Οι διαστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών δεν υπήρξαν απλώς μεγάλες: θα τολμούσα να τις πω απειλητικές. Η διασπορά του σε διάφορα μέρη ενέτεινε περαιτέρω την αίσθηση γιγαντισμού που αφήνει. Γι’ αυτό και η ανασκόπηση που ακολουθεί θα επιχειρήσει να εξετάσει τόσο τις επιλογές, όσο και την ίδια τη μορφή που τείνει να πάρει η κορυφαία καλλιτεχνική διοργάνωση του καλοκαιριού. Τα γεγονότα με τις στάσεις εργασίας των εργαζομένων του, αλλά και η συνεχής – εξαντλητική ώρες-ώρες – παρακολούθησή του υπήρξαν δύο από τα σημεία στα οποία αξίζει να σταθεί κανείς, όχι μόνο για λόγους ουσίας, αλλά και συμβολισμών.

Στιγμιότυπο από τον «Παίκτη».

Αδιαμφισβήτητη ναυαρχίδα του φετινού προγραμματισμού υπήρξε το αφιέρωμα στην Φολκσμπύνε. Οι λόγοι είναι πολλοί: κατ’ αρχήν, η ίδια η χρονική στιγμή, λίγες μόνο εβδομάδες πριν την αποχώρηση του Φρανκ Κάστορφ από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή μετά από 25 χρόνια. Η παράστασή του πάνω στον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, ήταν η κορυφαία στιγμή του αφιερώματος κι ενδεχομένως και ολόκληρου του Φεστιβάλ Αθηνών 2017. Προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και πλήθος αποχωρήσεων, πολλές εκ των οποίων οργισμένες! Οι λόγοι γι αυτό είναι πολλοί, αλλά ίσως όχι επαρκείς. Η διακειμενικότητα που τόσο αγαπά ο Κάστορφ είναι ίσως αποπροσανατολιστική για τους μη γνώστες των γερμανικών γραμμάτων, και οι πολύωρες παραστάσεις του μπορεί να κουράσουν ένα θεατή που πρέπει ανά πάσα στιγμή να παρακολουθεί και τους υπέρτιτλους. Όμως το θέατρο του Κάστορφ – όπως και του Μαρτάλερ –  είναι ένας κόσμος που απαιτεί χρόνο για να εισέλθει κανείς σε αυτόν, κι αυτή ακριβώς είναι η αιτία της μεγάλης διάρκειας – άλλωστε, αν γνωρίσει κανείς πως Ο Παίκτης είναι μια νουβέλα περιορισμένης έκτασης, οφείλει να έχει πονηρευτεί ακούγοντας πως η παράσταση διαρκεί πέντε ώρες.


Επίσης, για μια θεατρική γλώσσα που είναι προϊόν μιας πολυετούς παράδοσης κι εξέλιξης, καθώς και για έναν ιδιοφυή, αλλά όχι απλό δημιουργό, που συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους της Ευρώπης, θεωρώ πως ο θεατής έπρεπε να έχει εκ των προτέρων βοηθηθεί από τους πολιτιστικούς συντάκτες (και δεν βγάζω την ουρά μου απ’ έξω) με σχετικά άρθρα και αναλύσεις, ώστε να μην πέσει ουρανοκατέβατος. Δύσκολα πράγματα, αν σκεφτεί κανείς πως αρκετοί συνάδελφοι αποχώρησαν κι αυτοί στο διάλειμμα.

«Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Σπάνια απόλαυση υπήρξε το Μουρμουρητό (Murmel) του Ντίτερ Ροτ, στην αδιανόητη σκηνοθεσία – και σκηνογραφία, πολύ βασικό – του Χέρμπερτ Φριτς: με μία και μόνο λέξη (κανένα βραβείο δεν σας περιμένει αν βρείτε ποια), επί μία ώρα και είκοσι λεπτά, μια ομάδα ηθοποιών μεγάλης κλάσης και ένα σκηνικό βγαλμένο από ψυχεδελικό όνειρο – ή έφιάλτη – που παραμόρφωνε αδιάκοπα την προοπτική και τις διαστάσεις της σκηνής, κάρφωσε στις καρέκλες του θεατές  που χειροκρότησαν έξαλλα, και βγήκαν μιλώντας μεταξύ τους αποκλειστικά με τη λέξη … Murmel!

