Categories: ΣΙΝΕΜΑ

3 Φιλμ από το 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που Αξίζει να Αναζητήσετε

Η Θεσσαλονίκη, για 72 ώρες, είναι η πιο όμορφη πόλη στον κόσμο. Τα έχουμε ξαναπεί – παντσέτα, μπουγάτσα και φιλότιμο. Ιδανικά αν μαζί με το φεστιβάλ κάνει πρεμιέρα κι η άνοιξη. Το 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ξεκίνησε την Παρασκευή 1/3, η πόλη για άλλη μια φορά το αγκαλιάζει σφιχτά – ο δήμαρχος Μπουτάρης, στον χαιρετισμό του στην πρεμιέρα, μας πληροφόρησε ότι είχαν ήδη πουληθεί 3000 εισιτήρια- και μέχρι την επόμενη Κυριακή 10 Μαρτίου που θα δοθούν τα 4 Βραβεία Κοινού Fischer θα προβληθούν δεκάδες docs σε μια εποχή τόσο μπερδεμένη που χρειάζεται την αλήθεια τους περισσότερο από ποτέ.

Το φετινό πρόγραμμα είναι εξαιρετικό. Προβάλλεται η ταινία που πριν λίγες μέρες πήρε το Όσκαρ, Free Solo, (έτσι κι αλλιώς το TDF είναι πλέον στα φεστιβάλ που συμβουλεύεται η Ακαδημία για να συντάξει τη λίστα με τις υποψηφιότητες), υπάρχει η Carte Blanche στον Λουί Ψυχογιό για την οποία συζητούσε όλος ο κόσμος στα πηγαδάκια ανάμεσα στις αποθήκες και πλήθος ελληνικών docs όπως το Ματαρόα του Ανδρέα Σιδήμα ή το φιλμ για την ήρεμη δύναμη που λέγεται Γιώργος Χριστιανάκης.

Θα σας γράψω για τρία εξαιρετικά ντοκιμαντέρ που είδα στο εναρκτήριο weekend και νομίζω αξίζει να αναζητήσετε. Προλαβαίνετε, φυσικά, να κάνετε και την βόλτα σας – τριήμερο έρχεται άλλωστε…

Ήταν δεδομένο ότι το φεστιβάλ ξεκινούσε με ένα πολύ δυνατό χαρτί για πρεμιέρα. Το Marianne & Leonard: Words of Love έχει τα πάντα για να είναι άχαστο. Ερχόταν με φόρα από το Φεστιβάλ του Σάντανς, προβάλλει ως κεντρικό πρόσωπο ένα icon τόσο οικουμενικό όσο ο Λέοναρντ Κοέν, ενώ στην πραγματικότητα η πρωταγωνίστρια είναι η νορβηγίδα μούσα του, Μαριάν Ιλέν, την οποία γνωρισε στην Ύδρα στα 60s, της αφιερωσε το “So Long, Marianne” και με την οποία έφυγαν με μερικούς μήνες διαφορά από τη ζωή το 2016. Πρόκειται για μια σχέση που διαρκεί μισό αιώνα και περνάει από διάφορα στάδια που, κακά τα ψέματα, έχουν να κάνουν με την εκτόξευση της δημοφιλίας του Κοέν. Είναι σχέση έμπνευσης (μονόπλευρα πάντα), γίνεται σχέση εξάρτησης (μονόπλευρα πάντα), καταλήγει σχέση ζωής και βαθιάς εκτίμησης (αμφίπλευρα αυτή τη φορά) που οδηγεί στο συγκινητικό φινάλε με το περίφημο γράμμα που έγινε viral πριν 3 χρόνια. Το θέμα είναι ότι τη διαχειρίζεται μια παλιά καραβάνα, ο σπουδαίος (κι ενίοτε αμφιλεγόμενος) Νικ Μπρούμφιλντ. Ο βετεράνος Βρετανός ξέρει ότι χρειαζόμαστε ως θεατές να ανατρέξουμε, όχι μόνο στον έρωτα, αλλα και στη λαμπρή μουσική καριέρα του Κοέν (που άρχισε αργά, στα 33 το ντεμπούτο άλμπουμ). Φροντίζει ως κάποιος που το κάνει καλά βλ. Kurt & Courtney/ Biggie & Tupac/ Whitney: Can I Be Me να φωτίσει την κλειδαρότρυπα:  αυτή τη φορά των ελευθεριακών 60s-70s με τον Κοέν να γίνεται ροκ σταρ (χωρίς να είναι, οι γυναίκες έπεφταν στο κρεβάτι του επειδή τις «καταλάβαινε» κι όχι επειδή τις γοήτευε με τον διονυσιακό τρόπο ενός Robert Plant, ας πούμε) και παράλληλα να πειραματίζεται στα όρια του να παίρνει acid 23 νύχτες στη σειρά. Όμως, αυτό που κάνει πραγματικά τη διαφορά στο φιλμ είναι ότι ο σκηνοθέτης, ο Νικ Μπρούμφιλντ, είναι μέρος της ιστορίας: είχε περάσει κι αυτός από την Ύδρα των «αυτοεξόριστων» στα late 60s και, ναι, είχε περάσει από το κρεβάτι της Μαριάν. Διατήρησε μαζί της επαφή όλα αυτά τα χρόνια και ήταν αναπόφευκτο να γυρίσει το ντοκιμαντέρ και της ζωής της. Μεγάλη αποκάλυψη η Άννα Ποτίερ, σύζυγος του ποιητή Ίρβινγκ Λέιτον-κολλητού του Κοέν, που προσφέρει υπέροχες βιτριολικές ατάκες απομυθοποίησης των «ανοιχτών γάμων», περιττό να πω πώς η μισή αίθουσα του «Ολύμπιον» έψαχνε στο φινάλε να δει τι είδους σκουπιδάκι ήταν αυτό που μπήκε στο μάτι της. Επίσης η ατάκα «για όλους αυτούς που παραμέρισε [ο Κοέν] προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργειά του για τη ζωή», δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό μου μετά την προβολή…


