Είναι αδύνατον να αποτιμήσει κανείς σωστά το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών χωρίς να λάβει υπόψιν του την περιπέτεια που προηγήθηκε της έναρξής του. Κι η περιπέτεια αυτή είναι, ως γνωστόν, χωρίς προηγούμενο. Ξεκίνησε με μια αποπομπή-μνημείο αχαριστίας – όχι λόγω της μη ανανέωσης της θητείας, αλλά λόγω του τρόπου που έγινε: αυτή του Γιώργου Λούκου, του ανθρώπου που κατά τη δεκαετή θητεία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής αναμόρφωσε εκ βάθρων το Φεστιβάλ, το συνέδεσε με τα πλέον σύγχρονα ρεύματα του θεάτρου και του χορού, και βοήθησε να ανοίξει ο δρόμος προς το εξωτερικό για τις ελληνικές ομάδες. Κατόπιν, ήρθε η επιλογή για τη θέση – μέσα Φεβρουαρίου – ενός καλλιτέχνη παγκοσμίου φήμης, του Γιαν Φαμπρ, χωρίς όμως η πολιτική ηγεσία του Yπουργείου Πολιτισμού να δείχνει να γνωρίζει ποιον επέλεξε, ούτε και γιατί – είχα γράψει αναλυτικά σχετικά. Η συνέχεια είναι γνωστή: ατυχώς, όχι μόνον στη χώρα μας, αλλά παντού. Αν είχα ένα κέρμα των δύο ευρώ για κάθε φορά που χρειάστηκε φέτος, στο φεστιβάλ της Αβινιόν, να εξηγήσω σε ξένο συνάδελφο, κάτω από το έκπληκτο ή και ειρωνικό του βλέμμα, τι ακριβώς συνέβη και κηρύξαμε έναν από τους σημαντικότερους ευρωπαίους καλλιτέχνες persona non grata, αντί για τα συνήθη μικροσκοπικά ενοικιαζόμενα δωματιάκια της πόλης, θα είχα διαμείνει σε πεντάστερο. Η τεράστια ζημιά που μας έκανε αυτή η ιστορία δεν είναι, όμως, αντικείμενο αυτού του κειμένου.

Τελικώς την καλλιτέχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ ανέλαβε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Βρισκόμασταν ήδη στο μήνα Απρίλιο, όπου όλα τα σοβαρά και μη καλοκαιρινά φεστιβάλ είχαν προ πολλού ανακοινώσει το πρόγραμμά τους, κι εμείς ακόμα δεν το είχαμε καν διαμορφώσει. Ως εκ τούτου είναι ευνόητο πως το σύνολο του φετινού προγραμματισμού δεν μπορεί παρά να κριθεί υπό αυτό το πρίσμα, κι όπως κι ο ίδιος ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής έχει πει, το όραμά του θα αρχίσει να παρουσιάζεται από την επόμενη χρονιά. Ένα φεστιβάλ, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς ένα σύνολο από μετακλήσεις από το εξωτερικό κι επιλογές ή νέες παραγωγές από το εγχώριο δυναμικό, αλλά μια πρόταση συνολική, με έναν ή περισσότερους άξονες και μια κεντρική φιλοσοφία – κι αυτό πράγματι δεν θα μπορούσε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος να το κάνει φέτος. Παρόλα αυτά, μπορούμε να συζητήσουμε για τις επιλογές που ήδη έκανε, με το ενδεχόμενο αυτές να αποτελούν δείγμα γραφής για το μέλλον.

Macbeth

Κατ’αρχάς εντυπωσιάζει το πλήθος των παραγωγών: προσωπικά αδυνατώ να καταλάβω γιατί σε ένα φεστιβάλ του οποίου το πρόγραμμα διαμορφώθηκε όχι στο παρά πέντε, αλλά στο …και δέκα, έπρεπε να φιλοξενηθούν τόσο πολλά πράγματα. Αν δεν απατώμαι, οι προτάσεις που είχαν υποβληθεί το περασμένο φθινόπωρο δεν είχαν καν αξιολογηθεί, κι αυτό έγινε με κατεπείγουσα διαδικασία μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ήταν τόσο πολλές οι αξιόλογες που δεν ήταν δυνατόν να πει κανείς όχι σε καμία; Προσετέθησαν κι άλλες την τελευταία στιγμή; Άγνωστο – τουλάχιστον σε μένα. Η ομάδα της παραγωγής και των τεχνικών του φεστιβάλ, με το συνήθη και γνωστό ηρωισμό τους, κατάφεραν και πάλι να αντεπεξέλθουν. Το γιατί έπρεπε να υποβληθούν σε αυτή τη δοκιμασία είναι που μου διαφεύγει.

Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι το εξής: με δεδομένο τον ελάχιστο χρόνο που είχαν οι ελληνικές ομάδες για να ετοιμάσουν τη δουλειά τους (υπολογίζω ως μέσο όρο περίπου δύο μήνες, κάποιοι ελάχιστα περισσότερο, κάποιοι ίσως και λιγότερο), αρκετοί εξ αυτών στράφηκαν σε μια παράσταση devised theatre. Αυτό δείχνει κάτι ανάμεσα σε άγνοια κινδύνου και σε μια σοβαρότατη παρεξήγηση: προφανώς θεωρούν πως αυτό το είδος είναι είτε το ευκολότερο, είτε το λιγότερο χρονοβόρο με το οποίο μπορεί να καταπιαστεί κανείς. Προφανώς οι πατριάρχες του είδους Forced Entertainment, που δουλεύουν μαζί, τα ίδια πρόσωπα, επί δεκαετίες ολόκληρες προκειμένου να εξελίσσουν διαρκώς τη σκηνική επικοινωνία τους και την ακρίβεια και στην παραμικρή λεπτομέρεια, κάτι έχουν καταλάβει λάθος. Αυτή ακριβώς η αντίληψη είναι που έχει διαμορφώσει το αποτέλεσμα που βλέπουμε: νεαρούς ή μη ηθοποιούς που αυτοβιογραφούνται επί σκηνής μέσα σε μια χαλαρή ή προσχηματική δραματουργία, ή και απλώς πάνω σε μια αφηρημένη έννοια. Μια πρόχειρη ματιά στην πραγματικότητα του καθενός με όρους πορνογραφίας. Τα αποτελέσματα, δυστυχώς, τα βλέπουμε…
Σε ότι αφορά τις ξένες παραγωγές που φιλοξενήθηκαν, κάποιες, όπως είναι φυσικό, ήταν επιτυχείς και κάποιες όχι. Γνωρίζω, άλλωστε, πως ορισμένες από αυτές είχαν ήδη επιλεγεί από τον Γιαν Φαμπρ (γεγονός που αποσιωπήθηκε – γιατί άραγε; ακόμα κι η αναφορά του ονόματος είναι ανεπιθύμητη;), ενώ πιθανολογώ πως άλλες είχαν αν μη τι άλλο συζητηθεί με το Γιώργο Λούκο, οπότε η ανομοιογένεια είναι εύλογη. Ως κορυφαίες στιγμές θα ξεχωρίσω το Cold Blood της Μισέλ Αν ντε Με και του Ζακό Βαν Ντορμέλ, το Minefield της Λόλα Αρίας και το Μακμπέθ του Βέρντι όπως μας τον παρουσίασαν οι Third World Bunfight σε σκηνοθεσία Μπρετ Μπέιλι. Επίσης θεωρώ πως άξιζε να δει κανείς το μαραθώνιο 2666, τόσο για της αφηγηματικές και εικονοπλαστικές του αρετές, όσο και για να γνωρίσει έναν ανερχόμενο και υποσχόμενο σκηνοθέτη, τον Ζυλιέν Γκοσλέν, όπως και τα The Blind Poet του Γιαν Λάουερς και 4 του Ροδρίγο Γκαρσία, γιατί πρόκειται για δύο σημαντικούς δημιουργούς που αξίζει να παρακολουθεί κανείς ακόμα κι όταν δεν τους πετυχαίνει στην ευτυχέστερη στιγμή τους. Ως ατυχέστερες επιλογές θεωρώ τις παραστάσεις των Αλεσσάντρο Σαρρόνι και Γιαν Μάρτενς – ίσως επειδή για κακή μας τύχη ήταν και μαζεμένες, μέσα στην ίδια εβδομάδα. Γνωρίζω πως έχουν περάσει κι από άλλα διεθνή φεστιβάλ και μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα, αλλά δεν σημαίνει κάτι αυτό: αν ήταν έτσι, θα αρκούσε να βλέπει κανείς τα ξένα προγράμματα και να επιλέγει από αυτά, θεωρώντας τα ως σίγουρες και δοκιμασμένες λύσεις.