Ο Ρενέ Πόλλες με το Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση, δεν ανήκει στους σκηνοθέτες που έχουν τη στόφα να γίνουν δημοφιλείς σε μια χώρα σαν τη δική μας. Κάνει κάτι απολύτως συγκεκριμένο, εδώ και μεγάλο διάστημα – είχα δει παράστασή του πριν δεκαπέντε χρόνια κι ήταν απολύτως απαράλλαχτη με αυτή που είδαμε στην Αθήνα – κι ακολουθεί ένα δρόμο χαρακτηριστικό και προσωπικό. Παρότι  ποτέ δεν υπήρξε από τους αγαπημένους μου, θεωρώ θετικό πως είδαμε στην Αθήνα δείγμα της δουλειάς του και πήραμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη συγκεκριμένη βερολινέζικη σκηνή, της οποίας ο Πόλλες αποτελεί διακεκριμένο μέλος. Δεν γίνεται να αρέσουν όλα σε όλους, αλλά το ενήμερο και καταρτισμένο κοινό είναι σίγουρα σε θέση να κάνει γενικότερα καλύτερες επιλογές.


Ένα ακόμα κορυφαίο γεγονός υπήρξε η έλευση των Forced Entertainment, που παρουσίασαν όλα τα έργα του Σέξπιρ με το δικό τους μοναδικό τρόπο: πάνω σ’ ένα τραπέζι, με μοναδικά όπλα την αφήγηση και διάφορα αντικείμενα οικιακής χρήσης, ώθησαν την ερμηνεία των έργων του βάρδου στον αντίποδα του υπερθεάματος εποχής. Δυστυχώς, η αδιαμφισβήτητη αξία τους δεν τιμήθηκε από  το αντίστοιχο πλήθος θεατών: τόσο η απουσία ελληνικών υπέρτιτλων, όσο και η μεγάλη πυκνότητα (τρεις την ημέρα) των παραστάσεων προφανώς απέτρεψαν πολλούς από το να τις παρακολουθήσουν.

«Τα Στοιχειώδη Σωματίδια».

Κατά τα λοιπά, πασίγνωστα ξένα ονόματα μας επισκέφτηκαν ξανά, χωρίς να προσθέσουν κάτι ιδιαίτερο στο μύθο που τους ακολουθεί. Έχοντας καταθέσει αναλυτικά την άποψή μου για τον Ρομέο Καστελλούτσι των τελευταίων ετών, θα ήθελα να πω πως το Democracy in America είναι πιο ευπρόσωπο από τις υπόλοιπες πρόσφατες δουλειές του, αισθητικά ενδιαφέρουσα και νοηματικά ασαφέστατη. Επίσης, Το Πορτραίτο ενός Άντρα του Μπομπ Ουίλσον με το Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ σίγουρα δεν άνοιξε κανένα νέο δρόμο, ούτε συγκαταλέγεται στις κορυφαίες δουλειές κάποιου από τους δύο μεγάλους συντελεστές. Όμως η γνώριμη αισθητική του τρομερού Αμερικανού δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονούμενο, και το αποτέλεσμα είναι μια ευφρόσυνη παράσταση που γρήγορα λησμονιέται.


Λυπάμαι που δεν συμμερίζομαι τον σχεδόν γενικό ενθουσιασμό για Τα Στοιχειώδη Σωματίδια του Ζυλιέν Γκοσλέν, πάνω στο ομώνυμο βιβλίο του Ουελμπέκ. Το πρωτόλειο του υποσχόμενου νεαρού Γάλλου σκηνοθέτη το είχα δει πριν μερικά χρόνια στην Αβινιόν, και μου φάνηκε μάλλον αφελές – σε σημεία εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν κατανόησε καν την ειρωνεία του συγγραφέα, και διέπραξε το σφάλμα να τη θεωρήσει ως κυριολεξία. Νομίζω πως μετά το, απείρως ευτυχέστερο, 2666 που είχαμε δει πέρυσι, η γνωριμία μας με αυτή την παλαιότερη δουλειά του ήταν ίσως περιττή.

