαδούς.

Και περνάμε στη νεότερη πορεία της μπάντας. Πλέον δε χρειάζεται να αποδείξουν ποιοι είναι και γιατί αξίζουν, το πάνθεον τους ανήκει. Τα Dance of Death και A Matter Of Life And Death τους βρίσκουν να επεκτείνουν την κλασική τους φόρμουλα και, ενίοτε, να γράφουν και κομματάρες όπως το «Paschendale» και το «Brighter Than A Thousand Suns», με τη δισκογραφία τους να κλείνει προσωρινά με τον πιο άνευρο δίσκο της μετά-reunion περιόδου, το Final Frontier. Στο μεταξύ οι περιοδείες τους εξακολουθούν να αποτελούν πόλο έλξης για τους οπαδούς τους χωρίς να έχουν χάσει δράμι ενέργειας και χαρακτηριστικές είναι και οι επετειακές περιοδείες όπως οι Eddie Rips Up The World, Somewhere Back In Time και Maiden England World Tour στις οποίες παίζονταν αυστηρά κομμάτια από συγκεκριμένους δίσκους του παρελθόντος με τα μεγαλειώδη σκηνικά να παραπέμπουν άμεσα σε αυτούς.

Διαβάστε: Αυτοψία στα γραφεία του Metal Hammer, του ιστορικού περιοδικού που πρόσφατα έκλεισε 30 χρόνια φοβερού, τρομερού και απολύτως αυθεντικού βίου.

Προς το παρόν, ποιο είναι το μέλλον για τους Maiden; Τα σύννεφα σκούρυναν για τους οπαδούς τους όταν στα μέσα του Φεβρουαρίου ο Dickinson διαγνώστηκε με καρκίνο στο πίσω μέρος της γλώσσας του, γεγονός το οποίο ανέκοψε τόσο τις προγραμματισμένες συναυλίες προσωρινά, αλλά και τις ηχογραφήσεις του νέου τους δίσκου. Παρά το αρχικό σοκ αυτής της ανακοίνωσης, η ελπίδα είναι μεγάλη, καθώς οι προγνώσεις για ανάκαμψη του τραγουδιστή δείχνουν αρκετά ευοίωνες, με το Nicko McBrain να δηλώνει πως, σύμφωνα πάντα με τον μάνατζερ της μπάντας, ο Dickinson δείχνει να βρίσκεται σε φοβερή κατάσταση και, θεού θέλοντος, σε δύο μήνες, εφόσον επανέλθει, οι ηχογραφήσεις θα συνεχιστούν. Μπορεί οι Maiden τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο να μην πρόκειται να προσφέρουν όσα πρόσφεραν στο παρελθόν από πλευράς μουσικής, να μην ξανακυκλοφορήσουν δίσκους αντάξιους με αυτούς που τους καθιέρωσαν (πόσες μπάντες στα 40 τους χρόνια το κάνουν αυτό, άλλωστε;), μα τίποτα δεν τους στερεί το δικαίωμα παρουσίας τους στο πεντάγραμμο και το «προνόμιο» του να δίνουν χαρά σε μεγάλη μερίδα κόσμου με την ανακοίνωση μιας ακόμα ζωντανής εμφάνισής τους ή με το να έχουν να περιμένουν νέο δίσκο της αγαπημένης τους –είτε τώρα είτε κάποτε- μπάντας. Μπορεί, ας πούμε, να μην τους χρειάζομαι πλέον στη ζωή μου, μα αντίστοιχα καταλαβαίνω πλήρως το τι σημαίνει να δύει ένα μουσικό άστρο για κάποιον που το αγαπά τόσο πολύ και, όσο ρομαντικό και να ακούγεται, είναι ένα από αυτά τα μικρά πράγματα που συνοδεύουν τον κάθε άνθρωπο στη ζωή του και του δίνουν μικρές ποσότητες δύναμης. Να ξέρει πως έχει να περιμένει κάτι. Up The Irons

Φοίβος Κρομμύδας

Share
Published by
Φοίβος Κρομμύδας