ΔΙΕΘΝΗ

Τελειώνει η «παιδοκτονία γένους θηλυκού» που συντελείται τόσα χρόνια στην Κίνα;

Πώς η πολιτική ενός παιδιού έγινε εφιάλτης για την κινεζική οικογένεια.
21-china-one-child-policy-poster

Η πολιτική του ενός τέκνου, την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αποφάσισε να εφαρμόσει πριν από 35 χρόνια, με σκοπό τον έλεγχο των γεννήσεων και την αποφυγή μίας καταστροφικής για την κινεζική οικονομία δημογραφικής έκρηξης, εγκαταλείπεται, όπως ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη η κυβέρνηση της ασιατικής χώρας. Η απόφαση λήφθηκε υπό τη δαμόκλειο σπάθη των κινδύνων που φάνηκε πλέον να εγκυμονεί η απαγόρευση τεκνοποίησης ενός δεύτερου παιδιού, κίνδυνοι που θα μπορούσαν να απειλήσουν και την επιβίωση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Η πολιτική του ενός τέκνου οδήγησε στην πιο ακραία δυσαναλογία μεταξύ γυναικείου και ανδρικού πληθυσμού σε εθνικό επίπεδο, προκαλώντας ταυτόχρονα γήρανση του κινεζικού πλυθησμού, με ό τι αυτό συνεπάγεται για την κινεζική οικονομία, η οποία – δεδομένο που πρέπει να συναρτηθεί με την αλλαγή οικογενειακής πολιτικής – περνά περίοδο κάμψης, με τις προβλέψεις για ανάπτυξη να αναθεωρούνται σταθερά τους τελευταίους μήνες προς το χειρότερο.

Τη μεγάλη εικόνα, ωστόσο, σχηματίζουν μικρές ψηφίδες. Και στην περίπτωση της Κίνας οι ψηφίδες είναι τα εκατομμύρια ανθρώπων που είδαν τη ζωή τους να επηρεάζεται δραματικά από την πολιτική του ενός παιδιού. Οι αναγκαστικές εκτρώσεις και οι υποχρεωτικές στειρώσεις αποτέλεσαν κομμάτι της καθημερινότητας των Κινέζων τη δεκαετία του ’80. Η λαϊκή δυσαρέσκεια για αυτές τις πρακτικές ανάγκασαν το Πεκίνο να εισηγηθεί την άρση πολλών καταναγκαστικών μέτρων, υιοθετώντας ταυτόχρονα πολιτικές που θα βασίζονταν περισσότερο στη «συνεργασία» μεταξύ κράτους και οικογένειας και λιγότερο στον καταναγκασμό της δεύτερης από το πρώτο. Ανάμεσα σε αυτά τα μέτρα ήταν και οικογενειακός προγραμματισμός, ο οποίος θα απέτρεπε την κυοφορία ενός δεύτερου τέκνου. Ωστόσο, παρά το ότι η εθνική κυβέρνηση προχώρησε σε κατάργηση σειράς απάνθρωπων πρακτικών, πολλά ήταν τα μέλη της κινεζικής διοίκησης που συνέχιζαν να τις εφαρμόζουν, καθώς η μείωση των γεννήσεων ήταν συχνά το εισιτήριο για την άνοδο στην κομματική ιεραρχεία.

Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η εφημερίδα Washington Post, το 2005 τοπικές κινεζικές αρχές εισέβαλαν σε σπίτια οικογενειών με δύο παιδιά, απαιτώντας τουλάχιστον ένας από τους δύο γονείς να υποβληθεί σε στείρωση. Έγκυες γυναίκες που είχαν γεννήσει ήδη δύο παιδιά υποβάλλονταν σε αναγκαστική έκτρωση. Όσοι επιχειρούσαν να ξεφύγουν από τις αρχές, σύντομα θα έψαχναν τους συγγενείς τους στη φυλακή.

«Οι θείες μου, οι θείοι μου, τα ξαδέρφια μου, η νεώτερη έγκυος αδερφή μου, οι εξ αγχιστείας συγγενείς μου, όλοι συνελήθησαν και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της υπηρεσίας για τον οικογενειακό προγραμματισμό», δήλωσε στην WP μία γυναία που διήνυε την τρίτη της εγκυμοσύνη. «Πολλοί από αυτούς δεν είχαν φαγητό και νερό. Όλοι τους έπεσαν θύμα ξυλοδαρμού. Η ίδια αναγκάστηκε να προχωρήσει σε έκτρωση και κατόπιν υποβλήθηκε σε στείρωση.