“GreekFreak/all star game”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Στο ελληνικό θέατρο τώρα: οι διαστάσεις που τείνει να πάρει το Φεστιβάλ Αθηνών μοιάζουν σαν να σχεδιάζονται με αντικειμενικό σκοπό να χωράνε όλοι – καλοί και μη. Σε ένα τοπίο όπου οι πάντες κατά κανόνα δουλεύουν απλήρωτοι, με ποσοστά, με ελεύθερη συνεισφορά, με τον αέρα τον κοπανιστό κ.ο.κ. , και δεν έχουν απομείνει παρά μόνον τα μεγάλα ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα και το ΦΑ  από όπου να μπορεί κανείς να ελπίζει πως θα πληρωθεί για τη δουλειά του, η αγωνία όλων των ομάδων της Ελλάδας να λάβουν μέρος σε αυτό, είναι απολύτως κατανοητή. Όμως η μετατροπή του μεγαλύτερου φεστιβάλ της χώρας σε φορέα ενίσχυσης αναξιοπαθούντων, σε τίποτα καλό δεν μπορεί να οδηγήσει. Κι οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι: α) Όταν βλέπουμε στο ΦΑ όλες τις ίδιες ομάδες που είδαμε το χειμώνα, σε μια νέα παραγωγή, που συχνά μάλιστα έχει ετοιμαστεί υπό συνθήκες εξπρές, η έννοια της καταξίωσης μέσω της συμμετοχής στο φεστιβάλ όπως ίσχυε κάποτε, καταργείται οριστικά. β) Υπάρχουν σχήματα που μπορεί να είναι αξιοπρεπέστατα για να παίξουν μια παράσταση 50 λεπτών μπροστά σε 50 θεατές σε ένα μικρό χώρο, κι όταν τους ζητηθεί να κάνουν μια παράσταση μιάμισης ώρας σε ένα μεγαλύτερο χώρο για πολλαπλάσιους θεατές, απλά εκτίθενται ανεπανόρθωτα. Δεν είναι όλοι για όλα και γ) η συνδικαλιστική νοοτροπία πως όλοι έχουν θέση και δικαίωμα συμμετοχής στο φεστιβάλ θα καταργήσει στην πράξη κάθε ελπίδα εξόδου των παραστάσεων που το αξίζουν προς το εξωτερικό: δύσκολα ένας προγραμματιστής θα επανέλθει αν διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως η μεγάλη πλειοψηφία αυτών που είδε δεν έχουν παρά μόνο τοπικό, εγχώριο ενδιαφέρον.  Ας ελπίσουμε η επιστροφή των θεατρικών επιχορηγήσεων να επαναφέρει μια ισορροπία που έχει επικίνδυνα διαταραχτεί.  

Επί της ουσίας τώρα: η πρώτη ελληνική παράσταση που ξεχώρισα είναι κάποια που δεν αγαπήθηκε και πολύ γενικά: το GreekFreak/all star game του Σίμου Κακάλα. Ένα καμπαρέ με την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού του, το οποίο – ως όφειλε – δεν άφησε τίποτε όρθιο, δεν σεβάστηκε τίποτα, προκάλεσε και ενόχλησε. Μικρή σημασία έχει αν θα μπορούσε να είναι λίγο πιο σφιχτό, ή αν θα το έκανε πιο ευθύβολο μια μικρή συντόμευση της διάρκειάς του: παραμένει ένα από τα πιο ακομπλεξάριστα, ζωντανά και χυμώδη πράγματα που έχω δει στο Φεστιβάλ Αθηνών εδώ και χρόνια.

Στη Λουιζέττα του ODC Ensemble της Έλλης Παπακωνσταντίνου έχω αναφερθεί διεξοδικά: ήταν το κατάλληλο πράγμα την κατάλληλη στιγμή, κι άγγιξε ακριβώς τα ζητήματα που όφειλε.

«Θερμά Θαλάσσια Λουτρά».

Μια τρίτη, πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, αποτέλεσαν Οι Κόρες των bijoux de Kant του Γιάννη Σκουρλέτη. Με σαφέστατες αναφορές στις Δούλες του Ζενέ, στο χώρο του παλιού Χρηματιστηρίου, Οι Κόρες διαπραγματεύτηκαν την απουσία/παρουσία της μητέρας Αθήνας, καταλήγοντας να διαπιστώσουν το θάνατό της. Ο Σκουρλέτης ευτύχησε να έχει μια θαυμάσια ιδέα, καθώς και τη Λένα Δροσάκη και την Άλκηστη Πουλοπούλου στις καλύτερές τους στιγμές, με μια χημεία ανάμεσά τους μαγική. Ατύχησε να έχει ένα μη θεατρικό  χώρο απολύτως ακατάλληλο ηχητικά (και όχι μόνο), καθώς και εμφανώς ανεπαρκή χρόνο για να δουλέψει, τόσο δραματουργικά όσο και in situ. Θα ήταν ευχής έργον να μπορούσαμε να ξαναδούμε, κάπου αλλού, υπό τις συνθήκες που της αξίζουν, αυτή τη δουλειά που τόσα συναρπαστικά υπόσχεται, καθώς άλλωστε μία από τις λίγες παραστάσεις που επρόκειτο να δοθούν, ματαιώθηκε λόγω στάσεων εργασίας του προσωπικού του Φεστιβάλ.