Η τάξη μας

Και το κέντρο όλων των συζητήσεων που προέκυψαν μετά τα γεγονότα, η εγχώρια παραγωγή; Εδώ θα ήθελα να σταθούμε λίγο. Όλα τα τελευταία χρόνια, και επί Γιώργου Λούκου, ειδικά από τότε που οι περικοπές στον προϋπολογισμό του Φεστιβάλ Αθηνών έγιναν δραστικές, είδαμε σε αυτό παραστάσεις που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουμε δει. Η φτώχεια έφερε χαλάρωση των κριτηρίων, αγωνία να γεμίσουν κενές ημερομηνίες με ο,τιδήποτε, συμπαραγωγές με τους οποιουσδήποτε, εύκολη συνθηματολογία τύπου «Τόπο στους νέους». Αυτό συνεχίστηκε και φέτος. Σε όλα τα σημαντικά διεθνή φεστιβάλ από τα οποία έχω περάσει, βλέπουμε ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει η χώρα όπου πραγματοποιείται το φεστιβάλ, και κάποιες από τις πλέον ανερχόμενες και υποσχόμενες νεώτερες ομάδες της. Κατ’ αυτό τον τρόπο, έρχονται σε επαφή μεταξύ τους οι καλλιτέχνες από τις διάφορες χώρες, κι ενδεχομένως ενδιαφέρονται και οι ξένοι προγραμματιστές να παρακολουθήσουν αυτά που συμβαίνουν. Ούτε μια διοργάνωση απο όπου δικαιούνται να περάσουν εκ περιτροπής όλοι οι καλλιτέχνες της χώρας είναι το φεστιβάλ, ούτε μηχανισμό χρηματοδοτησής τους αποτελεί, ούτε χώρο για να δοκιμαστούν και να γίνουν γνωστοί οι νέοι – γι αυτό το σκοπό υπάρχουν άλλα, ειδικά φεστιβάλ. Απλά είναι τα πράγματα, κι όποιος θέλει το καταλαβαίνει – γιατί ακούγονται θέσεις αντιφατικές: ή θα έχουμε ένα φεστιβάλ στο οποίο όλοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής, θα πρέπει να δείχνουν όλοι εκεί τη δουλειά τους με σειρά προτεραιότητος, θα το ανοίξουμε και σε όλους τους νέους καλλιτέχνες, και θα το βλέπουμε (;) μόνοι μας, ή θα συμμετέχουν στο φεστιβάλ οι καλύτεροι, οι πλέον ενδιαφέρουσες προτάσεις, κι οι νεώτεροι που ήδη έχουν δείξει δείγματα γραφής κι υπόσχονται τα περισσότερα, και σε συνδυασμό με τις σημαντικές μετακλήσεις από το εξωτερικό, θα αποτελούν ένα σύνολο που μπορεί να ενδιαφέρει τους ξένους προγραμματιστές ώστε να παραστούν, κι αν κάποιες παραστάσεις τούς γοητεύσουν και τους πείσουν ότι αφορούν το κοινό του εξωτερικού, ίσως να κατορθώσουν το πολυπόθητο άνοιγμα προς τη διεθνή θεατρική πραγματικότητα. Όλα μαζί δεν γίνονται.

andwearenotatthesameplace -Αρια Μπουμπάκη

Θεωρώ πως υπό τις συνθήκες και με τα χρονικά περιθώρια που έκαναν πρόβες οι φετινές ελληνικές πατραγωγές, θα ήταν άδικο να τις κρίνει κανείς. Ευθύνη φέρουν μόνο σχετικά με την απόφασή τους να εμπλακούν στο εγχείρημα υπό αυτούς τους όρους. Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότεροι έπαιξαν με ελάχιστη (έως και καθόλου) σκηνογραφία. Εξαιρούνται οι έτοιμες παραστάσεις (π.χ. Revolt Athens, Η Τάξη Μας) που όπως είναι φυσικό εμφάνιζαν άλλη πληρότητα. Επίσης, θεωρώντας πως ο σύγχρονος χορός, πιθανώς λόγω και της θητείας όλων σχεδόν των συντελεστών του στο εξωτερικό, προχωρά με πιο στέρεα βήματα, θα ήθελα να επισημάνω τα ονόματα των νεώτερων χορογράφων που είδαμε – Γεωργία Βαρδαρού, Κατερίνα Ανδρέου, Άρια Μπουμπάκη – χωρίς να υποτιμώ διόλου τους εμπειρότερους ομότεχνούς τους που έλαβαν μέρος: πρόκειται απλώς για τα νέα ονόματα που με γοήτευσαν με τη δουλειά τους και τα προσέθεσα στην ατζέντα μου ώστε να τα παρακολουθώ με προσοχή.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Δύο επισημάνσεις που θεωρώ απαραίτητες:
Πρώτον: κάτι ο σάλος που προηγήθηκε, κάτι η καθυστέρηση στον προγραμματισμό, ο κόσμος δεν πείστηκε: για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η προσέλευση του κοινού σε πολλές από τις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών ήταν χαμηλή. Η κρίση δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία: κρίση είχαμε και πέρυσι και πρόπερσι. Κάτι άλλο δεν πήγε καλά, κι αυτό θα έπρεπε να προβληματίσει τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή.