Οι υπό απάνθρωπες συνθήκες διεξαγόμενες εκτρώσεις πραγματοποιούνταν συχνά από προσωπικό με λιγοστές και σε πολλές περιπτώσεις ανύπαρκτες ιατρικές γνώσεις, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αντιμετωπίσουν μετέπειτα επιπλοκές στην υγεία τους

Περιπτώσεις καταναγκαστικών εκτρώσεων έχουν καταγγελθεί επίσημα στην Κίνα μέχρι και το 2012. Εκείνη τη χρονιά, μία έγκυος γυναίκα σύρθηκε μέχρι το νοσοκομείο από τις αρχές της επαρχίας Σαάνξι, με σκοπό να υποβληθεί σε έκτρωση, καθώς αδυνατούσε να πληρώσει το ποσό των $6.300, που της επιβλήθηκε ως πρόστιμο για τη δεύτερη κυοφορία. Μετά από λίγες ημέρες δημοσιοποιήθηκαν στα social media φωτογραφίες, στις οποίες εμφαζίνονταν η εν λόγω μητέρα να κρατάει ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κλινικής το πτώμα της για επτά μήνες κυοφορούμενης κόρης της.

Η πολιτική του ενός τέκνου επέφερε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες στην καθημερινή ζωή των Κινέζων. Σε μία χώρα όπου οι κοινωνικές αντιλήψεις καθιστούν προτιμότερη της κυοφορία ενός αγοριού από ό,τι ενός κοριτσιού, η εφαρμοζόμενη από το ΚΚ πολιτική οδήγησε σε μία «παιδοκτονία γένους θηλυκού».

Το περιστατικό προκάλεσε την οργή χιλιάδων Κινέζων. Αρχικά, οι τοπικές αρχές υποστήριξαν ότι η έκτρωση είχε γίνει «κατά τα από το νόμο προβλεπόμενα». Η σχετική έρευνα που διεξήχθη αποκάλυψε ότι η έκτρωση είχε γίνει σε προχωρημένο στάδιο, γεγονός που αποτελούσε «βαρύτατη προσβολή» της εθνικής νομοθεσίας. Ο σύζυγος της γυναίκας αποζημιώθηκε με το ποσό των $785.

Όσοι προσπαθούσαν να αναδείξουν περιπτώσεις παράνομων ή ανήθικων εκτρώσεων έρχονταν αντιμέτωποι με την αυθαιρεσία των αρχών. H πιο διάσημη περίπτωση είναι αυτή του τυφλού δικηγόρου Τσεν Χουανγκτσενγκ, ο οποίος κινήθηκε δικαστικά κατά των αρχών της επαρχίας Λίνι, καταγγέλοντας τον τρόπο με τον οποίο εκείνες έκαναν χρήση των μέτρων της αναγκαστικής στείρωσης και των υποχρεωτικών εκτρώσεων στο πλαίσιο της πολιτικής του ενός τέκνου. Ο Τσεν φυλακίστηκε αργότερα για τέσσερα χρόνια, ποινή που του επιβλήθηκε για την ακτιβιστική του δράση. Ακόμη και μετά την αποφυλάκισή του, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του ζούσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, υφιστάμενοι συχνά την αυθαίρετη βία των κινεζικών αρχών. Το 2012 ο Τσεν παραβίασε τον κατ’ οίκον περιορισμό και αναζήτησε «καταφύγιο» στην πρεσβεία των ΗΠΑ στο Πεκίνο. Ο ίδιος ζει πλέον στις ΗΠΑ, έχει ωστόσο συχνά καταγγείλει ότι η οικογένειά του συνεχίζει να βρίσκεται στον κλοιό των τοπικών αρχών.

Η πολιτική του ενός τέκνου επέφερε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες στην καθημερινή ζωή των Κινέζων. Σε μία χώρα όπου οι κοινωνικές αντιλήψεις καθιστούν προτιμότερη της κυοφορία ενός αγοριού από ό,τι ενός κοριτσιού, η εφαρμοζόμενη από το ΚΚ πολιτική οδήγησε σε μία «παιδοκτονία γένους θηλυκού». Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και κινεζικές πηγές που δεν θέλησαν να κατονομαστούν, την πρώτη δεκαετία εφαρμογής της πολιτικής ενός τέκνου θανατώθηκαν περίπου ένα εκατυμμύριο έμβρυα, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν κορίτσια. «Αγαπούσα την κόρη μου», δήλωσε ένας Κινέζος αγρότης στην WP, ο οποίος σκότωσε το τρίτο παιδί που γέννησε η γυναίκα του, με μοναδική αιτία το ότι ήταν κορίτσι. «Όμως αργά ή γρήγορα θα αποφάσιζε να παντρευτεί και θα με εγκατέλειπε για τον άντρα της. Θα της είχα προσφέρει τα πάντα για 20 χρόνια για το τίποτα».