Για τον ίδιο λόγο – τις στάσεις εργασίας – δεν μπορέσαμε ποτέ να παρακολουθήσουμε και το Ινστιτούτο της Παγκόσμιας Μοναξιάς των blitz. Μια πολυαναμενόμενη δουλειά πέρασε από το ΦΑ σχεδόν χωρίς κανένα απόηχο: πόσο κρίμα…

Ο Θρύλος του Αγίου Κάρτακ της Μαρίας Πανουργιά απέδειξε πως όσο η σκηνοθέτις απομακρύνεται από κάθε έννοια ρεαλισμού και αναζητά με τους συνεργάτες της ένα κόσμο ιδιοσυγκρασιακό και αυθαίρετο, σε τόσο πιο μαγικά αποτελέσματα επιτυγχάνει. Εξαιρώντας κάποια σημεία που η επαναληπτικότητα ίσως αδυνάτιζε την τελική εντύπωση, η παράσταση μάς χάρισε στιγμές και εικόνες που θα θυμόμαστε για καιρό.

 Ο Βασίλης Νούλας και η Nova Melancholia βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι – πράγμα που είχε ήδη διαφανεί κι από την παράστασή τους το χειμώνα στη Στέγη Του Ιδρύματος Ωνάση – που τους δημιουργεί μια εύλογη αμηχανία: η μετάβαση από το underground στο mainstream είναι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας. Πρέπει κανείς να αποφύγει τις ακρότητες, που όμως αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι της σκηνικής γλώσσας, αλλά και της φήμης του, και ταυτόχρονα να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά που του χάρισαν την αναγνωρισιμότητα – άρα και το κοινό του. Καρπός αυτής της αμηχανίας είναι και τα Θερμά Θαλάσσια Λουτρά: περιέχουν ευτυχείς στιγμές, αλλά και μια επαναληπτικότητα που κουράζει, καθώς και πράγματα που αφήνουν την αίσθηση πως γίνονται «για την τιμή των όπλων», για να μη χαθεί ό,τι αποτελούσε παλαιότερα την υπογραφή των NM.

Θερμότατος ήταν ο απόηχος που άφησε το Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριό Μου του Δημήτρη Κουρτάκη με τον Άρη Σερβετάλη, μια βουτιά στο μπεκετικό σύμπαν.  Η απουσία μου στην Αβινιόν με εμπόδισε από το να έχω προσωπική γνώμη, όμως οι πληροφορίες που έφτασαν μέχρι τα αυτιά μου μιλούν για μια από τις ευτυχείς στιγμές του φετινού Φεστιβάλ.

Το σόλο της Κατερίνας Ανδρέου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Εκτιμώ πως το συνολικά ευτυχέστερο κομμάτι του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών υπήρξε αυτό του χορού. Πέτυχε την ισορροπία ανάμεσα σε ελληνικό και ξένο στοιχείο, και το κυριότερο για μένα: μας σύστησε καλλιτέχνες που ούτε καν γνωρίζαμε. Προφανέστατα ευπρόσδεκτη η επάνοδος του Χόφες Σέχτερ με την πολύ καλή νέα του δουλειά. Όμως ποιος είχε ακούσει τους Kinkaleri; Πόση φρεσκάδα κατέκλυσε το Bios εκείνο το βράδυ; Πώς ήταν δυνατόν να μην γνωρίζουμε ως τώρα τη μοναδική Μέττε Ίνγκβαρτσεν, που καθήλωσε με την τόλμη και την ουσία της δουλειάς της τους λίγους τυχερούς που τη χάρηκαν ; Εγώ προσωπικά ονειρεύομαι ήδη μια εις βάθος συνέντευξη μαζί της για να μπορέσουμε να τη γνωρίζουμε όλοι καλύτερα… Και ποιος δεν θα περιμένει εναγωνίως την επόμενη δουλειά της Μαρλένε Μοντέιρο Φρέιτας, που προσέγγισε τις Βάκχες με τόσο ανατρεπτικό και ταυτόχρονα διεισδυτικό τρόπο;