Να το πω απλά, το καλούπι από το οποίο βγαίνουν άνθρωποι με τον τσαμπουκά και το εκτόπισμα της Πολίν Κέιλ είναι εξαιρετικά σπάνιο. Δεν ήταν εύκολο να είσαι single μητέρα στα τέλη της δεκαετίας του ’40 σε μια Αμερική που βρισκόταν σε κατάσταση μεταπολεμικής ευφορίας, αλλά και βαθιάς συντήρησης. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι που έχουν δημιουργικές ανησυχίες, να έχουν ταυτόχρονα και συνείδηση των ορίων (ή των πραγματικών δεξιοτήτων) τους: η Κέιλ ήξερε ότι γράφει καλά, αλλά κατάλαβε γρήγορα ότι ήταν μέτρια συγγραφέας. Δεν είναι απλό να προσπαθείς για πάνω από μια δεκαετία να επιβιώσεις ως γυναίκα σινεκριτικός σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, επιμένοντας σε μια αναιδή καινούρια γλώσσα που δεν έκανε συμβιβασμούς κι αμφισβητούσε αυθεντίες. Αφού πέρασε απ’ όλα αυτά, η Πολίν Κέιλ έφτασε στον New Yorker το 1968. Ήταν πια εκείνη έτοιμη και οι συνθήκες ώριμες να γίνει η πιο επιδραστική film critic στον κόσμο, απόλυτα συνδεδεμένη με το Αμερικάνικο Νέο Κύμα των 70s αφού ανέδειξε το έργο των Σκορσέζε, Κόπολα, Σπίλμπεργκ, Ντε Πάλμα (μάλλον ήταν κι ερωτευμένη μ΄αυτόν, λέω εντελώς αυθαίρετα) κ.ά. Πάντα έτοιμη για έναν καλο καβγά, πάντα δύστροπη (η κόρη της λέει on camera ότι δεν σταματούσε ποτέ να κριτικάρει, ακόμα και στο σπίτι), στη λεπτη γραμμή του να εξυπηρετεί με τα αιρετικά κείμενά της τόσο το αιρετικό brand name της όσο και τον ανώνυμο σινεφίλ. Πήγε να καταστρέψει την καριέρα του Ντέιβιντ Λιν, δεχόταν μέχρι κι απειλές για τη ζωή της, ενώ οι επιθέσεις από τους σκηνοθέτες που έθαβε είχαν την γνωστή μορφή του πώς μπορεί να κριτικάρει κάτι που δεν μπορεί να κάνει, δηλαδή ταινίες. Κι εκείνη απαντούσε: «Δεν χρειάζεται να έχω γεννήσει το αβγό, για να καταλάβω αν είναι νόστιμο». Από το ντοκιμαντέρ του Ρομπ Γκάρβερ, What She Said: The Art Of Pauline Kael, μου έλειψε πολύ μια σύνδεση με το σήμερα που ο ρόλος της κριτικής είτε αμφισβητείται, είτε απορρίπτεται. Αν και η Πολίν Κείλ είχε μια απάντηση (ή μια προφητεία) και γι’ αυτό: «Μεταξύ του κοινού και των ταινίων υπάρχουν οι κριτικοί και οι διαφημιστές. Δεν είναι πολύ καλή ιδέα να αφήσουμε τους δεύτερους μόνους τους».


Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου του 1999, λίγο πριν αλλάξουμε χιλιετία, ο Μπόρις Γιέλτσιν παραιτήθηκε με τηλεοπτικό διαγγέλμα από Πρόεδρος της Ρώσικης Ομοσπονδίας και διόρισε στη θέση του τον Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν. Ήταν ο εκλεκτός, ο «προτατευόμενος» του και με αυτόν τον τρόπο του έδινε ένα τρίμηνο προβάδισμα γνωριμίας με το αξίωμα μέχρι να διεκδικήσει την ψήφο του λαού τον Μάρτιο του 2000. Ο Βιτάλι Μάνσκι ήταν μέρος του στενού κύκλου που είχαν απόλυτη πρόσβαση και στους δύο άνδρες, γυρίζοντας φιλμ προπαγάνδας για την κρατική τηλεόραση. Σχεδόν 20 χρόνια μετά έφτιαξε ενα φιλμ, το Μιλώντας με τον Πούτιν/ Putin’s Witnesses, αποκλειστικά με footage εκείνων των ημέρών… αλλά με το σημερινό, δικό του voice over. Σήμερα, που ξέρουμε το αυταρχικό, συγκεντρωτικό καθεστώς που έχει κτίσει ο Πούτιν, αποτελωντας κάτι σαν Διάβολο για τους Δυτικούς – σήμερα που ενδεχομένως ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει τύψεις επειδή αρχικά το(ν) υπηρέτησε. Από όλα τα κουνημένα πλάνα των πρώτων ημερων μετά το μιλένιουμ, δεν έχει μείνει κανένας κοντά στον Πούτιν. Όλοι οι στενοί συνεργάτες του έχουν βρεθεί στην αντιπολίτευση, ενώ κάποιοι έχουν βρεθεί και στον άλλο κόσμο όπως ο πρώην Υπουργός Τύπου, Μιχαήλ Γκεσίν. Ο τρόπος που αυτό το ωμό υλικό χρησιμοποιείται σε εντελώς άλλο context ίσως εγείρει ζητήματα δεοντολογίας, αλλά από την άλλη είναι τόσο αποκαλυπτικό. Κυριολεκτικά, όταν μπαίνει στην οικία Γιέλτσιν και φιλμάρει το κωμικοτραγικό θέαμα ενός ηγέτη τόσο βαρύ που δεν μπορεί να κουνηθεί πόσο μάλλον να παίξει ρόλο στι εξελίξεις (μάταια αναμένει τον Πούτιν να του επιστρέψει το τηλεφώνημα συγχαρητηρίων το βράδυ των εκλογών). Μεταφορικα, γιατί δείχνει τον Πούτιν απροκάλυπτα να λέει ότι «αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι ο κόσμος να πιστέψει ότι είμαστε στο πλευρό του». Κάπως έτσι σε μια αχανή χώρα που μετά την πτώση του κομμουνισμού έγινε καπιταλιστική Άγρια Δύση, ο Πούτιν παραμένει ακομα και σήμερα πανίσχυρος (ίσως έχοντας στο χέρι ακόμα και τον όμολογό του). Α, στην ταινία εμφανίζεται κι ένας καλός θείος με το όνομα Μιχαήλ Γκορμπατσόφ…

To 21o Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ολοκληρώνεται στις 10/3 στη Θεσσαλονίκη.
Παναγιώτης Μένεγος