Δεύτερον: Ανάμεσα στις επιλογές του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου υπάρχουν κάποιες που τις βρίσκω επιτυχείς. Σε επίπεδο προσώπων, πιστεύω πως η Δήμητρα Κονδυλάκη στο θέατρο, η Στεργιανή Τσιντζιλώνη στο χορό και η Τζωρτζίνα Κακουδάκη στα εκπαιδευτικά, είναι άνθρωποι που τους αξιζει μια ευκαιρία να δείξουν τι μπορούν να προσφέρουν – για τον Matthias von Hartz σε ρόλο συμβούλου διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για λόγους που δεν είναι της παρούσης. Επίσης, πρωτοβουλίες όπως η δημιουργική απασχόληση των παιδιών στην Επίδαυρο ή οι εκπαιδευτικοί θεσμοί που έχουν εξαγγελθεί, είναι σε επίπεδο πρόθεσης αξιέπαινες κι αναμένεται με ενδιαφέρον το πώς θα λειτουργήσουν στην πράξη. Όμως υπάρχουν άλλα σημεία που τα βρίσκω εξόχως ανησυχητικά. Ερωτηθείς σχετικά σε μια συνέντευξη, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών δήλωσε πως θεωρεί αυτονόητο πως θα καλέσει ομάδες και καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάσηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου – το πραγματοποίησε ήδη με αρκετούς. Πέρα από το αυτονόητο (;) πως οι απαιτήσεις δεν είναι ίδιες, ελπίζω να αντιλαμβάνεται και κάτι ακόμη: οι βασικοί λόγοι που πολλοί (εμού μη εξαιρουμένου) αναρωτιούνται μήπως θα έπρεπε θέσεις όπως του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ ή του Προέδρου της ΕΡΤ να καλύπτονται μετά από διεθνή διαγωνισμό και κατά προτίμηση από ξένους, είναι δύο – και αποτελούν και την απάντηση στο γνωστό ερώτημα: «Μα δεν έχουμε στην Ελλάδα ανθρώπους άξιους για τη θέση»; Κατ’ αρχήν ένας ξένος είναι λιγότερο ευάλωτος σε πολιτικές πιέσεις και παρεμβάσεις (άνθρωποι όπως ο Μάνος Χατζιδάκις που έκλεινε το τηλέφωνο κατάμουτρα σε υπουργούς που τον παρενοχλούσαν όταν διηύθυνε το Τρίτο, δυστυχώς σπανίζουν). Κι ίσως το πιο σημαντικό: η συνήθης μομφή, πως ένας ξένος δεν γνωρίζει τα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας μας, είναι ταυτόχρονα και το μεγάλο του προτέρημα. Γιατί είναι, αναγκαστικά, έξω από παρέες, κυκλώματα, συμπάθειες κι αντιπάθειες του χώρου, κι έτσι, μόλις θα ερχόταν σε επαφή με τους καλλιτέχνες και τη δουλειά τους, θα μπορούσε να κρίνει αντικειμενικά. Ούτε το τηλέφωνό του θα είχαν όλοι ώστε να του ζητήσουν βοήθεια, ούτε παλιές φιλίες ή αντιζηλίες θα έπαιζαν ρόλο στην κρίση του. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζεται με όλους, και θα πρέπει αυτό να το διαχειριστεί αποτελεσματικά. Ο καλλιτεχνικός κόσμος που σφόδρα ταράχτηκε και στράφηκε ενάντια στον Γιαν Φαμπρ – όπως άλλωστε, μην το ξεχνάμε, είχε κάνει και μόλις είχε αναλάβει ο Γιώργος Λούκος – ανησυχώντας μη χάσει όσα θεωρεί κεκτημένα του, μοιάζει τώρα καθησυχασμένος. Εγώ θεωρώ την ανησυχία πιο δημιουργικό παράγοντα. Φυσικά είναι πολύ νωρίς, και δεν θα ήταν δυνατόν να κρίνει κανείς έναν άνθρωπο που ως τώρα ελάχιστα πράγματα είχε την ευκαιρία να πράξει με τον τρόπο που θεωρεί σωστό. Κι αν τυχόν σε αυτή την αποτίμηση υπήρξα αυστηρός, ελπίζω πως άδικος δεν φάνηκα…

Γιώργος Βουδικλάρης

Share
Published by
Γιώργος Βουδικλάρης