Κι από ελληνικής πλευράς, απολαύσαμε τη συνέχεια των αναζητήσεων του Ευριπίδη Λασκαρίδη, που ακολουθεί τον δρόμο μιας ολόδικής του έκφρασης γνωρίζοντας όλο και περισσότερο τη διεθνή καταξίωση, το υπέροχο σόλο της Κατερίνας Ανδρέου που επέστρεψε στη χώρα μας με ένα σημαντικό βραβείο στις αποσκευές του, την προσωπική πορεία της Άριας Μπουμπάκη που προχωρά όλο και βαθύτερα, δίνοντας συνεχώς υποσχέσεις για το μέλλον, τη νέα αποκάλυψη που ακούει στο όνομα Αναστασία Βαλσαμάκη. Χωρίς, φυσικά, να παραβλέπουμε τη δουλειά ανθρώπων με πολύχρονη παρουσία και δράση, όπως ο Κωνσταντίνος Μίχος, η Λίντα Καπετανέα, η Λενιώ Κακλέα, η Ιωάννα Πορτόλου και πολλοί ακόμη. Ένα σύνολο που θα ήταν εντυπωσιακό ακόμα κι αν το Φεστιβάλ Αθηνών είχε ως μοναδικό αντικείμενο το χορό.

Ο Βιμ Μέρτενς στο πιάνο.

Η μουσική, για λόγους που θα πρέπει κάποια στιγμή να συζητηθούν διεξοδικά, παραμένει εδώ και κάποια χρόνια, και επί της προηγούμενης καλλιτεχνικής διευθύνσεως, ολίγον τι το αποπαίδι του φεστιβάλ. Όχι γιατί έλειψαν οι σπουδαίες στιγμές, είτε ελληνικού – Νίκος Ξυδάκης, Μαρία Φαραντούρη, Κώστας Βόμβολος – είτε διεθνούς – Βιμ Μέρτενς, Λουντοβίκο Εινάουντι, Γιαν Τίρσεν – είτε και οι λιγοστές συμφωνικές στιγμές, όπως αυτή με τη Φιλαρμονική της Αγίας  Πετρούπολης ή και το περίφημο El Sistema, που έριξε χτες και την εν Αθήναις αυλαία του φεστιβάλ. Αλλά γιατί δεν φαίνεται πουθενά κάποια συνολική άποψη η σκέψη που να διέπει τις επιλογές αυτές. Φυσικά, ιδιαιτέρως στον τομέα της συμφωνικής μουσικής και της όπερας, η οικονομική δυσπραγία είναι απολύτως καθοριστική, εφόσον απαγορεύει τον έγκαιρο σχεδιασμό. Προσωπικά ελπίζω στο μέλλον να δω επιλογές πιο τολμηρές και απρόσμενες, που χωρίς να έχουν απαραίτητα μεγάλο κόστος, θα δώσουν νέο αέρα στο μουσικό κομμάτι του ΦΑ.

Καταλήγοντας, σε ένα καλοκαίρι πολιτιστικού υπερπληθωρισμού, όπου οι εκδηλώσεις ήταν περισσότερες από όσες το σύνολο του φιλότεχνου αθηναϊκού κοινού θα μπορούσε ποτέ να καταναλώσει (και χρησιμοποιώ το ρήμα συνειδητά), φοβάμαι πως ο υπερφυσικός αριθμός των παραγωγών του Φεστιβάλ, σε συνδυασμό με τη διασπορά τους σε διάφορα σημεία (Άνοιγμα στην Πόλη, εκδηλώσεις στον Πειραιά και τις συνοικίες του κλπ), αποπροσανατόλισαν το κοινό, το μπέρδεψαν, και οι σίγουρα καλές προθέσεις ενδεχομένως δεν εκπληρώθηκαν. Προσωπικά ελπίζω στο μέλλον σε αυστηρότερες επιλογές, σφιχτότερο πρόγραμμα με σαφέστερες κατευθύνσεις, κι ενδεχομένως λιγότερες παραγωγές που θα μπορούν να υποστηριχθούν καλύτερα οικονομικά. Τέλος, διατηρώ την επώδυνη ανάμνηση της βραδιάς όπου παραστάσεις ματαιώθηκαν λόγω στάσεων εργασίας του προσωπικού του Φεστιβάλ, το οποίο διεκδικούσε τα απολύτως αυτονόητα: άκουσα αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την αναγκαιότητα ή μη των συγκεκριμένων κινητοποιήσεων, αλλά εκείνη τη βραδιά στην Πειραιώς ούτε ένα μέλος του ΔΣ δεν μπήκε στον κόπο να εμφανιστεί και να φωτίσει τους απορημένους θεατές για την άλλη άποψη. Θα ήταν ευχής έργον στο μέλλον να επανεξετάσουν το ρόλο και τις ευθύνες τους.

Γιώργος Βουδικλάρης

Share
Published by
Γιώργος Βουδικλάρης