Σύμφωνα με μία έρευνα που διεξήγε το 2009 η Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Ερευνών, περισσότεροι από ένα εκατυμμύριο γονείς έχουν χάσει το μοναδικό τους παιδί, σε ηλικία μάλιστα που δεν τους επέτρεπε να τεκνοποιήσουν εκ νέου. «Ποιος θα φροντίσει τον τάφο του παιδιού μας όταν εμείς φύγουμε από τη ζωή;», δήλωσε ένας γονέας που έχασε το παιδί του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. «Ποιος θα φροντίσει εμάς;».

Παρά την αντίθεση της κινεζικής κυβέρνησης, τα ζευγάρια χρησιμοποιήσαν παγίως τεχνολογίες και πρακτικές που θα τους επέτρεπαν να καθορίσουν το φύλο του μοναδικού παιδιού που θα μπορούσαν να φέρουν στον κόσμο. Η συντριπτική πλειονότητα των γονέων έκανε συστηματικές προσπάθειες που θα εξασφάλιζαν ότι το νεογνό θα είναι αγόρι. Σύμφωνα με μία στατιστική έρευνα που αποδεικνύει του λόγου το αληθές, το 95% των παιδιών που ζουν σε οργανοτροφία της Κίνας είναι κορίτσια.

Το φαινόμενο «επιλογής φύλου» έχει σήμερα αξιοσημείωτες συνέπειες για την κινεζική οικονομία. Υπολογίζεται ότι σήμερα στην Κίνα ζουν 33 εκατομμύρια περισσότεροι άντρες από ό,τι γυναίκες. Το 2014 «προγραμματίστηκαν» 115,88 γεννήσεις αγοριών για κάθε 100 γεννήσεις κοριτσιών. Η παραπάνω ανισορροπία καθιστά πρακτικώς αδύνατη την εύρεση συντρόφου για εκατομμύρια Κινέζους, οι οποίοι έχουν λιγοστές πιθανότητες να κάνουν δική τους οικογένεια. Πρόκειται για πρόβλημα που πρόκειται να οξυνθεί τις επόμενες δεκαετίες: προβλέπεται ότι στο δεύτερο μισό του 21ου αιώνα ο ανδρικός πληθυσμός θα υπερτερεί αριθμητικά το γυναικείου κατά 40 με 50 εκατομμύρια.

Οι παραπάνω αριθμοί προκαλούν ανησυχία στις κινεζικές αρχές, που βλέπουν την πληθυσμιακή ανισσοροπία μεταξύ των δύο φύλων ως πηγή αστάθειας για την κινεζική οικονομία και κοινωνία. Δεν είναι λίγοι μάλιστα αυτοί που προτείνουν ως λύση στο ζήτημα την θέσπιση του θεσμού της «πολυανδρείας».

Ανεξάρτητα από το φύλο, τα περισσότερα παιδιά που γεννήθηκαν στην εποχή της πολιτικής του ενός τέκνου είναι μοναχοπαίδια. Με το πέρασμα μάλιστα των δεκαετιών, την κινέζικη οικογένεια φάνηκε να διαπερνά ο κανόνας του «4-2-1»: μία ολόκληρη γενιά παιδιών μεγάλωνε χωρίς αδέρφια, δίπλα στους δύο γονείς και τους τέσσερις παππούδες του. Τα εγγόνια, αν και απολαμβάνουν της αποκλειστικής προσοχής της οικογένειάς τους, θα πρέπει να επωμιστούν την οικονομική στήριξη των γονέων μόνα τους, χωρίς τη βοήθεια κάποιου αδερφού. Ακόμη, η πολιτική του ενός τέκνου, που ωθεί τους γονείς να συγκεντρώσουν όλες τις προσπάθειες και τις ελπίδες τους σε ένα τέκνο, καθιστά το θάνατο ενός παιδιού κυριολεκτικά καταστροφικό για την οικογένεια. Σύμφωνα με μία έρευνα που διεξήγε το 2009 η Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Ερευνών, περισσότεροι από ένα εκατυμμύριο γονείς έχουν χάσει το μοναδικό τους παιδί, σε ηλικία μάλιστα που δεν τους επέτρεπε να τεκνοποιήσουν εκ νέου. «Ποιος θα φροντίσει τον τάφο του παιδιού μας όταν εμείς φύγουμε από τη ζωή;», δήλωσε ένας γονέας που έχασε το παιδί του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. «Ποιος θα φροντίσει εμάς;».

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.